Ποτέ δεν ξημέρωσε πραγματικά στην Νεοελλάδα

Βλάσης Γ. Ρασσιάς: Ποτέ δεν ξημέρωσε πραγματικά στην Νεοελλάδα / Ιστορική πραγματεία με αφορμή τον «Παπουλάκο», Αθήνα 2017, ISBN 978-960-7748-56-0. Τιμή 10 Ευρώ.

PAPOULAKOS

Από τον πρόλογο του βιβλίου: «Ποτέ δεν ξημέρωσε πραγματικά στην Νεοελλάδα. Μέσα στο έλος που κρύβεται κάτω από μία λεπτή κρούστα εύτακτης «σημερινότητας», από την εποχή του Κοσμά του Αιτωλού έως σήμερα, είναι σαν να μην πέρασε ούτε μία ημέρα. Παρ’ όλο που από την ίδρυση τού Νεοελληνικού Κράτους, ο ρυθμός ένταξής του στον προηγμένο κόσμο εξωτερικά μοιάζει ικανοποιητικός, στην πραγματικότητα αυτό παραμένει ένας καθυστερημένος βυζαντινο-οθωμανικός μηχανισμός και η κοινωνία του βαθύτατα ανορθολογική, εσωστρεφής, θρησκόληπτη, υποκριτική, αλλοφοβική, διεφθαρμένη και συνάμα διαφθείρουσα. Ακόμα και ιδεολογίες ή άλλα ρεύματα που παρήγαγε τους τελευταίους δύο αιώνες, ο προηγμένος κόσμος, αυτή η αξιολύπητη κοινωνία τα εισήγαγε, τα έφερε στα μέτρα της και τα γελοιοποίησε ή τα καπηλεύθηκε. Το ίδιο άλλωστε έκανε και με την Αρχαία Ελλάδα, δηλαδή την πραγματική Ελλάδα, προς την ουσία της οποίας συνειδητά έμεινε ξένη, όπως επίσης συνειδητά και επίσης ξένη έμεινε προς ο,τιδήποτε άλλο θεώρησε πως απειλούσε τον βυζαντινο-οθωμανισμό της. Η ανάποδη ανάγνωση της Ιστορίας είναι το μεγαλύτερο και διαρκέστερο έως σήμερα «πολιτισμικό» επίτευγμά της.»

Απόσπασμα από το κεφάλαιο «ΟΙ ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ ΤΗΝ «ΚΑΛΟΓΗΡΙΚΗΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ» ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΕΣ»:

«Στο τρίτομο πόνημά του «Νέον εκπαιδευτικόν σύστημα» (1876 – 1882), ο Μακράκης δίδαξε την μέθοδο της έκτοτε συνεχούς καπηλείας του Εθνικού Ελληνισμού, που δυστυχώς οι νεοβυζαντινοί κρατούντες εξακολουθούν να διαπράττουν ανεμπόδιστοι έως και σήμερα. Αναβαθμίζοντας σε ειδεχθές «κακούργημα», το απλό «πλημμέλημα» του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου, που το 1852 είχε κουτοπόνηρα εισαγάγει τον αντιφατικό όρο «Ελληνοχριστιανισμός», ο Μακράκης έκοψε στα δύο τον πραγματικό, δηλαδή Εθνικό, Ελληνισμό. Ο αδιάσπαστος Εθνικός Ελληνισμός, μπήκε στον πάγκο του Προκρούστη και χωρίστηκε από τον Μακράκη σε «δύο πνευματικές δυνάμεις», από τις οποίες επελέγη μόνον η δήθεν «φιλοσοφική πλευρά» («ο νόμος τής συνειδήσεως, όν ο Θεός έγραψεν εις τας καρδίας των ανθρώπων») και αναθεματίστηκε η δήθεν «ειδωλολατρική πλευρά» («το μιαρόν και ακάθαρτον της ψευδοθρησκείας αυτών πνεύμα»). Ο Θεός Ζευς των Ομηρικών επών είναι… «ο Όφις και ο Διάβολος», οι μεγάλοι Τραγικοί δεν ήσαν παρά ανόητοι διαφημιστές του Διαβόλου και των καταχθονίων δαιμόνων, ενώ οι μεγάλοι ιστορικοί συγγραφείς και ρήτορες δεν ήσαν τίποτε περισσότερο από επίσης ανόητοι δεισιδαίμονες. Αυτή την υποτίθεται «ειδωλολατρική πλευρά» του «μη-φιλοσοφικού Ελληνισμού, ο οποίος ουσιαστικά είναι ανάξιος του ονόματός του», ο Μακράκης την άφηνε… «στην Δύση και τους δυτικόπληκτους διαφωτιστές», όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο Μπραγκ. Η υποτιθέμενη «φιλοσοφική πλευρά», περιορίστηκε βεβαίως στον Σωκράτη (που υποτίθεται «η φιλοσοφία του επανέστη κατά της ψευδοθρησκείας των ειδώλων») και τον Πλάτωνα, που στην χριστιανοκεντρική ανοησία του Μακράκη ήσαν οι μόνοι που κάτι είχαν καταλάβει, ιδίως ο Πλάτων, «όστις ηδυνήθη προαισθανθήναι και προϊδείν τας υπό του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού φανερωθείσας αληθείας».

Ο ατυχής Πλάτων, εξισώθηκε από τον Μακράκη με τον επίσης μη χριστιανό αλλά «φωτισμένο» Μωϋσή, οι εκχριστιανισμένοι Έλληνες έγιναν… «περιούσιος λαός του Κυρίου» («εγένετο νέον Αβραμιαίον έθνος, θεογενές και ευγενές και των απαγγελιών του Θεού κληρονόμον») και πάει λέγοντας, με τον Χριστό μάλιστα μοναδικό «αρχιερέα, βασιλέα και διδάσκαλο». Επαναλαμβάνοντας το γνωστό τροπάρι του «παπουλακισμού», ο αυτή την φορά μορφωμένος Μακράκης, έδωσε θρησκευτικό χαρακτήρα στην «Μεγάλη Ιδέα» γύρω από την οποία περιστρεφόταν ελλείψει άλλης δυνατής εμπνεύσεως, ο ρωμέϊκος εθνικισμός. Για μία ακόμα φορά, ο ορθόδοξος λαός παρουσιάστηκε ως «νέος Ισραήλ», ως γένος με «αποστολή», γένος εκλεκτό του τριπρόσωπου Ιαχωβά, που θα το οδηγούσε να ξαναπάρει την «Πόλη» και να ιδρύσει μία καινούργια θεοκρατική αυτοκρατορία.»

Advertisements

ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Αθήνα: εκδ. Ανοιχτή Πόλη, 2017.

Από τον πρόλογο του βιβλίου:

«Ποια η, πέραν της ιστοριογνωσίας ή της απόδοσης τιμής του γράφοντος, χρησιμότητα αυτής της Ιστορίας τώρα για τον Έλληνα αναγνώστη, είναι ένα χρήσιμο μέσα στην αφέλειά του ερώτημα, καθώς μας δίνει την ευκαιρία να επισημάνουμε ένα πράγμα που στον τόπο μας συστηματικά αγνοείται ή τουλάχιστον δεν έρχεται ποτέ στο τραπέζι των όποιων συζητήσεων. Μιλάμε για τον ακόμα θεοκρατικό, ήτοι προ-δημοκρατικό αν όχι αντι-δημοκρατικό, χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, με αποκλειστική ευθύνη ενός Κράτους που ποτέ του δεν τόλμησε να διανοηθεί καν να υπάρξει διαχωρισμένο από την ισχυρότατη και βαθύπλουτη Ορθόδοξη Εκκλησία. Στις χώρες της ανά χείρας Ιστορίας, όπως και στην Ευρώπη, τα Κράτη έχουν προ πολλού καταστεί «κοσμικά» («secular»). Αντίθετα, εδώ στην Ελλάδα τα πάντα περνούν μέσα από την Εκκλησία και τις προδιαγραφές που αυτή επιβάλει (ακόμα και στις εθνικές επετείους, παραποιώντας το νόημά τους) και τίποτα μα τίποτα δεν διαφεύγει του συμπαγούς φίλτρου της καθολικής «ομερτά» που, επιδεικτικά σχεδόν, τηρούν όλα τα πολιτικά κόμματα, όλα τα Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης και άπαντες οι εμπλεκόμενοι στην διαμόρφωση των αντιλήψεων στα κεφάλια των υπηκόων.

Στην κατά κυριολεξία βυζαντινή Ελλάδα του 2012 το σύνταγμα συντάσσεται στο όνομα της «αγίας, ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος» και η πολιτειακή, πολιτική και στρατιωτική ηγεσία ανερυθρίαστα σκύβει δουλικά το κεφάλι μπροστά στους θεοκράτες σε κάθε δημόσια τελετή. Τα σχολεία διδάσκουν ψεύδη και καλλιεργούν την έλλειψη κρίσεως, τον φόβο προς το διαφορετικό και τον πρακτικό παραλογισμό και εκατομμύρια άνθρωποι είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να καταργήσουν κάθε κανόνα λογικής και να διαπράξουν κάθε είδους θηριωδία προκειμένου να υπερασπιστούν την τυφλή πίστη τους σε έναν Θεό που στο κάτω – κάτω της γραφής δεν είναι καν προγονικός τους.

Στην κατά κυριολεξία βυζαντινή Ελλάδα του 2012 γίνεται λόγος για «κουλτουριάρηδες» και «φωταδιστές». Όπως οι μεξικανοί «κριστέρος» πολέμησαν επί χρόνια (1926 – 1929) ένοπλα για το… δικαίωμά τους να παραμείνουν γονατιστοί, οι εδώ όμοιοι τους πολεμούν εκ του ασφαλούς μέσα από αγορασμένες εκπομπές, επιδοτούμενα έντυπα και ιστοσελίδες για το… δικαίωμά τους να μην αλλάξει τίποτε σε αυτόν τον τόπο ή ακόμα και – γιατί όχι; – να επιστρέψουμε καθ’ όλα, και στις τελευταίες λεπτομέρειες δηλαδή, στο μαύρο Βυζάντιο. Είναι λοιπόν καλό να αποτυπωθεί σε ένα ιστορικό βιβλίο ένα ενδεικτικό κείμενο που μετατρέπει το λευκό σε μαύρο, ανεβάζει τον εγκληματία στο έδρανο του εισαγγελέα και εξορίζει δια βίου την λογική στα πέραν αυτού του κόσμου εδάφη: «Τι ακριβώς είναι η μισαλλοδοξία; Είναι η σκόπιμη, υποκινούμενη και κατευθυνόμενη διχαστική προπαγάνδα, που στρέφει ένα μέρος του πληθυσμού ενάντια σε ένα άλλο, απρόκλητα, χρησιμοποιώντας βαρείς συμβολισμούς και βαθιά ριζωμένα στερεότυπα, για ζητήματα που δεν έχουν σχέση με την πολιτική συγκυρία… Ο αντικληρικαλισμός είναι η συνηθέστερη μορφή μισαλλοδοξίας στις μέρες μας: η προσπάθεια ενοχοποίησης της Εκκλησίας για ό,τι έκανε κι ό,τι δεν έκανε, πριν δέκα, είκοσι πενήντα ή και… χίλια πεντακόσια χρόνια, για ό,τι πιστεύει κι ό,τι δεν πιστεύει, για ό,τι εκπροσωπεί κι ό,τι αποστρέφεται ακόμα. Ο αντικληρικαλισμός δεν είναι “κριτική στην Εκκλησία”. Είναι απόπειρα κοινωνικής περιθωριοποίησης της Εκκλησίας. Δεν ανοίγει τα μυαλά των ανθρώπων στη γνώση και την έρευνα. Ξεριζώνει την Πίστη από τις ψυχές τους. Δεν φωτίζει. Εξαγριώνει…»

Τάδε γέγραψε στις 10.8.2009 ανώνυμος συντάκτης στην ιστοσελίδα του «Δικτύου 21», άριστο δείγμα γραφής της εθνοκάπηλης χριστιανοδεξιάς. Σε απάντηση αυτών και των πάμπολλων αναλόγων τους, ο γράφων καταθέτει το ανά χείρας βιβλίο, στο οποίο εξιστορείται έτος με έτος η εν πολλοίς άγνωστη εποποιϊα του μακρού αγώνα των Λατινοαμερικανών ενάντια στην Εκκλησία, από την εποχή του απελευθερωτή («El Libertador») Μπολιβάρ μέχρι το ξέσπασμα του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Όσοι τυχεροί δεν πιστεύετε ότι ο αντικληρικαλισμός είναι… «μορφή μισαλλοδοξίας», καλωσήλθατε. Μετά από συγγραφική έρευνα πέντε ετών και ικανοποιημένος αρκετά από το αποτέλεσμα, σας εύχομαι καλή ανάγνωση».

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Unbenannt

Στεκόμαστε εδώ…

Στα πρόθυρα ενός κόσμου μετα-καταστροφικού, δηλαδή Νέου, έστω κι αν η καταστροφή του νυν υπάρχοντος δεν θα αφορά κατ’ ανάγκη τις τετριμμένες της Επιστημονικής Φαντασίας ή της παραφιλολογίας των πεσιμιστών περιβαλλοντιστών ή των θρησκόπληκτων οπαδών πάντων των «μετανοείτε !» δογμάτων και αποχρώσεων.

Κάποιες δεκαετίες πριν την τελική Πράξη, αυτο-ερωτιζόμαστε επάνω σε μία σειρά από θεωρίες και πρακτικές, όπως ακριβώς ο κάθε έφηβος άνθρωπος ούτω ή άλλως αυτό-ερωτίζεται για κάποιους μήνες ή χρόνια πριν την ολοκληρωμένη Πράξη του δικού του προσωπικού ερωτισμού. Την «βρίσκουμε» με κάτι που ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ θα έρθει. Θέλουμε απλώς να αποδειχθούμε καλά προετοιμασμένοι.

Μας ενδιαφέρει μέχρι θανάτου μία σειρά ανθρώπινων αξιών που ετούτος ο κόσμος που ΤΩΡΑ πεθαίνει τις έχει προ πολλού αφανίσει εντελώς, έιτε με την απροκάλυπτη βία των όπλων του, είτε με αηδιαστικά προσχήματα περί θρησκευτικών και πολιτισμικών επιλογών: Αρετή, Συλλογικότητα, Ελευθεροπρέπεια, Χαριστικότητα, Αντι-αυταρχία, Σεβασμός προς Εαυτόν και Αλλήλους, Μέτρο, Έρωτας.

Είμαστε οι Άλλοι Άνθρωποι. Είμαστε το μάτι του Αύριο. Ασχολούμαστε με τις παραπάνω αξίες γιατί ΕΠΑΝΩ ΤΟΥΣ θα είναι θεμελιωμένος ο νεαρός κόσμος που σύντομα θα διαδεχθεί αυτόν εδώ που ήδη ξεψυχάει.

Θεωρούμε εαυτούς ΠΡΟΫΠΑΡΞΑΝΤΕΣ αυτού του κόσμου που ψυχορραγεί και επίσης κάτοχους του προνόμιου ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΜΕ ΝΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ και μετά από αυτόν. Είμαστε ο Ένας, ο Αρχικός και ο Έσχατος.

Είμαστε ΝΕΟΙ. Νυν και αεί Νέοι και Άφθαρτοι, αφού τα θλιβερά και αυθαίρετα όρια του βιολογικού χρόνου, εκφρασμένα μέσα από τα ρολόγια των ποικιλώνυμων ιδιοκτητών της καθημερινής ζωής αδυνατούν να περιορίσουν την Δύναμη της Ψυχής που κουβαλάμε μέσα μας και την μανιώδη πορεία μας προς τον Homo Ludens.

Κινούμαστε δίχως να μοιράζουμε επισκεπτήρια και σημεία αναγνώρισης, αφού άλλωστε δεν έχουμε ΤΙΠΟΤΕ ΑΠΟΛΥΤΩΣ να πουλήσουμε, πέραν της τρομακτικής συνείδησης του ότι είμαστε Ένας που ποτέ δεν πεθαίνει. Ένας που εκ γενετής γνωρίζει ΤΑ ΠΑΝΤΑ, άσχετα αν ένας ολόκληρος «πολιτισμός» δουλοκτησίας και προστυχιάς παλεύει με όλα τα περιεχόμενα των οπλοστασίων του για να μας «πείσει» για το αντίθετο. Κατέχουμε όλες τις βασικές  αρχές της μαγείας της Φύσης και του Σύμπαντος, νοιώθουμε να ΡΕΟΥΜΕ ήδη μέσα στο ανέκαθεν ΡΕΥΣΤΟ Σύμπαν.

Εξερευνούμε τον Εαυτό, δίχως τον κίνδυνο να καταλήξουμε συγχυσμένοι μυστικιστές. Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ μυημένος των ΑΛΗΘΙΝΩΝ Μυστηρίων είναι εκείνος που γνωρίζει ότι το ισχυρότερο μυστικό είναι ένα μυστικό δίχως περιεχόμενο. Κανένας εχθρός δεν θα καταφέρει  ποτέ να τον κάνει να το ομολογήσει. Κανένας οπαδός δεν θα καταφέρει ποτέ να του το αποσπάσει.

Είμαστε Ταξιδευτές και Πειραματιζόμενοι.

Στεκόμαστε εδώ, δίχως να ξοδευόμαστε άσκοπα, επιζητώντας απλώς την Συσπείρωση όλων των υπόλοιπων που αποτελούνε τον Ένα. Πάντοτε με την πεποίθηση πως αυτό ούτως ή άλλως θα συμβεί, καθώς ΟΛΑ ΠΡΟΣ ΑΥΤΟ ΣΥΓΚΛΙΝΟΥΝ. Μία συν-Ουσία Ψυχών.

Δεν θα ξανακτυπήσουμε πόρτες, δεν θα ξανακατεβούμε στα αχανή υπνωτήρια για να διασώσουμε του Υπνωμένους. Αυτή η ματαιοπονία ήταν άλλωστε που μας κράτησε πίσω όλον αυτόν τον καιρό. Αιώνες επί αιώνων. Μόνο μέσα από σκληρές δοκιμασίες έρχεται η Εξύψωση : οι άθλοι του Ηρακλέους, έστω κι αν από πολύ νέος είχε διαλέξει το μονοπάτι που έπρεπε. Και οι «άλλοι» ; τα βολεμένα ανδράποδα, τα ανθρωπόμορφα έντερα, οι σαλιάρηδες κυνηγοί της α ή β φέτας «εξουσίας» ; Ne margaritas obijce porcis, seu asinus sabsterne rosas ! (μην ρίχνεις τα μαργαριτάρια στα γουρούνια, μην εκπορνεύεις βλακωδώς τα τριαντάφυλλα).      

Θεωρούμε επίσης πως αποτελεί ΑΝΑΦΑΙΡΕΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ του κάθε πλάσματος να παραμένει ηλίθιο, μόνο στο μέτρο όμως που η ηλιθιότητά του δεν απειλεί να το φέρει σε σύγκρουση με τα σεβάσματά μας. Δεν αναγνωρίζουμε το δικαίωμα ηλιθίων «πλειοψηφιών» να επιβάλλουν τις (φυσικά) ηλίθιες αποφάσεις «τους» επάνω στις οποιεσδήποτε (αφυπνισμένες ή μη) «μειοψηφίες». Δεν αναγνωρίζουμε την λεγόμενη «Κοινή Γνώμη», δεν αναγνωρίζουμε εγκυρότητα σε κανένα ψευτο-αισθητήριο του Όχλου γιατί απλώς αυτός στερείται κάθε αισθητηρίου. Ο Όχλος διαμορφώνεται και λειτουργεί με εμφυτεύσεις. Δεν αναγνωρίζουμε ευφυϊα σε μηχανές.

Έχουμε και διαδίδουμε μία πολυθεϊστική ή πανθεϊστική κοσμοθέαση, διαχωρίζοντας την ύπαρξή μας από την σύγχρονη ειδωλολατρία και δεισιδαιμονία περί ενός υποτιθέμενου «μοναδικού και αφέντη» Θεού, σε όλες τις μορφές τους, διαχωρίζοντας την ύπαρξή μας από ιουδαίους, χριστιανούς και μουσουλμάνους, δηλωμένους ΕΧΘΡΟΥΣ της Απόλαυσης, της Χαράς, της αγάπης προς το ανθρώπινο κορμί και κατ’ επέκταση αυτής της ίδιας της ζωής.

Τιμούμε τους πραγματικούς Θεούς, αλλά αφού πρώτα μάθουμε να τιμούμε τους Εαυτούς μας. Μας ενδιαφέρει το Ξύπνημα του 90% του Νου μας που σήμερα ο δουλοκτητικός «πολιτισμός» των κρατούντων κρατάει παγωμένο, και ξέρουμε καλά ότι το μισό του μισού αυτής της αχρησιμοποίητης διάνοιας υπερεπαρκεί για να τσακίσουμε μία για πάντα όλες τις τυραννίες τούτου του Σύμπαντος. Αναζητάμε τα δυνάμει ΙΣΟΘΕΑ αδέλφια μας. Για την επανένωση της Φυλής. Για την επανένωση του Ενός. Αυτή θα είναι η μονομανία μας, αυτή θα είναι η αποστολή μας για τις δεκαετίες που έρχονται. Από εκείνο που θα ακολουθήσει, ίσως εκπλαγούμε ακόμα και Εμείς.

Ας θυμηθούμε τον φιλόσοφο αυτοκράτορα Ιουλιανό. Στην έρευνα, την μελέτη, την κατανόηση και την ΟΡΙΣΤΙΚΗ διαφοροποίηση. Αρκετά πια με τους οδομάχους που αγνοούν ακόμα και ποιοι στην πραγματικότητα είναι, που η αυριανή τους και σίγουρη «ενηλικίωση» θα τους φανερώσει και αυτούς «νορμάλ» και συνηθισμένους. Ίσως ΚΑΙ αυτή η δεκαετία να μην μας ανήκει. Έχουμε όμως εξασφαλίσει την βεβαιότητα ότι δεν θα πεθάνουμε μαζί της.

Όλα τα πιο πάνω δεν αποτελούνε μανιφέστο, δεν αποτελούν «ευαγγέλιο» κάποιου καινούργιου «-ισμού». Επεξεργαστείτε τα, βελτιώστε τα, μεταφράστε τα στις προσωπικές σας γλώσσες του δικού σας Εαυτού. Μετά από αυτό, ο υπογράφων θα χαρεί πολύ να δει το κείμενο αυτό στο σύνολό του να ΚΑΙΓΕΤΑΙ  μαζί με όλες τις άλλες έντυπες δυϊστικές «σοφίες» του έμφρονα ανθρώπου.       

Βλάσης Ρασσιάς 

(Από το εκδοτικό σημείωμα του 22ου τεύχους του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη», καλοκαίρι 1990)

ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΩΝ ΡΑΣΟΦΟΡΩΝ ΕΠΙ ΟΘΩΜΑΝΟΚΡΑΤΙΑΣ

Βλάσης Ρασσιάς: «Το πραγματικό πρόσωπο των ρασοφόρων κατά την Οθωμανοκρατία», από: rassias.gr (Κείμενα), τελευταία πρόσβαση: 15η  Μεσούντος Μουνυχιώνος 4/698ης Ολυμπιάδος / 12.04.«2017». Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Διιπετές», τεύχος 54, Ιούλιος «2004».

PAPAD

Το ότι ο νικητής γράφει κατά κανόνα την Ιστορία ίσως είναι εν πολλοίς γνωστό και άρα κάπου λογικά (αν και μετά βίας) «αποδεκτό», εκείνο όμως που δεν μπορεί κάποιος να καταπιεί εύκολα είναι το να βασίζει ο νικητής αυτός στην από τον ίδιο πλαστογραφία της αλήθειας τις όποιες θρασείς απαιτήσεις του για τωρινή και μελλοντική καταδυνάστευση των ζωών μας. Το κατ’ εξοχήν παράδειγμα μίας τέτοιας θρασύτητας είναι για την εδώ και 22 αιώνες κατακτημένη χώρα μας ο γνωστός εσμός των ρασοφόρων και των πολυώνυμων συνεργατών και υπηρετών τους που δίχως την παραμικρή ντροπή έρχονται να παρουσιάσουν σαν τάχα… εθνοφελή (!!!) την σαφώς αντεθνική, προδοτική, αντιανθρώπινη και παρασιτική δραστηριότητά τους σε όλες τις περιόδους της μεταχριστιανικής Ιστορίας του έθνους των Ελλήνων και κυρίως κατά την λεγόμενη «Τουρκοκρατία» ή, επί το ορθώτερον, Οθωμανοκρατία.

Δεν θα καταναλώσουμε εδώ μεγάλο χώρο για να αντικρούσουμε αυτό το χυδαίο όσο και επικίνδυνο εθνικά ψέμα, καθώς οι στημένες «αλήθειες» των κατακτητών του τόπου μας είναι τόσο διάτρητες που καταρρέουν αμέσως μετά την παράθεση 2 – 3 μόνον στοιχείων όπως λ.χ. οι γνωστές αρλούμπες περί… «Κρυφού Σχολειού» (βασισμένη ιστορικά επάνω σε μία… ζωγραφιά ενός υπέρ το δέον θρήσκου καλλιτέχνη και σε ένα ρομαντικό… ποίημα του δευτέρου ημίσεως του 19ου αιώνος !), περί… ευλογίας του λάβαρου της εθνεγερσίας από τον αντιδραστικό, φιλήδονο και υπερόπτη ρασοφόρο Π. Π. Γερμανό (βασισμένη και αυτή μόνον σε ένα ρομαντικό διήγημα Γάλλου λογοτέχνη) κ.ο.κ. Απλώς, «όλως παραδόξως», σε αυτόν τον τόπο κανείς από εκείνους που πρέπει να μιλάνε αφού παριστάνουν τους εθνικούς «πνευματικούς ταγούς», δεν δείχνει πρόθυμος να ξεμπροστιάσει την αηδιαστική ιστορική απάτη, πράγμα που αποδεικνύει την κατά κυριολεξία ψυχολογική και όχι μόνον τρομοκρατία των θεοκρατών στους πολυπληθείς σκλάβους της.

Ο τόπος μας επιπροσθέτως έχει δε την ιδιορρυθμία να φιλοξενεί εκτός από κατά δήλωση και κατά φαντασία «δημοκράτες» και «διανοούμενους», πάμπολλους επίσης κατά δήλωση και κατά φαντασία «κομμουνιστές», κατά δήλωση και κατά φαντασία «αναρχικούς» και κατά δήλωση και κατά φαντασία «άθεους», που αντί να πράττουν αυτό που στοιχειωδώς πράττουν οι ανά τον κόσμο κανονικοί αντίστοιχοί τους, αυτοί κατεξοχήν γλύφουν και ξαναγλύφουν με πάσαν υποτακτικότητα και χαμέρπεια την απαράδεκτη και ασύδοτη σε όλα τα επίπεδα βυζαντινή θεοκρατία. Ίσως στο πηχτό σκοτάδι των θεοκρατών αισθάνονται περισσότερο οικεία από όσο στο φως του Ελληνικού Πολιτισμού που όντως τρομάζει τους ασήμαντους (ο δικός τους Ιωάννης ο κατ’ ευφημισμόν «Χρυσόστομος», είχε άλλωστε απερίφραστα παραδεχθεί πως «όσο πιο βάρβαρο φαίνεται ένα έθνος και της Ελληνικής απέχει παιδείας τόσο λαμπρότερα φαίνονται τα ημέτερα», Εις Ιωάννην 59. 31. 33)

Εμμένοντας ωστόσο στην διατύπωσή μας ότι οι στημένες «αλήθειες» των κατακτητών του τόπου μας είναι τόσο διάτρητες που καταρρέουν αμέσως μετά την παράθεση 2 – 3 μόνον στοιχείων, θα περιορισθούμε εδώ για το αναγκαίο ξεβράκωμα των εθνο-απατεώνων και εθνο-προδοτών να μεταφέρουμε απλώς (από το τεκμηριωμένο πολύτομο ιστορικό έργο του Τάκη Α. Σταματόπουλου «Ο Εσωτερικός Αγώνας», εκδόσεις «Κάλβος», Αθήνα 1979) κάποια ελάχιστα αλλά συντριπτικά δεδομένα για την πραγματική συμπεριφορά τους έναντι του υπόδουλου στους Οθωμανούς συνεργάτες τους Ελληνισμού. 

Κοινό μυστικό αποτελεί λοιπόν το γεγονός ότι οι ρασοφόροι καταπίεζαν αγρίως τους Έλληνες από κοινού με τους Τούρκους και τους κοτζαμπάσηδες (τους «χριστιανούς πασάδες» όπως του αποκαλούσε ο λαός) και επέβαλαν άγρια φορολογία. Ο κάθε χριστιανός ήταν υποχρεωμένος να δίνει το 1/3 του εισοδήματός του (!) στην Εκκλησία, η δε κατοχή άνω του 1/3 περίπου της υποδουλωμένης γης από το Πατριαρχείο και τα μοναστήρια, είχε μετατρέψει κατ’ ουσία τους περισσότερους Έλληνες σε δουλοπάροικους αυτών των, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του επαναστάτη της Άνδρου Δημήτρη Μπαλή, «τουρκαρχόντων». Χαρακτηριστικό είναι ότι 32 από τα 68 χωριά της Χίου ανήκαν στην Εκκλησία και οι σκληρά εργαζόμενοι κάτοικοί τους συντηρούσαν με τον ιδρώτα τους 300 μοναστήρια και 700 εκκλησίες και παρεκκλήσια (και δεν είναι διόλου τυχαίο βεβαίως το ότι ο εκεί μητροπολίτης και οι κοτζαμπάσηδες, όταν τον Μάρτιο του 1822 έφθασαν στο νησί οι επαναστατημένοι Σαμιώτες είχαν κρυμμένους στα σπίτια τους Τούρκους και μαζί πυροβολούσαν τους αγωνιστές της εθνικής ελευθερίας):

«… την αυτήν (με τους κοτζαμπάσηδες) τυραννίαν ήσκει επί του πληθυσμού και ο κλήρος, εισπράττων υπέρ της εκκλησίας βαρέως και κακοτρόπως εγγείους και άλλους φόρους…» (παραπομπή του Σταματόπουλου στο Ραπτάρχη, 61)

όπου αυτό το «βαρέως και κακοτρόπως» σήμαινε πολύ χειρότερα πράγματα από όσο οι δύο λέξεις κάπως κομψά υποδηλώνουν. Το ξυλοκόπημα και ο φάλαγγας ήταν στην ημερήσια διάταξη, ενώ οι επίγειοι «εκπρόσωποι» του Υιού του Ιαχωβά δεν είχαν ενδοιασμό να χρησιμοποιήσουν και κάθε είδους άλλη ψυχική τρομοκρατία, όπως η συνεχής απειλή του αφορισμού και ο ωμός εκβιασμός, αφού, ως γνωστόν, ασκούσαν συν τοις άλλοις ΚΑΙ την δικαστική εξουσία !

Αυτή η άγρια ληστεία θεωρείτο βεβαίως «τακτική» ή «κανονική» ή «χρονιάτικη», διότι η τρομερή αλήθεια είναι πως υπήρχαν συχνά – πυκνά και «έκτακτες» τέτοιες. Στην «κανονική» φορολογία, προστίθεντο απανωτές «αρπαχτές» των ρασοφόρων, όπως τα περιβόητα «εμβατίκια», «φιλότιμα», «ζητείαι», «συνοικέσια», «δίσκοι», «λειτουργικά», «παρρησίαι», «προθέσεις»,  «ψυχομερίδια» και άλλα ανάλογα, που επιπροσθέτως συμπληρώνονταν συχνά από τις λεγόμενες «απανταχούσες» για έκτακτη οικονομική ενίσχυση («παραμυθία των χρεών» κατά την παπαδίστικη ορολογία) των δεσποτάδων και των λοιπών στελεχών του μαύρου εσμού. Στην σελίδα 151 του Α τόμου του έργου του Σταματόπουλου, διαβάζουμε καθαρά:

«…τους φόρους αυτούς, τους εισέπρατταν τακτικά χωρίς να χαρίζουν ούτε έναν παρά και στην ανάγκη μεταχειρίζονταν και βία».

Ο ίδιος λίγο παρακάτω (σελ. 155), γράφει πως «οι χωρικοί που καταληστεύονταν, φυσικά διαμαρτύρονταν και ακολουθούσαν προστριβές και στάσεις. Και οι δεσποτάδες για να τους πειθαναγκάσουν και να εισπράξουν τα χρήματα… εζήταγαν την ενίσχυση των πασάδων, πράγμα που φανερώνει τον δεσμό της τουρκικής και εκκλησιαστικής ολιγαρχίας» ενώ ο ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» αγανακτεί με τους εκατό χιλιάδες «και ίσως περισσότερους μαυροφορεμένους» που «ζώσιν αργοί και τρέφονται από τους ιδρώτας των ταλαιπώρων και πτωχών Ελλήνων». Ο δε ξένος περιηγητής Μπερτόλδυ υπογραμμίζει:

«…ουδεμία απάτη, ουδείς λόγος, ουδεμία δεισιδαιμονία, ουδείς ερεθισμός υπάρχει άγνωστος εις αυτούς… βραδυκίνητοι, φίλαυτοι, δόλιοι, πραγματικές βδέλλες, εκμυζούν το αίμα του λαού».

Η ληστεία της Εκκλησίας κατά των υπόδουλων ραγιάδων υπήρξε άλλωστε και η αιτία για την δυναμική απάντηση των υπό τον Καπετάν Γιώργα Κοσμά κλεφτών του Μωριά, το έτος 1805, που ωστόσο προκάλεσε τον αναθεματισμό τους από τον Πατριάρχη και την εν συνεχεία εξόντωσή τους με την συνεργεία των ίδιων των αποβλακωμένων χριστιανών που έβαζαν τον αφορισμό επάνω και από τις οικογένειές τους και παρέδιδαν οι ίδιοι τους συγγενείς τους στους Τούρκους αν δεν ενώνονταν κιόλας μαζί τους στα αποσπάσματα εξόντωσης των κλεφτών. Όταν ο Γιώργας απήγαγε, εξευτέλισε και έκλεισε σε μία στέρνα τον εκ Γαργαλιάνων πρωτοσύγκελλο Ανδριανόπουλο που είχε βγει στην γύρα για να εισπράξει από τους ραγιάδες τα βαρύτατα «εκκλησιαστικά δικαιώματα», η Εκκλησία κατέφυγε στους Τούρκους και παράλληλα ξεσήκωσε τους Ρωμιούς κατά των «αφορισμένων» (από 12 δεσποτάδες μάλιστα !) επαναστατών. Ο Σταματόπουλος γράφει σχετικά μ’ αυτόν τον τόσο άδικο «χαλασμό της κλεφτουριάς του Μωριά» τον χειμώνα του 1806 που κόστισε την ζωή σε 3 έως 5 χιλιάδες ψυχωμένους Έλληνες άνδρες αλλά και τον θάνατο στους Αιμιαλούς (από τις σφαίρες των χριστιανών κατοίκων της Δημητσάνας έπειτα από προδοσία καλογέρων) του ίδιου του Καπετάν Γιώργα και του Γιάννη Κολοκοτρώνη (αδελφού του Θόδωρου Κολοκοτρώνη που στο παρά πέντε της σφαγής είχε κατορθώσει να διαφύγει με 4 συντρόφους του), των οποίων τα κομμένα κεφάλια περιέφεραν επί εβδομάδες οι δολοφόνοι τους στο Ζυγοβίτσι, την Δημητσάνα και την Τρίπολη:

«Οι δεσποτάδες και οι κοτζαμπάσηδες συμβούλεψαν τους Τούρκους να λάβει μέρος στην εκστρατεία και ο ίδιος ο λαός… Τούρκοι, Ρωμιοί, προεστοί και δεσποτάδες κι όλος ο ντουνιάς να βγούνε μαζί να κυνηγήσουνε τους κλέφτες…».

Υπό αυτά τα δεδομένα, γίνεται βεβαίως ευκόλως κατανοητό το γιατί οι ρασοφόροι εξαρχής στάθηκαν εχθρικοί απέναντι στην όποια προσπάθεια εθνικής απελευθέρωσης. Μη θέλοντας να διακινδυνεύσει αυτή η τρομακτική ασυδοσία τους, ιδίως υπό την απειλή των αντικληρικαλιστικών και γιακωβίνικων ιδεών που τότε κυριαρχούσαν στους επαναστατικούς κύκλους της Ευρώπης, οι πονηροί ρασοφόροι εκτός του ότι κατεδίωκαν συλλήβδην ως «άθεο» όποιον χρησιμοποιούσε απλώς την λέξη «Ελευθερία» (βλ. σχετική αναφορά στην «Ελληνική Νομαρχία»), συνιστούσαν στους αγράμματους πιστούς πάντα τυφλή πίστη στον Χριστό και υποταγή στον Σουλτάνο, συχνά μάλιστα με απίθανα θρασείς παραινέσεις όπως η παρακάτω που διασώζεται στην «Ελληνική Νομαρχία» (172):

«Ο Θεός αδελφοί, μας έδωσεν την τυραννίαν εξ αμαρτιών μας, και πρέπει, αδελφοί, να την υποφέρωμεν με καλήν καρδίαν και χωρίς γογγυσμόν και να ευχαριστηθώμεν εις ό,τι κάμνει ο Θεός» (…)

Αφού υπενθυμίσουμε το απίστευτο ανθελληνικό αίσχος των ρασοφόρων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως που ακόμη και εν έτει 1828, όταν πια δηλαδή η Επανάσταση είχε τελειώσει και η Ελλάδα είχε κανονικό κυβερνήτη, έστειλαν στον Πόρο 4 μητροπολίτες και τον Μεγάλο Πρωτοσύγκελλο των Πατριαρχείων για να συστήσουν με διάφορες απειλές… υποταγή στον Σουλτάνο (!), θα σταματήσουμε εδώ, τηρώντας την υπόσχεσή μας να παρουσιάσουμε ελάχιστα στοιχεία ικανά όμως να γκρεμίσουν συθέμελα τις ιστορικές απατεωνιές των εθνο-προδοτών που έχουν και από πάνω το θράσος να μας ζητούν… ευγνωμοσύνη γιατί τάχα μας… έσωσαν. «Από τι;» θα τους ρωτήσουμε εμείς. Αυτήν την καταραμένη την ερώτηση που οι εξωνημένοι και χαμερπείς «αρμόδιοι» δεν τολμούν αποδεδειγμένα πια να τους την κάνουν για να μπουν κάποτε τα πράγματα στην πραγματική θέση τους.

Εθνικό είναι μόνον ό,τι είναι αληθινό. Τίποτε άλλο. Και για δαύτους η αλήθεια είναι γενικότερα καταδικαστική, αν όχι κάτι χειρότερο. Δεν θα πάμε σε μεγάλα βάθη χρόνου για να θυμίσουμε τα κρεουργεία της Σκυθοπόλεως, τις απανθρακωθείσες βιβλιοθήκες μας, τους κατεστραμμένους μας Ναούς, τα βεβηλωθέντα αγάλματά μας και τους σφαγμένους ή καμένους φιλοσόφους, ιερείς και αξιωματούχους μας. Θα μείνουμε εκουσίως και γαληνίως στην χρονική ζώνη που εδώ εξετάσαμε και θα αρκεσθούμε στην μαρτυρία του περιηγητή Gell που τονίζει ότι οι υπόδουλοι Έλληνες αναμεταξύ των έλεγαν ότι οι ρασοφόροι αποτελούσαν την πρώτη πληγή, οι κοτζαμπάσηδες την δεύτερη και οι Τούρκοι την τελευταία (!).

Καλό θα ήταν λοιπόν, όσο γίνεται νωρίτερα μάλιστα, να βγουν επισήμως και να ζητήσουν ταπεινά, όπως άλλωστε διδάσκουν για τους… άλλους, συγχώρεση από το Ελληνικό Έθνος για τα μακροχρόνια και αμέτρητα εγκλήματά τους εναντίον του, αποδεικνύοντάς το φυσικά και εμπράκτως, παύοντας δηλαδή εφεξής κάθε επίθεση κατά του Εθνισμού μας. Γιατί οι καιροί είναι εξαιρετικά αμείλικτοι πλέον για τα κάθε είδους ψέματα και αύριο – μεθαύριο, καθώς τίποτε δεν τους εγγυάται ότι εσαεί σε τούτον τον τόπο θα μπορούν να έχουν στην διάθεσή τους εξωνημένους και τιποτένιους Ρωμιούς να τους γλύφουν, να τους υπηρετούν και πολλαπλώς να τους χαϊδεύουν, κάποιες επόμενες γενεές Νεοελλήνων που δεν θα μαστίζονται από άγνοια και ασυνειδησία, σίγουρα θα τους πάρουν με τις πέτρες.

Βλάσης Ρασσιάς 

ΙΑΚΩΒΙΝΟΙ – ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΙΑΚΩΒΙΝΩΝ

Ιακωβίνοι, «Λέσχη των Ιακωβίνων» (Jacobins, «Club des Jacobins»)

Πολιτική και επαναστατική Λέσχη, η κύρια πολιτική δύναμη πίσω από την Γαλλική Επανάσταση, απολύτως κυρίαρχη κατά την περίοδο της παντοδυναμίας της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» υπό τους Ροβεσπιέρο, Σαιν Ζυστ και Κουτόν (1793 – 1794).

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΙΝΙΣΜΟΥ

Η «Λέσχη των Ιακωβίνων» ιδρύθηκε το 1788, λίγο πριν την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης, από τους μετέπειτα αντιδραστικούς πολιτικούς Λανζινέ (Jean – Denis Lanjuinais) και Λε Σαπελιέ (Isaac Rene Guy Le Chapelier) της «Λέσχης των Βρετόνων» («Le Club Breton»), αρχικά με με την ονομασία «Εταιρεία των Φίλων του Συντάγματος» («Societe des Amis de la Constitution seants aux Jacobins a Paris»), με σκοπό να διαδώσει στον λαό τις ριζοσπαστικές κοινωνικές και πολιτικές ιδέες της εποχής.

Η Εταιρεία μετονομάστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1792 σε «Ιακωβινική Εταιρεία, Φίλοι της Ελευθερίας και της Ισότητας» («Societe des Jacobins, Αmis de la Liberte et de l’Egalite») ή επί το συντομότερο «Λέσχη των Ιακωβίνων» (ονομασία που αρχικά χρησιμοποιούσαν περιγελαστικά οι πολιτικοί της εχθροί), από την έδρα όπου αυτή συνεδρίαζε, ένα μοναστήρι δομινικανών μοναχών επί της Rue St Honore του Παρισιού (οι συγκεκριμένοι μοναχοί ονομάζονταν ενίοτε και «ιακωβίνοι» επειδή ο Φίλιππος Αύγουστος τους είχε παλαιότερα αναθέσει την φιλοξενία των προσκυνητών του «Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλα»).

Ήδη από τις 8 Φεβρουαρίου 1790 η αρχική Λέσχη διέθετε ένα σαφές και αυστηρό καταστατικό (το οποίο είχε συντάξει κυρίως ο βουλευτής Barnave), το οποίο όριζε τους αξιωματούχους της οργάνωσης (έναν ανά μήνα εκλεγόμενο πρόεδρο, 4 γραμματείς, έναν ταμία και μέλη διαφόρων επιτροπών), προέβλεπε διαγραφές μελών που με πράξη ή λόγο έρχονταν σε αντίθεση με τις αρχές της Λέσχης και περιελάμβανε ανάμεσα στους σκοπούς την προσυζήτηση διαφόρων ζητημάτων προτού τα μέλη που είχαν την βουλευτική ιδιότητα τα έφερναν προς συζήτηση στην Εθνοσυνέλευση, καθώς επίσης (στο άρθρο 7) και την επικοινωνία και συνεργασία με πολιτικούς ομίλους που μοιράζονταν τους ίδιους σκοπούς.

Ακόμα όμως και μετά από την σύνταξη του καταστατικού της, ακόμα και έναν ολόκληρο χρόνο από την πτώση της Βαστίλης, η Λέσχη αρκέστηκε να προσανατολίζεται προς μία συνταγματική μοναρχία (χαρακτηριστικό είναι ότι δεν υπέγραψε καν την έκκληση της 17ης Ιουλίου 1791 για εκθρόνιση του βασιλιά). Ωστόσο, με την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση τόσο των ίδιων των γεγονότων όσο και των στελεχών και απλών μελών της, η Λέσχη κατευθύνθηκε αργά αλλά σταθερά από το καλοκαίρι του 1791 (όταν αποχώρησαν τα συντηρητικά μέλη και ίδρυσαν την δική τους βραχύβια οργάνωση υπό το όνομα «Club des Feuillants») προς την επαναστατική Δημοκρατία και έπαιξε τον πρώτο ρόλο στα γεγονότα που ακολούθησαν μέχρι την πτώση και καρατόμηση του Ροβεσπιέρου και των οπαδών του: οι Ιακωβίνοι επάνδρωσαν με πολλά στελέχη τους την Εθνοσυνέλευση, σχεδίασαν και εφάρμοσαν πολλές κοινωνικές αλλαγές, πρωτοστάτησαν στην καταδίκη και εκτέλεση του Λουδοβίκου 16ου και ανέλαβαν αποκλειστικά αυτοί το τιμόνι της Επανάστασης μέχρι τον Ιούλιο του 1794 οπότε και κτυπήθηκαν από τους συντηρητικούς «Θερμιδωριανούς».

Η Λέσχη απέκτησε πολύ γρήγορα εκατοντάδες παραρτήματά της σε όλη την Γαλλία (στις 10 Αυγούστου 1790 είχαν ήδη καταμετρηθεί 152 παραρτήματα!) φθάνοντας να αριθμεί στις αρχές του 1793 περί τα 400.000 μέλη.

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΩΝ

Όταν στα τέλη του Ιουνίου 1791 ο βασιλιάς Λουδοβίκος πιάστηκε στην Βαρέν, χαρακτηρίστηκε ως ύποπτος συνεργασίας με τους Άγγλους και ανατράπηκε, 264 μειοψηφούντες συντηρητικοί με επικεφαλής τον Αντουάν Μπαρνάβ (Antoine Barnave), των οποίων οι επιδιώξεις σταματούσαν στην εγκαθίδρυση μιας συνταγματικής μοναρχίας, αποχώρησαν από την Λέσχη των Ιακωβίνων (που τότε ακόμη λεγόταν «Εταιρεία των Φίλων του Συντάγματος»), εξέδωσαν στις 16 Ιουλίου 1791 μία μπροσούρα με τις πολιτικές θέσεις τους και προχώ-

ρησαν στην ίδρυση της αντιδραστικής «Λέσχης των Feuillants» («Club des Feuillants»), έδρα συνεδριάσεων της οποίας ήταν το πρώην μοναστήρι του ομώνυμου τάγματος στην Rue Saint – Honore. Μετά την κατάργηση της μοναρχίας, η Λέσχη χαρακτηρίστηκε «μοναρχική» και τον Αύγουστο του 1792 συνελήφθησαν 841 μέλη της με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, ο δε Μπαρνάβ καρατομήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 1793.

Προτού αποχωρήσουν οι συντηρητικοί, προώθησαν διάφορες θέσεις τους που λανθασμένα αποδίδονται από κάποιους στους κανονικούς Ιακωβίνους. Τρανταχτή περίπτωση είναι εκείνη του εκ των ιδρυτών Λε Σαπελιέ (καρατομήθηκε στις 22 Απριλίου 1794 ως μοναρχικός), που λίγο πριν την διάσπαση του 1791 απέσπασε την ψήφο της Εθνοσυνέλευσης, μετά από δική του εισήγηση, για διάλυση όλων των συντεχνιών και των εργατικών ενώσεων και απαγόρευση των απεργιών. Ήταν ο περιβόητος «Νόμος Λε Σαπελιέ» («Loi Le Chapelier») που τέθηκε σε ισχύ στις 14 Ιουνίου 1791 και κράτησε στην Γαλλία επί 73 χρόνια κάθε συνδικαλιστική δραστηριότητα στην παρανομία (μέχρι το έτος 1864).

Ο κόκκινος σκούφος της απελευθέρωσης πάνω στο «φάτσιο» της ενότητας της Δημοκρατίας, κυρίαρχα σύμβολα στις διεθνείς Λέσχες των Ιακωβίνων. Η σημαία της ιακωβινικής Repubblica Cisalpina στην βόρεια Ιταλία.

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΙΝΙΣΜΟΥ

Επηρεασμένοι από τις ιδέες των Τζων Λοκ (John Locke) και Ζαν – Ζακ Ρουσώ (Jean – Jacques Rousseau) περί «Κοινωνικού Συμβολαίου» και με έντονο θαυμασμό για την αρχαία Σπάρτη («η Σπάρτη φέγγει σαν μία λάμψη αστραπής μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι», είπε ο Ροβεσπιέρος σε ομιλία του στην Εθνοσυνέλευση, στις 18 Φλορεάλ του έτους 2) και την Ρώμη του καιρού της Δημοκρατίας, οι Ιακωβίνοι όριζαν ως πρώτες πολιτικές αρετές την εργασία υπέρ του γενικού καλού και την αγάπη τόσο για την πατρίδα γη, δηλαδή τον Πατριωτισμό, όσο και για το έθνος (μία ιδέα που ξέθαψαν κυριολεκτικά και ανέδειξαν μετά από αιώνες εξαφάνισής της σε ολόκληρη την Ευρώπη, λόγω της επικράτησης του ανεθνικού Χριστιανισμού). Γι’ αυτούς, ο επαναστάτης πολίτης πρέπει να διαμορφώνεται μέσα από μία Παιδεία και μία Θρησκεία, που και οι δύο να διέπονται από λογικότητα και προσανατολισμό προς τον ίδιον τον άνθρωπο με σκοπό την ευτυχία του: «για να δει επιτέλους η Ευρώπη ότι δεν θα επιτρέψουμε την δυστυχία έστω κι ενός ανθρώπου σε γαλλικό έδαφος!… Η ευτυχία είναι μία εντελώς νέα ιδέα στην Ευρώπη», φωνάζει ο Σαιν Ζυστ στην αναφορά του της 8ης Βεντόζ του έτους 2.

Η Παιδεία των Ιακωβίνων νοείτο ως γενική και ισότιμη για όλον τον λαό, ως το πρώτο και κύριο όργανο για την δημιουργία της συλλογικής «λαϊκής συνείδησης», η οποία με την σειρά της κρινόταν ως η απαραίτητη προϋπόθεση για ένα δημοκρατικό καθεστώς: «οι επόμενες γενεές ανήκουν στην πατρίδα» κατά την διατύπωση του Rabaut Saint-Etienne (κατά τον Ροβεσπιέρο επίσης «η πατρίδα δικαιούται να εκπαιδεύει τα παιδιά της, δεν μπορεί η παιδεία να επαφίεται στην οικογενειακή υπερηφάνεια ή στις προκαταλήψεις των ατόμων, στο αιώνιο κανάκεμα των αριστοκρατών και την αντιδημοκρατικότητα των γονέων, που στενεύουν τους ορίζοντες της ψυχής, κρατώντας την απομονωμένη», ενώ κατά τον Νταντόν «τα παιδιά ανήκουν πρώτα στην Δημοκρατία και μετά στους γονείς τους. Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι αξιόλογα παιδιά, εξαιτίας του εγωϊσμού των γονέων τους, δεν θα καταλήξουν εχθροί της Δημοκρατίας; …Το δημοκρατικό γάλα τα παιδιά μας θα πρέπει να το να πιούν μόνο από τα εθνικά σχολεία… Όπως η Δημοκρατία είναι μία και αδιαίρετη, έτσι και η δημόσια παιδεία θα πρέπει να είναι θεμελιωμένη επάνω σε αυτήν την ενότητα», ομιλία της 22 Φριμαίρ του έτους 2, όπως έχει διασωθεί στο «Moniteur», xviii 654).

Σκοπός της Δημοκρατίας κατά τους Ιακωβίνους ήταν η πολιτική υλοποίηση όλων των ανώτερων ιδεών (για «να εκπληρωθούν οι επιθυμίες της Φύσης, να πραγματωθεί ο προορισμός της ανθρωπότητας και να υλοποιηθούν οι υποσχέσεις της Φιλοσοφίας» κάνει λόγο ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος, στην αναφορά του προς την Εθνοσυνέλευση στις 5 Φεβρουαρίου 1794) καθώς επίσης και η δημιουργία ενός καινούργιου τύπου («αναγεννημένου») ανθρώπου, ικανού να διαχειρίζεται τα πρωτόγνωρα για την ανθρωπότητα του 18ου αιώνα δώρα της Ισονομίας και Ελευθερίας: «Όποιος επιθυμεί να ξαναδώσει στους ανθρώπους την ελευθερία τους είναι αναγκασμένος να τους αναπλάσει, αφού οι παλαιές προκαταλήψεις πρέπει να καταστραφούν, οι παλαιές συνήθειες να αλλάξουν, οι διεφθαρμένες προσκολλήσεις να καθαριστούν, οι υπερφίαλες απαιτήσεις να περιοριστούν και οι μανιώδεις αθλιότητες να σβήσουν» τόνιζε ο Μπιγιώ Βαρέν (Billaud – Varennes) στην αναφορά του στην Εθνοσυνέλευση επάνω στην θεωρία της Επαναστατικής Κυβέρνησης στις 20 Απριλίου 1794. Στα πλαίσια αυτής ακριβώς της δημιουργίας ενός νέου τύπου ανθρώπου, ήταν αυτονόητο ότι τεράστια προσπάθεια έπρεπε να γίνει όχι μόνον για την επιστροφή της πολιτικής διάστασης του ανθρώπου αλλά επίσης και για την εκγύμναση των «πολιτών» στην συμμετοχή: «τιμωρητέοι είναι όχι μόνον οι προδότες, αλλά και όσοι μένουν αδιάφοροι, στην Δημοκρατία τιμωρητέοι είναι όλοι όσοι είναι παθητικοί και δεν κάνουν τίποτε για να την βοηθήσουν» είχε δηλώσει ο Σαιν Ζυστ (Saint – Just) στην αναφορά του της 20ης Οκτωβρίου 1793.

Η συνταγματικότητα της δημόσιας ζωής καθοριζόταν από τα οριζόμενα στην 2η «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» («Declaration des Droits de l‘ Homme et du Citoyen»), της οποίας η ψήφιση ολοκληρώθηκε το 1793, με εμφανέστατη την επίδραση του Ιακωβινισμού. Τα δικαιώματα της διακήρυξης, τα οποία χαρακτηρίζονταν θεμελιώδη, πανανθρώπινα, διατοπικά, διαχρονικά και αναπαλλοτρίωτα, αφορούσαν βεβαίως το πολιτικό σώμα ως σύνολο («πολιτικά δικαιώματα» με βάση την ισονομία των πολιτών και την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας) και όχι το μεμονωμένο άτομο, όπως στις ημέρες μας τα έχει πονηρά υποβιβάσει (ως «ατομικά δικαιώματα») ο κυρίαρχος συνδυασμός Καπιταλισμού – Ιουδαιοχριστιανισμού: «Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται και παραμένουν ελεύθεροι και ίσοι ως προς τα δικαιώματά τους. Οι κοινωνικές διακρίσεις («σύμφωνα με τις αρετές και τις ικανότητές του καθενός», αποσαφηνίζεται αλλού, στο άρθρο 6 της 1ης Διακήρυξης του 1789) δικαιολογούνται μόνον με βάση το γενικό καλό».

Στον οικονομικό τομέα οι Ιακωβίνοι κατήγγειλαν τον υπερβολικό πλουτισμό των ολίγων πλουτοκρατών και ζητούσαν μία ισότητα δικαιωμάτων και ευδαιμονίας μέσα από την γενίκευση της ιδιοκτησίας επάνω στην αρχή που εξέφρασε ο Ροβεσπιέρος ότι η ιδιοκτησία του κάθε πολίτη δεν θα πρέπει να είναι επιζήμια για τους άλλους, για την ελευθερία τους, την ασφάλειά τους και την δική τους ιδιοκτησία. Καθώς η Λέσχη εξελισσόταν ολοένα και περισσότερο σε αρχηγείο του Γαλλικού Δημοκρατισμού και της επαναστατικής καθαρότητας, έχοντας απέναντί της αρκετούς μηχανισμούς απατεώνων, κερδοσκόπων και μαυραγορητών, εγκατέλειπε σταδιακά τις αρχικές φιλελεύθερες («laissez faire») οικονομικές θέσεις της και υιοθέτησε τελικά τον οικονομικό παρεμβατισμό.

Με στόχο πάντοτε την ιερή γι’ αυτούς ευτυχία του συνόλου («μιλήσαμε για ευτυχία. Η ευτυχία όμως που σας προσφέρουμε δεν είναι η ευτυχία της Περσέπολης. Είναι η ευτυχία της Σπάρτης ή της Αθήνας στις καλύτερες ημέρες τους, είναι η ευτυχία της Αρετής, η ευτυχία της άνεσης και του μέτρου, η ευτυχία που πηγάζει από την ικανοποίηση των αναγκών, όχι από την ματαιοδοξία», λέει ο Σαιν Ζυστ, στις 23 Βεντόζ του έτους 2), οι Ιακωβίνοι κατάργησαν τα χρέη προς τους φεουδάρχες, διευκόλυναν με δάνεια τους αγρότες να αγοράσουν τα εθνικά αλλά και τα κατασχεμένα από την Εκκλησία κτήματα (με την πεποίθηση ότι όλοι οι πολίτες δικαιούνται να κατέχουν ένα κομμάτι γης στην δημοκρατική πατρίδα), περιόρισαν τα κληρονομικά δικαιώματα, εγγυήθηκαν το δικαίωμα όλων για μία αξιοπρεπή διαβίωση, κτύπησαν την χρηματο-οικονομική εκμετάλλευση («οι κερδοσκοπικές εταιρείες κάθε είδους απαγορεύονται. Απαγορεύεται σε όλους τους τραπεζίτες και εμπορικούς αντιπροσώπους να συστήσουν τέτοιες εταιρείες οποιασδήποτε μορφή και με οποιαδήποτε δικαιολογία» όριζε ο νόμος της 29ης Ζερμινάλ του έτους 2), καθόρισαν ανώτατη τιμή για το ψωμί, κατεδίωξαν την αισχροκέρδεια, έδωσαν γη στις κοινότητες, και με διατάγματα («decrets de ventose», Φεβρουάριος και Μάρτιος 1794) που εισηγήθηκε ο Σαιν Ζυστ και διένειμαν στους φτωχούς τα δημευθέντα αγαθά των εχθρών της Επανάστασης («να ενισχυθούν οι αναξιοπαθούντες από τους εχθρούς της Επανάστασης»).

Ο ΙΑΚΩΒΙΝΙΣΜΟΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

«Οι Ιακωβίνοι γεννιούνται πάντα στο τέλος της υπομονής» (Ρούσσος Βρανάς)

Έχοντας προσεταιρισθεί πολιτικά τους πολυπληθείς επαναστάτες των λαϊκών στρωμάτων, τους λεγόμενους «Αβράκωτους» («Sans – culottes»), οι Ιακωβίνοι συνετέλεσαν στην ανακήρυξη της Δημοκρατίας, την καταδίκη του βασιλιά Λουδοβίκου σε θάνατο, την ολοκλήρωση της καταστροφή του λεγόμενου «Παλαιού Καθεστώτος» και την επιτυχημένη στρατιωτική άμυνα της Γαλλίας απέναντι στην ενωμένη ευρωπαϊκή αντίδραση («Ζούμε για να σώσουμε την πατρίδα μας» είχε δηλώσει στην «Λέσχη» ο ίδιος ο Ροβεσπιέρος στις 7 Αυγούστου 1793), καθώς επίσης και στην σύνταξη και ψήφιση του ριζοσπαστικού δημοκρατικού Συντάγματος του Αυγούστου 1793. Απέναντι στο τελευταίο στάθηκαν με εξαιρετική εχθρότητα τόσο οι πλούσιοι, που φυσικά δεν επιθυμούσαν την πολιτική ισότητα, όσο και οι ακροαριστεροί, που ήθελαν την άμεση ανατροπή των σχέσεων ιδιοκτησίας και γι’ αυτό είχαν καταδιωχθεί με το διάταγμα της 18ης Μαρτίου 1793 της Συμβατικής Εθνοσυνέλευσης, το οποίο προέβλεπε ποινή θανάτου για όσους καλούσαν σε ανατροπή των υπαρχουσών μορφών ιδιοκτησίας.

Οι Ιακωβίνοι ανατράπηκαν τελικά τον Ιούλιο του 1794 (στις 27 με 28 Ιουλίου 1794, ή 9 -10 Θερμιδώρ του δημοκρατικού έτους 2) μαζί με τον ηγέτη τους Ροβεσπιέρο, του οποίου τις απόψεις για μία «Δημοκρατία της Αρετής» είχαν υιοθετήσει ως πολιτικές τους θέσεις:

«Η δική μας Επανάσταση είναι η πρώτη στην Ιστορία που θεμελιώθηκε επάνω στην θεωρία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και επάνω το ιδανικό της Δικαιοσύνης. Οι προγενέστερες επαναστάσεις δεν απέβλεπαν κατά κανόνα σε τίποτε περισσότερο από την ανθρώπινη φιλοδοξία. Η δική μας όμως εισάγει την Αρετή. Η άγνοια και η φιλαρχία αφομοίωσαν τις άλλες σε έναν νέο δεσποτισμό. Η δική μας, επειδή αναδύεται από την Δικαιοσύνη, ξεχωρίζει. Η Δημοκρατία μας, οδηγημένη ακούσια από την δύναμη των συνθηκών, αλλά και θεληματικά από τον συνεχή αγώνα των εραστών της Ελευθερίας ενάντια σε διαρκώς αναδυόμενες συνωμοσίες, έχει συρθεί, για να το πώ έτσι, μέσα από τις πιο απίθανες παραταξιακές συγκρούσεις… και έχει κυνηγηθεί αμείλικτα από την πρώτη στιγμή που αυτή γεννήθηκε, όπως έχουν άλλωστε κυνηγηθεί και οι άνδρες της καλής πίστης που πολέμησαν υπέρ αυτής».

Η ανατροπή ήταν το αποτέλεσμα μιας ευρείας συνωμοσίας πολλών συντηρητικών ή απατεώνων βουλευτών, των λεγόμενων «Θερμοδωριανών». Αυτοί, με τα συνθήματα «γαλήνη», «κατάργηση της τυραννίας», «εγγύηση της ιδιοκτησίας και της τάξης» και άλλα ανάλογα, έφεραν στη εξουσία το πενταμελές λεγόμενο «Διευθυντήριο» και κατάργησαν όλους σχεδόν τους κοινωνικούς νόμους, προετοιμάζοντας το έδαφος για την μετέπειτα άνοδο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΙΝΙΣΜΟΥ

Με την πτώση και καρατόμηση των αρχηγών τους τον Ιούλιο του 1794, κλείστηκαν με την βία όλες οι λέσχες των Ιακωβίνων (η παρισινή κεντρική Λέσχη σφραγίστηκε στις 11 Νοεμβρίου 1794 ή 21 Μπρυμαίρ του έτους 3), οι οποίοι υποχρεώθηκαν έκτοτε να περάσουν στην παρανομία. Στα ταραχώδη χρόνια της δράσης τους (1788 – 1794) γεννήθηκαν καινούργιες τάσεις βαθιών κοινωνικών αλλαγών, δόθηκε το πρώτο ιστορικό παράδειγμα επαναστατικής δικτατορίας της μεταχριστιανικής εποχής και προκλήθηκε η πρώτη εμφάνιση του Σοσιαλισμού, με την επαναστατική οργάνωση της «Ένωσης των Δικαίων» του Μπαμπέφ.

Οι Ιακωβίνοι καταδιώχθηκαν απηνώς και προς πλήρη εξόντωσή τους ιδρύθηκε από την αντίδραση η εξτρεμιστική οργάνωση «Jeunesse Doree», ενώ το κόμμα των „Ορεινών“ που αποτελούσε τον βουλευτικό βραχίονά τους διαλύθηκε οριστικά στα τέλη του Μαϊου 1795 μετά από την εξέγερση της 1ης Πραιριάλ του έτους 3 (20 Μαϊου 1795), όταν έγινε από τον εξαγριωμένο λαό η αιματηρή κατάληψη του κτιρίου της «Εθνοσυνέλευσης». Τότε, δεκατέσσερις «Ορεινοί» βουλευτές (Charles-Gilbert Romme, Pierre Bourbotte, Jean-Michel Duroy, Ernest Dominique François Joseph Duquesnoy, Jean-Marie Claude Alexandre Goujon, Prieur de la Marne, Pierre-Aimable de Soubrany, Antoine Louis Albitte, Jean Peyssard, Lecarpentier de la Manche, Jacques Pinet, Jean Borie, Joseph-Pierre-Marie Fayau και Philippe Jacques Ruhl) τοποθετήθηκαν υπέρ των καταληψιών, με αποτέλεσμα να συλληφθούν με εντολή του «Διευθυντηρίου» με την κατηγορία της «συνωμοσίας». Μετά από μερικές ημέρες, στις 17 Ιουνίου 1795 (29η Πραιριάλ του έτους 3) έξι από αυτούς καταδικάστηκαν σε θάνατο, ενώ ήδη είχαν προηγηθεί μαζικές συλλήψεις χιλιάδων «Αβράκωτων» και τριάντα ακόμη «Ορεινών» βουλευτών, με αποτέλεσμα η παράταξη να διαλυθεί οριστικά.

Οι τελευταίοι Ιακωβίνοι συσπειρώθηκαν στις 25 Νοεμβρίου 1795 γύρω από την βραχύβια «Λέσχη του Πανθέου» του Φίλιππου Μιχαήλ Μπουοναρόττι (Filippo Giuseppe Maria Ludovico Buonarrotti, 1761 – 1837) μέχρι τουλάχιστον τον Φεβρουάριο του 1796, οπότε ο Ναπολέων την διέλυσε κατ’ εντολή του περιβόητου «Διευθυντηρίου» (η οργάνωση είχε πάρει το όνομά της από την πλατεία όπου πραγματοποιούσε τις συγκεντρώσεις της και στις αρχές του 1796 αριθμούσε 17.000 μέλη, μερικά από τα οποία ήσαν και μέλη της φρουράς του Παρισιού).

Οι αδιάλλακτοι από αυτούς, προσχώρησαν στην μυστική επαναστατική οργάνωση (που αποτελούσε ουσιαστικά τον παράνομο βραχίονα της πρώην «Λέσχης του Πανθέου», με σκοπό την προετοιμασία εξέγερσης προς ανατροπή του «Διευθυντηρίου» και κατάργηση του αντιδημοκρατικού Συντάγματος του 1795) «Ένωση των Δικαίων» ή «Εταιρεία των Ίσων» των Μπαμπέφ – Μπουοναρόττι – Νταρτέ και μετά την σύλληψη των τελευταίων (Μάϊος 1796), περίπου 1000 από αυτούς επιχείρησαν ανεπιτυχώς στις 7 Σεπτεμβρίου στην Γκρενέλ να παρασύρουν σε στάση τα δυσαρεστημένα από το «Διευθυντήριο» στρατεύματα. Ο Μπουοναρόττι, που καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά, αλλά τελικά απολύθηκε το 1807 μετά από 13 χρόνια φυλάκισης, θα γράψει: «Οι εναλλαγές στην τύχη της Συμβατικής κατέδειξαν πως ο λαός, οι αντιλήψεις του οποίου έχουν διαμορφωθεί μέσα στο σύστημα της κοινωνικής αδικίας και του δεσποτισμού, δεν είναι ακόμα ικανός να επιβάλει μέσω των εκλογών ανθρώπους που μπορούν να οδηγήσουν την Επανάσταση μέχρι το τέλος. Αυτό το δύσκολο καθήκον μπορούν να το πραγματοποιήσουν μόνο άνθρωποι θαρραλέοι και με διαμορφωμένη συνείδηση, άνθρωποι έξυπνοι και απόλυτα αφοσιωμένοι στον λαό και την ανθρωπότητα».

Τον Ιούλιο του 1799 έγινε προσπάθεια ανασύστασης της Λέσχης των Ιακωβίνων με την ίδρυση της «Επανένωσης των φίλων της ισότητας και της ελευθερίας» («Reunion d’amis de l’egalite et de la liberte») ή «Λέσχη της Manege» («Club du Manege») με συμμετοχή περίπου 250 μελών. Η Λέσχη εξέδωσε την εφημερίδα «Journal des Libres», διεκδίκησε την αποθέωση του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου και του Γράκχου Μπαμπέφ και συνθηματολόγησε κατά του Διευθυντηρίου, το οποίο κατήγγειλε ως «πενταρχική βασιλεία», ωστόσο δέχθηκε την βίαιη επίθεση του Διευθυντηρίου και των υπόλοιπων αντιδραστικών. Το τελικό κτύπημα στους Ιακωβίνους της Γαλλίας ήλθε όταν το 1799 ο Ναπολέων Βοναπάρτης ανέλαβε «Πρώτος Ύπατος» μετά από το πραξικόπημα της 18ης Μπρυμαίρ και, παρά το γεγονός ότι οι Ιακωβίνοι τον είχαν υποστηρίξει απέναντι στο Διευθυντήριο, δρομολόγησε την πλήρη εξουδετέρωση και των δύο πολιτικών άκρων που θα εμπόδιζαν την σχεδιασμένη «αυτοκρατοροποίησή» του, δηλαδή των μοναρχικών από την μία και των αριστερών δημοκρατών Ιακωβίνων από την άλλη. Στις 15 Δεκεμβρίου 1799 ο Βοναπάρτης κήρυξε αυθαίρετα το «τέλος της Επανάστασης» και προχώρησε σε καταστολή ή αφομοίωση όλων των Ιακωβίνων, των οποίων όμως οι ιδέες και οι αρχές συνέχισαν για πολύ καιρό ακόμα να εμπνέουν τα ριζοσπαστικά στοιχεία της Ευρώπης.

Καθώς οι Ιακωβίνοι κατείχαν ακόμα ισχυρές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό και επιπροσθέτως είχαν μεγάλη απήχηση στον απλό λαό, η καταστολή τους υπήρξε ταχεία και σκληρή: 55 βουλευτές συνελήφθησαν δίχως να υπάρχει καμία απολύτως κατηγορία εναντίον τους και στην συνέχεια οι 19 κλείστηκαν στις φυλακές και οι 36 εξορίστηκαν. Ακολούθησε λίγες ημέρες αργότερα ένα δεύτερο κύμα καταστολής από τον άθλιο Ιωσήφ Φουσέ, πρώην εξτρεμιστή Ιακωβίνο, πρωταγωνιστή της εποχής του «Τρόμου», προσωπικό εχθρό του Ροβεσπιέρου, πρωτοστάτη της συνωμοσίας των «Θερμιδωριανών» και μέλλοντα αρχηγό της Εθνικής Ασφαλείας του Βοναπάρτη, ενώ η αυστηρότατη λογοκρισία στον Τύπο και η απαγόρευση κάθε πολιτικής συζήτησης αφαιρούσε από τους αμετανόητους την ελάχιστη έστω δυνατότητα άρθρωσης κάποιας οργανωμένης αντιστασιακής φωνής ενάντια στην τυραννία.

Ο ΕΚΤΟΣ ΓΑΛΛΙΑΣ ΙΑΚΩΒΙΝΙΣΜΟΣ

«Λέσχες» Ιακωβίνων ιδρύθησαν και έδρασαν και εκτός Γαλλίας, προκαλώντας σημαντικές αναστατώσεις στις κοινωνίες των διαφόρων χωρών, σε πολλές από αυτές μάλιστα (λ.χ. Ιταλία, Επτάνησα, κ.α.) συνέχισαν να δρουν για μερικά ακόμα χρόνια μετά την θερμιδωριανή αντίδραση, υπό την κάλυψη μιας γενικώς ειπείν «γαλλοφιλίας». Ισχυρό ιακωβινικό ρεύμα εκδηλώθηκε και στις γερμανικές χώρες, την Ουγγαρία, την Τσεχία, την Κροατία κ.α., στο δε Μάϊντς (Mainz), το οποίο μάλιστα κατελήφθη στις 21 Οκτωβρίου 1792 από τους Γάλλους, ιδρύθηκε η βραχύβια «Δημοκρατία του Μάϊντς» από τους εκεί δραστήριους Ιακωβίνους της λέσχης των «Φίλων της Ελευθερίας και της Ισότητας» («Freunde der Freiheit und Gleichheit»). Ενώ όμως τον Ιούλιο του επόμενου έτους οι ηγέτες τους Γιόχαν Γκέοργκ Φόρστερ (Johann Georg Adam Forster, 1754 – 1794, εκδότης της εφημερίδας «Der Volksfreund», «Ο Φίλος του Λαού») και Αδάμ Λουξ (Adam Lux, 1765 – 1793) βρίσκονταν στο Παρίσι για να μεθοδεύσουν την ενσωμάτωση της Δημοκρατίας τους στην μεγάλη Γαλλική, το Μάϊντς πολιορκήθηκε, καταλήφθηκε από τους Πρώσους και τους Αυστριακούς, οι ηγέτες των Ιακωβίνων κηρύχθηκαν «εκτός νόμου» και δημοσιεύθηκε επικήρυξη για τα κεφάλια τους (μη μπορώντας να επιστρέψει στην πατρίδα του, ο Φόρστερ πέθανε τελικά από ασθένεια σε μια σοφίτα στην Rue des Moulins του Παρισιού τον Ιανουάριο του 1794).

Οι Ιακωβίνοι οργανώθηκαν ακόμη και στην καρδιά της μοναρχικής και χριστιανικής αντίδρασης, στην Αυστρο-ουγγαρία, όπου βασίλευε ο σχεδόν παρανοϊκός και θρησκόληπτος «Άγιος Ρωμαίος Αυτοκράτορας» («Heiliger Romischer Kaiser»,1792 – 1806) και μετέπειτα αυτοκράτορας της Αυστρίας (1804 – 1835) Φραγκίσκος Ιωσήφ Κάρολος ο Β, περιβόητος για το δίκτυο των χαφιέδων που είχε απλώσει παντού στην επικράτειά του. Στις 23 Ιουλίου 1794 συνελήφθη ο Σέρβος ηγέτης των Ιακωβίνων της Ουγγαρίας Μαρτίνοβιτς (Ignjat Martinovic, 1755 – 1795, πρώην φραντσισκανός μοναχός), ιδρυτής της «Εταιρείας των Μεταρρυθμιστών» και της «Εταιρείας της Ελευθερίας και της Ισότητας», που αποσκοπούσαν στην κοινωνική επανάσταση και την εγκαθίδρυση ομόσπονδης Ουγγρικής Δημοκρατίας και μαζί με τέσσερις ακόμη συντρόφους του (Josip Haynoczy, Ivan Lackovic, Franjo Szentmariaji και Count Szigraj) θα εκτελεσθεί στην Βουδαπέστη στις 20 Μαϊου 1795. Στις 24 Ιουλίου 1794, είχε ήδη συλληφθεί και απαγχονισθεί στις 8 Ιανουαρίου 1795 στην Βιέννη ο γεννημένος στην Πράγα στρατιωτικός Φραντς Χέμπενστραϊτ (Franz Hebenstreit von Streitenfeld, 1747 – 1795), δραστήριος ελευθεροτέκτονας και Ιακωβίνος.

Οι Ιακωβίνοι της Ιταλίας, με ισχυρότερες λέσχες στην Νάπολη (όπου από τις 23 Ιανουαρίου 1799 μέχρι τις 13 Ιουνίου 1799 είχε ανακηρυχθεί η «Παρθενόπια Δημοκρατία», «Repubblica Partenopea», με αναφορά στο όνομα –Παρθενόπη- που είχαν δώσει στην πόλη κατά την αρχαιότητα οι πρώτοι Έλληνες άποικοι), το Τορίνο, την Ρώμη, το Παλέρμο και την Μπολώνια, προσπάθησαν να δράσουν υπό τον μανδύα της «γαλλοφιλίας» κατά την διάρκεια ιδίως της λεγόμενης «τριετίας» («triennio»), κατά την οποία κυριαρχούσε στην χώρα ο γαλλικός στρατός (1796 – 1799), με στόχους κυρίως αντικληρικαλιστικούς και αντιμοναρχικούς, που προεκτείνονταν στην προοπτική της ιταλικής εθνικής ενοποίησης που πέτυχε αργότερα ο Γκαριμπάλντι (βλ. Cantimori, 1943). Παρά το ότι ο αγώνας των ριζοσπαστών κατά κανόνα προδινόταν από την υπό το αντιδραστικό «Διευθυντήριο» επίσημη Γαλλία, οι Ιταλοί Ιακωβίνοι έδειξαν θαυμαστή αποφασιστικότητα και γενναιότητα τόσο στο επίπεδο της γραπτής και προφορικής προπαγάνδας, όσο και, όποτε απαιτήθηκε, στο επίπεδο της ένοπλης πάλης και από ένα σημείο και μετά προσπάθησαν να ξεφύγουν από τον έλεγχο του αντιδραστικού Παρισιού και να διεξάγουν αυτόνομα τον αγώνα τους, αν και φάνηκαν πολύ διστακτικοί να απαντήσουν με την πρέπουσα βία στην βία των χριστιανομοναρχικών αντιπάλων τους (ενδεικτικό είναι ότι στην διάρκεια των 5 μηνών ζωής της «Παρθενόπιας Δημοκρατίας» της Νάπολης – «Repubblica Partenopea», 23 Ιανουαρίου 1799 – 13 Ιουνίου 1799, η οποία πνίγηκε στο αίμα από τον στρατό του Φερδινάνδου, εκτελέστηκαν μόνον 2 μοναρχικοί!).

Τους Ιακωβίνους της Ιταλίας αποτελούσαν κατά κανόνα ιδεολόγοι, καλλιεργημένοι, αλτρουϊστές, ευαίσθητοι και ανθρωπιστές αγωνιστές, κυρίως προερχόμενοι από την μεσαία τάξη, οι οποίοι ατύχησαν όμως ως προς το ανθρώπινο περιβάλλον στο οποίο η απαίτηση της Ιστορίας τούς κάλεσε να αγωνισθούν: η πλειοψηφία του απλού λαού ήταν αντιδραστική, θρησκόληπτη και φιλομοναρχική («viva viva ‚u papa santo, c’ha mannato i cannuncini, pe scaccia li giacubini!», «ζήτω, ζήτω ο άγιος πάπας, που μας έστειλε κανόνια, τους Ιακωβίνους για να διώξουμε!», τραγουδούσε ο όχλος των «lazzaroni», δηλαδή «πάμφτωχων», όταν εκείνοι που είχαν αγωνισθεί για το καλό τους θανατώνονταν από τους οπαδούς του πάπα και τους μοναρχικούς με δημόσιους απαγχονισμούς).

Εξέχουσες μορφές του ιταλικού Ιακωβινισμού υπήρξαν ο «ναπολιτάνος Σαιν Ζυστ» Βιτσέντζος Ρούσο (Vincenzo Russo, 1770 – 1799), που τον έπιασαν οι μοναρχικοί του «Στρατού της Αγίας Πίστης» αιχμάλωτο στην μάχη της Ponte della Maddalena έξω από την Νάπολη και τον απαγχόνισαν στις 19 Νοεμβρίου 1799 και ο δικηγόρος και φιλόσοφος Μάριο Παγκάνο (Francesco Mario Pagano, 1748 – 1799), τον οποίο έπιασαν στον τελευταίο θύλακα των αντιστεκομένων δημοκρατικών στο Castel Nuovo και τον απαγχόνισαν στην Νάπολη στις 29 Οκτωβρίου 1799 μαζί με τον ιατρό Ντομένικο Κιρίλο (Domenico Cirillo, 1739 – 1799), τον Γεώργιο Πιλιατσέλι (George Pigliacelli) και τον ποιητή Ιγνάτιο Κιάϊα (Ignazio Ciaia, 1766 – 1799). Διαφωτιστικά για την θεωρία και πράξη του ιταλικού Ιακωβινισμού υπήρξαν τα κείμενα των ιδίων των στελεχών του, τα οποία εξέδωσε σε τρεις τόμους ο φλωρεντιανός «ιστορικός των αιρετικών και των Ιακωβίνων» Delio Cantimori (1904 – 1966).

Ο Ιακωβινισμός ανέπτυξε δράση και στην νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου το 1794 στο Ζάγκρεμπ είχε δει το φως της δημοσιότητας ένα ανώνυμο «ιακωβίνικο και φιλο-γαλλικό» ποίημα που έκανε ανοικτή επίθεση κατά της Εκκλησίας και των αριστοκρατών (Goldstein – Jovanovic σελ. 56). Ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης έχει γράψει σχετικά: «Ήδη το 1794 μαρτυρείται στην Κωνσταντινούπολη η ύπαρξη μίας “λαϊκής λέσχης”, που ζήτησε και έγινε δεκτή ως παράρτημα της “Εταιρείας των Ιακωβίνων”. Στα Επτάνησα υπήρχαν Ιακωβίνοι οργανωμένοι σε συλλόγους, τα “Ιακωβινεία”, αρκετά πριν την άφιξη του στρατηγού Gentili το 1797. Οι Ιακωβίνοι της Ζακύνθου πρωταγωνιστούσαν σε επαναστατικές εκδηλώσεις “σχεδιάζοντες πολλά περί πλούτου, ιδιοκτησίας, διατηρήσεως των ελευθεριών του λαού, αρχαίας δόξης και Θρησκείας”, ενώ στην Κεφαλονιά το “Ιακωβινείον” αποτελούσε χώρο συζητήσεων για την ανασύσταση των Ολυμπιακών Αγώνων, την κατάργηση της χριστιανικής Θρησκείας και την επάνοδο στην προγονική λατρεία των Ολυμπίων Θεών. Στην Κέρκυρα, η Πατριωτική Εταιρεία είχε σκοπό “να χειραγωγήσει τους πολίτας εις τα πρώτα της ελευθερίας βήματα”…» (σελ. 56).

Επτανήσιος Ιακωβίνος

Όντως, η διάλυση του κράτους της Βενετίας με την συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο (Campo – Formio, 17 Οκτωβρίου 1797) το 1797, είχε επιτρέψει υπό γαλλική πλέον κυριαρχία να οργανωθούν στα έως τότε ενετοκρατούμενα Επτάνησα και να αναπτύξουν έντονη δράση αρκετές ριζοσπαστικές οργανώσεις με κύριο στόχο την όσο το δυνατόν ευρύτερη διάδοση των δημοκρατικών ιδεών. Πιο δραστήριοι από όλους τους ριζοσπάστες υπήρξαν οι Ιακωβίνοι («Γεροντίνοι» στα επτανησιακά), που ίδρυσαν το 1798 ισχυρές πολιτικές «Λέσχες» («Ιακωβινεία») στην Κέρκυρα και στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς («Συνταγματικός Σύλλογος Αργοστολίου»). Ενώ υπό την επιρροή των γαλλικών δημοκρατικών αξιών, που επεδίωκαν την κατάλυση της ολιγαρχίας και την χορήγηση ελευθερίας και ισότητας σε όλον τον λαό, όλα τα Επτάνησα στρέφονταν προς αναβάθμιση του πνευματικού επιπέδου του λαού με ίδρυση σχολείων, τυπογραφείων και βιβλιοθηκών με την δημευθείσα περιουσία της Εκκλησίας, τα Ιακωβινεία προσπαθούσαν επιπροσθέτως να πετύχουν μια σειρά από πολύ ριζοσπαστικές αλλαγές, όπως λ.χ. ανακατανομή της γης, διαγραφή των χρεών, κατάτμηση του κάθε νησιού σε πολλές αυτόνομες περιοχές, απαγόρευση του Χριστιανισμού και επαναφορά της πολυθεϊστικής Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας, καθώς και των Ολυμπιακών Αγώνων, έναν αιώνα πριν το προτείνουν ξανά και το πετύχουν, δίχως όμως θρησκευτική σημασία, οι Δημήτριος Βικέλας και βαρώνος Πιερ ντε Κουμπερτέν.

Ενδεικτικές εικόνες του κλίματος που δημιούργησε η άφιξη των Γάλλων στα Επτάνησα ήταν το ρίξιμο στην πυρά τόσο στην Κέρκυρα όσο και στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς του «Χρυσού Βιβλίου» («Libro d’ Oro») των ευγενών, καθώς και των συμβόλων και παρασήμων τους, την ίδια ώρα που ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης Άννινος υποχρεωνόταν να ευλογήσει το ιακωβίνικο «Δέντρο της Ελευθερίας» και σχηματιζόταν η «προσωρινή δημοκρατική κυβέρνηση» (Ιούλιος 1797, σε λίγο βέβαια στην Κέρκυρα, οι οργισμένοι ευγενείς επέδραμαν την νύκτα, έκοψαν το «Δένδρο της Ελευθερίας» και κατέστρεψαν τα εμβλήματα της Δημοκρατίας).

Η επτανησιακή πνευματική και πολιτική άνοιξη υπήρξε όμως πολύ σύντομη, καθώς τερματίστηκε βίαια από το φθινόπωρο της επόμενης χρονιάς (1798) μέχρι τις αρχές της άνοιξης της μεθεπομένης (1799), έπειτα από συντονισμένες αντιγαλλικές εξεγέρσεις του θρησκόληπτου λαού οργανωμένες από την Ορθόδοξη Εκκλησία, συν την στρατιωτική επίθεση των Ρώσων του Ουσακώφ και των Τούρκων του Κατήρμπεη, ο ενωμένος στρατός των οποίων κατέλαβε τελικά τα νησιά, έδιωξε τους «άθεους» Γάλλους και φυσικά εξόντωσε τους Έλληνες Ιακωβίνους.

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΑΠΟΗΧΟΙ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΙΝΙΣΜΟΥ

Με βάση την ιδεολογία και πράξη των Ιακωβίνων του 18ου αιώνα, ως «Ιακωβινισμός» έμεινε στην πολιτική Ιστορία να ορίζεται κάθε ελιτιστική ανατρεπτική οργάνωση και δράση, της οποίας το υποκείμενο αναλαμβάνει το επιχείρημα να πάρει και να κρατήσει την εξουσία εν ονόματι του γενικού καλού και του λαού, νομιμοποιούμενο από την αυτοπεποίθηση ότι κατέχει όντως μια ποιοτική εικόνα σε ό,τι αφορά τα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα, σε βαθμό που αυτονόητα να χαρακτηρίζεται από ενεργητικότητα, αποφασιστικότητα και ηθικο-ιδεολογική ακαμψία (αυτό ακριβώς που μίσησαν τόσο πολύ οι πάμπολλοι εχθροί τους, όπως λ.χ. ο κατήγορος της Επανάστασης ιστορικός Hippolyte Taine (1828 – 1893), που μας δηλώνει το έτος 1884 στο βιβλίο του «Origines de la France contemporaine» -τρίτος τόμος «La Revolution»- πως «τίποτε δεν είναι πιο επικίνδυνο από μία γενική ιδέα μέσα σε στενά και άδεια μυαλά. Καθώς είναι άδεια δεν βρίσκει εκεί καμία γνώση με την οποία να συσχετιστεί και καθώς είναι στενά δεν παίρνει πολύ χρόνο για να κυριαρχήσει ολότελα»).

Ο παραδοσιακός Ιακωβινισμός απετέλεσε στην Ευρώπη τον γενήτορα του πρώτου Σοσιαλισμού, ενώ στα Επτάνησα τον γενήτορα του κινήματος του Ριζοσπαστισμού με την πρόσθεση βεβαίως πολλών στοιχείων ουτοπιστικού Σοσιαλισμού των Σαιν-Σιμόν και Πιερ Προυντόν (ο ιακωβινικός «Συνταγματικός Σύλλογος» του Αργοστολίου υπήρξε ο πρόδρομος του «Δημοτικού Καταστήματος των Ριζοσπαστών», που έδρασε τον 19ο αιώνα, στα χρόνια της Αγγλοκρατίας).

Έναν ολόκληρο αιώνα μετά την πολιτική εξαφάνιση των Ιακωβίνων, ο ηγέτης της οκτωβριανής μπολσεβικικής Ρωσικής Επανάστασης του 1917 Λένιν, θεωρούσε ότι οι Μπολσεβίκοι αποτελούσαν μια μετεξέλιξη των πρώτων, ιδίως της υπό τον Ροβεσπιέρο αριστερής πτέρυγάς τους, θαύμαζε την ισχυρή βούληση των Ιακωβίνων να πραγματώσουν με κάθε κόστος το πολιτικό πρόγραμμά τους και υιοθέτησε τον δικό τους όρο «εχθροί του λαού» για την περιγραφή των διαφόρων αντεπαναστατών. Τέλος, στο κλασικό έργο του «Η Προδομένη Επανάσταση» (Σεπτέμβριος 1936), ο Λέων Τρότσκι, επιχειρώντας να ασκήσει κριτική στον εκφυλισμό του σοβιετικού καθεστώτος σε μία αντιδραστική γραφειοκρατία, ανέτρεξε στην Γαλλική Επανάσταση και αποφάνθηκε ότι στην ανατροπή και καταστροφή των Ιακωβίνων από τους «Θερμιδωριανούς» είχαν συντελέσει η κούραση των μαζών και η εξαχρείωση των περισσότερων πρώην επαναστατών.

Ο γνωστός Ιταλός σοσιαλιστής και μετέπειτα κομμουνιστής Αντόνιο Γκράμτσι (Antonio Gramsci, 1891–1937), στις σημειώσεις του κατά την διάρκεια της 11χρονης (1926 – 1937) φυλάκισής του από τους φασίστες του Μουσολίνι, εξέφρασε ανοικτά τον θαυμασμό του τόσο για την ιακωβινική φάση της Γαλλικής Επανάστασης όσο και για τους ίδιους του Ιακωβίνους, οι οποίοι κατόρθωσαν με την αποφασιστικότητά τους και την ηθική και ιδεολογική τους ακαμψία να οδηγήσουν τις καταστάσεις σύμφωνα με το δικό τους πολιτικό πρόγραμμα: «ήσαν (οι Ιακωβίνοι) πεπεισμένοι για την απόλυτη ειλικρίνεια των συνθημάτων τους για ισότητα, αδελφότητα και ελευθερία και, το πιο σημαντικό, οι μεγάλες λαϊκές μάζες τις οποίες οι Ιακωβίνοι διέγειραν και τραβούσαν σε αγώνες ήσαν επίσης πεπεισμένες γι’ αυτήν την ειλικρίνεια. Η γλώσσα των Ιακωβίνων, η ιδεολογία τους, οι μέθοδοι δράσης τους αντανακλούσαν με τέλειο τρόπο τις απαιτήσεις της εποχής τους, ακόμη και εάν στο σήμερα, υπό διαφορετικές συνθήκες και μετά από πάνω από έναν αιώνα πολιτιστικής εξέλιξης, ίσως αυτές φαντάζουν ‘‘αφαιρετικές’’ και ‘‘φρενιτιώδεις’’…»

Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2008

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Aulard F. A., «La Societe des Jacobins, Recueil de documents», τόμοι 6, Paris, 1889
Bax B. Ernest, «Last Episodes of the French Revolution», εκδόσεις «Hasket House», 1971
Bouloiseau Marc, «The Jacobin Republic, 1792 – 1794», Cambridge, 1983
Cantimori Delio, «Utopisti e riformatori Italiani, 1794 – 1847», εκδόσεις «Sansoni» Florence, 1943
Cantimori Delio, «Giacobini Italiani», τόμοι 3, εκδόσεις «Laterza & figli», Bari, 1956 – 1964
Giglioli Constance H. D., «Naples in 1799. An account of the revolution of 1799 and the rise and fall of the Parthenopean Republic», London, 1903
Goldstein Ivo – Jovanovic Nikolina, «Croatia: A History», εκδόσεις « C. Hurst & Co. Publishers», London, 1999
Gutteridge H. C. ed., «Nelson and the Neapolitan Jacobins», εκδόσεις «Navy Records Society», London, 1903
Higonnet Patrice, «Goodness Beyond Virtue: Jacobins during the French Revolution», εκδόσεις «Harvard University Press», Cambridge, 1998
Καραγεώργος Βασίλειος Στυλ., «Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του Γρηγορίου Ε προς τους Επτανησίους, Το Οικουμενικό Πατριαρχείο καί η Γαλλική Επανάσταση», ανάτυπο από «χαριστήριο τόμο προς τιμήν του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α», Αθήνα, 2000
Κιτρομηλίδης Πασχάλης, «Η Γαλλική Επανάσταση και η νοτιοανατολική Ευρώπη», εκδόσεις «Πορεία», Αθήνα, 2000
Lienard Alain ed., «Theorie Politique», εκδόσεις «Le Seuil», Paris, 1976
Loomis Stanley, «Paris in the Terror. June 1793 – July 1794», εκδόσεις «J. B. Lippincott Company», New York, 1964
Ρασσιάς Βλάσης, «Λαιμητόμος Αρετή. Ροβεσπιέρος, Σαιν Ζυστ, Κουτόν», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 2007
Schama Simon, «Citizens: A Chronicle of the French Revolution», εκδόσεις «Knopf», New York, 1991
Von Helfert Fr., «Fabrizio Ruffo, Revolution und Gegen – Revolution von Neapel, November 1798 bis August 1799», Wien, 1882

Ο ΠΟΛΥΘΕΪΣΤΗΣ «ΕΛΛΗΝΑΣ» LOUIS MENARD

LOUISMENARD[1]

(Πρόλογος του Βλάση Γ. Ρασσιά στο βιβλίο του Λουϊ Μενάρ «Ονειροπολήσεις ενός Μυστικιστού Ειδωλολάτρου»)

Το γεγονός ότι, παρά την υπερδεκαετή μου μελέτη των περί την Αρχαία Ελλάδα πραγμάτων, μέσα από ξεσκόνισμα υπερχιλίων σχετικών βιβλίων, ανακάλυψα τελικά την υπέροχη πνευματική μορφή του Λουϊ Μενάρ μόλις πριν από δύο χρόνια, και μάλιστα μέσα από ένα χριστιανικό βιβλίο που τον κατέτασσε ανάμεσα στους υποτιθέμενους “αντίχριστους” διανοητές που ταύτισαν κατά τον περασμένο αιώνα τον Ιουδαιοχριστιανισμό με την άρνηση του ανθρώπου και της ελευθερίας (Gilbert Highet “Η Κλασσική Παράδοση”, ΜΙΕΤ, Αθήναι 1988), στάθηκε για εμένα υπεραρκετό στο να μου εγείρει υποψίες ότι αυτή η συνομωσία σιωπής των σύγχρονων index γύρω από το όνομα του Μενάρ δεν είναι διόλου τυχαία. Αναζητώντας περισσότερα στοιχεία γι’αυτόν, διαβάζοντας την μοναδική περί αυτόν βιογραφία που έχει εκδοθεί στον τόπο μας, και μετά εντοπίζοντας και αγοράζοντας μετά από επίπονη αναζήτηση κάποια σπάνια πλέον και πανάκριβα βιβλία του, σύντομα δικαιώθηκα, αφού ο λόγος αυτής της συνομωσίας σιωπής έγινε κάτι περισσότερο από σαφής. Ο Λουϊ Μενάρ υπήρξε ο ευρωπαίος των τελευταίων αιώνων που μελέτησε και κατενόησε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, τον εθνικό Πολυθεϊσμό των Ελλήνων, που, όπως έχει πλέον αποδειχθεί, είναι αδύνατον να γίνει μήτε καν κατανοητός από ανθρώπους που ο εγκέφαλός τους έχει καταστραφεί από τον μονοθεϊστικό αταβισμό και δυϊσμό.  

Ο Λουϊ Μενάρ, τολμώντας “να γίνει πολυθεϊστής για να καταλάβει τους Έλληνες” έγινε πολύ γρήγορα ένας Έλληνας αυθεντικός, όπως και εκείνοι οι αυθεντικοί Έλληνες της αρχαιότητος. Έγινε ενεργός θρησκευτής των Θεών του Ολύμπου και κατενόησε ότι ο Όλυμπος είναι το θείο πρότυπο για την ελεύθερη Πολιτεία των Ελλήνων, όπως ακριβώς η τυραννία του δικτάτορος των Ουρανών εθνικού Θεού των Ιουδαίων και Χριστιανών, στάθηκε το πρότυπο για την για πάνω από 1500 χρόνια απόλυτη αυταρχία (ικανό ποσοστό της οποίας εξακολουθεί να υπάρχει δυστυχώς ανέπαφο ακόμη και σήμερα) στη σφαίρα του πολιτικού και κοινωνικού βίου των ανθρώπων. 

Ο γράφων, αισθάνεται κάτι παραπάνω από υπερήφανος που οι εκδόσεις “Ανοιχτή Πόλη”, βρήκαν και ήδη μεταφράζουν κάποια σημαντικά έργα αυτού του υπέροχου ανθρώπου (που τον εθαύμασαν μεγάλα ονόματα του καιρού του, όπως λ.χ. Ρενάν, Μισελέ, Φρανς, Γκωτιέ, Κλεμανσώ, Ντε Λιλ), και έτσι θα είναι οι πρώτες που θα γνωρίσουν τον λόγο του στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Μέχρι την έκδοση όλων αυτών των βιβλίων λοιπόν, ας παρουσιάσουμε εδώ, ως προλόγισμα του ανά χείρας πρώτου εκδοθέντος, αυτή την πολύ μεγάλη μορφή μέσα από ένα σύντομο βιογραφικό.  

Αυτός ο “παραγνωρισμένος αναγνωρισμένος” (meconu reconnu) -όπως χαρακτηριστικά τον ονομάζει ο καθηγητής Henri Payre- ποιητής, πεζογράφος, φιλόσοφος, ζωγράφος, χημικός (ανακάλυψε το εκρηκτικό κολλόδιον), ιστορικός και μυθογράφος, γεννήθηκε στο Παρίσι στις 19 Οκτωβρίου του 1822. Η μητέρα του καταγόταν από γένος ευγενών και ο πατέρας του ήταν τραπεζίτης και βιβλιοπώλης. Το 1842 μπήκε στην περίφημη Ecole Normale Superieure που για πολλά έτη υπήρξε το φυτώριο των μεγαλυτέρων πνευμάτων της γαλλικής διανοήσεως, αλλά σύντομα την εγκατέλειψε εξ αιτίας της υπερβολικής αυστηρότητός της. Μετέτρεψε το σπίτι του στην Πλατεία Σορβόνης σε κέντρο συγκεντρώσεων διανοουμένων και αφιερώθηκε ο ίδιος στη συγγραφή. Εκεί πρωτοδιαβάσθηκαν στους φίλους του από τον ίδιο τον Μπωντλαίρ τα πρώτα ποιήματα της γνωστής συλλογής “Τα Άνθη Του Κακού”. 

Ο πολύπλευρος νεαρός Μενάρ (στον οποίο η φίλη του Juliette Lambert έλεγε ότι έβλεπε να συνυπάρχουν.. 5 με 6 πρόσωπα ! ) πήρε ενεργό μέρος στη μεγάλη Επανάσταση του 1848, συνεργάσθηκε με τον αναρχικό Προυντόν στην έκδοση της εφημερίδος του τελευταίου και το επόμενο έτος καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 15 μηνών για το βιβλίο του “Πρόλογος Μίας Επαναστάσεως”. Κατέφυγε στο Λονδίνο και τις Βρυξέλλες, όπου συναναστράφηκε με τους διεθνείς επαναστάτες της εποχής, και το 1852 μία πολιτική αμνηστεία του επέτρεψε να γυρίσει στο Παρίσι. Έκτοτε ο Μενάρ εγκαταλείπει την επαναστατική δράση και αφιερώνεται στη μελέτη και συγγραφή σχετικά με τον Αρχαίο Κόσμο και κυρίως σχετικά με την Αρχαία Ελλάδα, την οποία αποκαλεί “Πνευματική Μητέρα του Ανθρώπου”. 

Το 1859 καταθέτει στα αρχαία ελληνικά τη διδακτορική του διατριβή “Η Ηθική Προ Των Φιλοσόφων” και από τον επόμενο χρόνο αρχίζει την έκδοση αλλεπάλληλων βιβλίων του με θέμα αποκλειστικά αρχαιοελληνικό και κορυφαίο όλων το περίφημο “Ο Ελληνικός Πολυθεϊσμός”. Εκεί, ο Μενάρ αναλύει και εξυμνεί τον Πολυθεϊσμό των Ελλήνων, ως την ευγενέστερη και ανώτατη στιγμή της προσπάθειας των ανθρώπων να προσεγγίσουν το θείο, να κάνουν δηλαδή θεολογία, και επίσης εξηγεί πολύ σωστά την ελευθεροπρεπή θέσμιση των κοινωνιών των Ελλήνων ως προερχόμενη από την εικόνα που είχαν σχηματίσει για τον Κόσμο των Αθανάτων. Μέσα στο ίδιο βιβλίο κάνει επίσης μία σφοδροτάτη επίθεση κατά των θεωριών του Ευημέρου που, ως γνωστόν, συνετέλεσαν τα μάλα στην αποϊεροποίηση της Θρησκείας των Ολυμπίων, αρκετά πριν την καταστρέψουν δια πυρός και σιδήρου οι εκχριστιανισμένοι Ρωμαίοι της Νέας Ρώμης του Βοσπόρου. 

Μέχρι τον θάνατό του, στις 9 Φεβρουαρίου 1901, ο Μενάρ συνέγραψε πάνω από είκοσι βιβλία και άπειρα άρθρα του υπέρ της αρχαίας Θρησκείας στην οποία και θρησκευόταν εμπράκτως με έναν μικρό κύκλο φίλων και συγγενών (αναφέρονται ρητώς τα ανήψια του). Μετά από έναν σύντομο γάμο το 1875 με μία κατά 34 χρόνια νεώτερή του γυναίκα, αφοσιώθηκε από το 1889 στη διδασκαλία του Ελληνικού Πολυθεϊσμού στην “Έδρα Ανωτέρας Λαϊκής Εκπαιδεύσεως” του Δημαρχείου των Παρισίων. Παρά το ότι όμως υπήρξε πνευματικό σύμβολο για πολλές προσωπικότητες της εποχής εκείνης (λ.χ. για τον Clemenceau με μεγάλη επιρροή στο βιβλίο του “Le Grand Pan”, για τους φιλέλληνες Rierre Quillard και Barres μαζί με τους οποίους διήγειραν το φιλελληνικό αίσθημα των Γάλλων κατά τον άτυχο πόλεμο του 1897, για τον ποιητή Cheylack, κ.ά.), τόσο η όλη κατεύθυνση των καιρών που απομακρύνονταν όλο και περισσότερο από τα φιλάρχαια ιδανικά, όσο και οι πρωτοπορειακές του θρησκευτικές και πολιτικές απόψεις οι οποίες σαφώς δεν ικανοποιούσαν φυσικά κανένα πολιτικό κόμμα της εποχής, τον κράτησαν μακριά από την αναγνώριση των μεγάλων μαζών, ως έναν meconu reconnu όπως πολύ επιτυχημένα το είπε ο Ρayre και ήδη αναφέραμε πιό πάνω.   

Θα πρέπει ίσως ν’αναφέρουμε επίσης κάπου εδώ ότι, αντίθετα από αρκετά πνεύματα της εποχής του (Νίτσε, Ντε Λιλλ, Καρντούτσι κ.ά.), ο Μενάρ φάνηκε κατά έναν περίεργο τρόπο, ίσως εξηγούμενο από τις σοσιαλιστικές καταβολές του, πολύ ανεκτικός στο πρόσωπο του Ιουδαίου Τζεσούα (Χριστού) παρά την κάθετη ρήξη του με τον Χριστιανισμό και απέδιδε επίσης τον αφανισμό των Ολυμπίων όχι τόσο στους γνωστούς φορούντες τα φαιά ιμάτια ναοπυρπολητές των πρώτων χριστιανικών χρόνων, αλλά πολύ νωρίτερα, στους μετασωκρατικούς φιλοσόφους και σοφιστές, οι οποίοι υπέσκαψαν καίρια τα εθνικά θρησκευτικά νομιζόμενα των Ελλήνων.  

Μία χειμωνιάτικη ημέρα του 1901, στην αυγή αυτού του καταστροφικού αιώνα που τώρα εμείς αποχαιρετούμε, ο άγιος απόστολος του Ελληνικού Πολυθεϊσμού Λουϊ Μενάρ πέθανε μέσα σε μία στωϊκή ηρεμία και λιτότητα, καλώντας τον ψυχοπομπό Ερμή να οδηγήσει την ψυχή του στους ήρεμους τόπους που  αναπαύονται  εδώ και αιώνες οι ψυχές των φωτεινών και υπέροχων αυθεντικών Ελλήνων που τόσο πολύ θαύμασε, τίμησε και ερωτεύθηκε πνευματικά. Ο ίδιος είχε ζητήσει ν’ αποτεφρωθεί και η επιθυμία του αυτή έγινε σεβαστή και επί πλέον κράτησε μακριά τους αδιάκριτους και βεβηλωτές ιερείς του Ιουδαιοχριστιανισμού που, αντιθέτως, έδωσαν τη δική τους νεκρώσιμη τελετή στην κηδεία του φίλου του και ξεκάθαρα μη χριστιανού Λεκόντ ντε Λιλλ, παρά την αντίθετη επιθυμία του τελευταίου. Ο νεαρός φίλος του Philippe Berthelot έβαλε στο χέρι του νεκρού οραματιστή έναν αθηναϊκό οβολό για να πληρώσει τον “μαύρο βαρκάρη” και ο Henri Roujon διάβασε έναν αντάξιο στο μέγεθος του μεγάλου θανόντος επικήδειο.

Βλάσης Γ. Ρασσιάς