ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ: ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΦΥΣΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ

ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ: «ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΦΥΣΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ και ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΛΑΝΗΤΙΚΩΝ ΟΝΟΜΑΣΙΩΝ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ», στο: sacredatticalendar (Αρθρολόγιο), τελευταία πρόσβαση: 5η Ισταμένου Θαργηλιώνος 3ο έτος της 698ης Ολυμπιάδος / 12. Μαΐου 2016.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΦΥΣΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ και ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΛΑΝΗΤΙΚΩΝ ΟΝΟΜΑΣΙΩΝ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ

Ο εβδομαδιαίος κύκλος είναι αφύσικη διαίρεση του χρόνου.

Η διαίρεση των νυκτών και ημερών σε κύκλους των επτά νυκτών και των επτά ημερών επ΄αόριστον δεν μπορεί να εννοηθεί ως φυσική, κατά την έννοια της διαιρέσεως του χρόνου από τον κύκλο της νύκτας και της ημέρας κατά τη γενική έννοια.

Αντιθέτως,η διαίρεση του χρόνου σε νυχθήμερο και εκείνη του κύκλου του μηνός, αλλά και εκείνη του κύκλου του έτους αντίστοιχα, είναι φυσικές διαιρέσεις του χρόνου που εδραιώθηκαν στις φυσικές κινήσεις, αριθμήθηκαν και ρυθμιστήκαν από τους φυσικούς νόμους των εν λόγω κινήσεων.

Ο εβδομαδιαίος κύκλος δεν έχει προέλευση από καμμία κίνηση της φύσης,καμμία κίνηση του άξονα της γής και είναι διαφορετικός από εκείνον του οποίου το αποτέλεσμα είναι ο κύκλος του νυχθήμερου, αλλά ούτε αντλεί τους κατάλληλους νόμους κινήσεως από αυτόν του νυχθήμερου.

Η αλλεπάλληλη διαδοχή της μιας νύχτας και της μιας ημέρας, μετά την άλλη, και αυτή των επτά νυχτών και των επτά ημερών μετα την άλλη, είναι στην πραγματικότητα διαδοχές νύχτας και ημέρας, αλλά διαφορετικά είδη διαδοχών, και ο νόμος που ρυθμίζει μία από αυτές δεν μπορεί να είναι ο ίδιος που κυβερνά και κατευθύνει τον άλλο.

Ο πρώτος βασίζεται και είναι έργο της φύσης ενώ ο δεύτερος δεν είναι κατά την ίδια έννοια όπως ο πρώτος.

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΛΑΝΗΤΙΚΩΝ ΟΝΟΜΑΣΙΩΝ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ

Ο Ισίδωρος της Σεβίλης,(+560,+636) ο Χριστιανός Αρχιεπίσκοπος αντιγράφοντας από τα κλασικά συγγράμματα πηγές της αρχαιότητος δημιουργεί τις ετυμολογίες του. Στον πέμπτο τόμο του έργου του διαβάζουμε περί των πλανητικών ονομάτων των ημερών, παραδίδω αυτούσιο το κείμενο στα Λατινικά και τη μετάφραση:

ISIDORE ETYMOLOGIAE V.xxx.5

DE NATURA REPUM III.247.

AUSONIUS ECLOGARUM 342

«Dies dicti a diis quorum nomina Romani quibusdam

sideribus sacraverunt. primum enim diem a sole adpellaverunt, qui princeps est omnium siderum, sicut et idem

dies caput est cunctorum. secundum a luna, quse soli et

splendore et magnitudine proxima est, et ex eo mutuat lumen. tertium a stella Martis, quse Vesper vocatur. quartum

a stella Mercurii, quam quidam candidum circulum vocant. quintum a stella Jovis, quam Phaethontem dicunt. sextum

a Veneris stella quam Luciferum adserunt, quia inter omnia

sidera plus lucis habet. septimum a stella Saturni, quae sexto coelo locata xxx annis fertur explere cursum suume.

 

Apud Hebreos autem dies prima una sabbati dicitur quae

apud nos dies Dominicus est, quem gentiles soli dedicaverunt.

secunda sabbati secunda feria, quem seculares diem

lunae vocant. tertia sabbati tertia feria, quem illi diem Martis

vocant. quarta sabbati quarta feria, qui Mercurii dies

dicitur a paganis. quinta sabbati quinta feria est, id est

quintus a die Dominica, qui apud gentiles Jovis vocatur.

sexta sabbati sexta feria est, que apud eosdem paganos Veneris

nuncupatur. sabbatum autem septimus a Dominico

die est quem gentiles Saturno dedicaverunt, et Saturni nominaverunt. sabbatum autem ex Hebreo in Latinum requies

interpretatur.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

Από τους θεούς πήραν το όνομα τους οι ημέρες, των οποίων τα ονόματα οι Ρωμαίοι τα αφιέρωσαν σε μερικά άστρα. και πράγματι, ονόμασαν την πρώτη ημέρα από τον sol (Ήλιο) , ο οποίος είναι ο αυτοκράτορας όλων των άστρων, (όπως) ακριβώς όπως εκείνη η ημέρα είναι επικεφαλής όλων των ημερών. η δεύτερη ημέρα ονομάσθηκε από τη luna (Σελήνη), η οποία είναι η πλησιέστερη στον ήλιο σε φωτεινότητα και μέγεθος και δανείζεται το φως της από τον sol (Ήλιο). η τρίτη από το άστρο του Mars (Άρης), και ονομάζεται Vesper (εσπέρα). η τέταρτη από το άστρο του Mercury (Ερμή), που ορισμένοι αποκαλούν «Λευκό κύκλο». η πέμπτη από το άστρο του Jupiter (Δία), την οποία αποκαλούν Phaeton (υιό του ηλίου). την έκτη από το άστρο της Venus (Αφροδίτη),την οποία ονόμασαν Lusifer (Εωσφόρο), επειδή έχει το περισσότερο φως από όλα τα αστέρια. η εβδόμη από το άστρο του Saturn (Κρόνος), όπου, τοποθετήθηκε στον έκτο ουρανό, όπως λέγεται για να διατρέχει την πορεία του στα τριάντα χρόνια.

Μεταξύ των Εβραίων, παρόλα αυτά, η πρώτη ημέρα ονομάσθηκε – η Πρώτη του sabbath (πρώτη της αναπαύσεως- una sabbati), δηλαδή αυτή είναι η δική μας του Κυρίου η ημέρα (dies dominicus), την οποία οι pagans (άνθρωποι των δασών και της υπαίθρου), αποκάλεσαν η ημέρα του sol (Ηλίου). η Δευτέρα του sabbath (δευτέρα της αναπαύσεως), είναι η δεύτερη της δική μας εβδομάδος (feria, αργία), την οποία οι τετριμμένοι άνθρωποι ονομάζουν ημέρα της luna (Σελήνης). η Τρίτη του sabbath (τρίτη της αναπαύσεως), η τρίτη της εβδομάδος, την οποία αποκαλούν, η ημέρα του Mars (Άρεως). Τετάρτη του sabbath (τετάρτη της αναπαύσεως), η τέταρτη της εβδομάδος, η οποία καλείται η ημέρα του Mercury (Ερμού), από τους pagans (ανθρώπων των δασών και της υπαίθρου). Πέμπτη του sabbath (πέμπτη της αναπαύσεως), είναι η πέμπτη της εβδομάδος, δηλαδή, η πέμπτη της μετρήσεως (εξ ολοκλήρου) από την ημέρα του Κυρίου, η οποία ονομάζεται η ημέρα του Jupiter (Διός), μεταξύ των pagans (ανθρώπων των δασών και της υπαίθρου).

Έκτη του sabbath (έκτη της αναπαύσεως), καλείται η έκτη της εβδομάδος, η οποία ονομάσθηκε η ημέρα της Venus (Αφροδίτης) μεταξύ αυτών των ιδίων pagans (ανθρώπων των δασών και της υπαίθρου). Το sabbath (η ημέρα της Αναπαύσεως), είναι η εβδόμη μετρώντας (εξ ολοκλήρου), από την ημέρα του Κυρίου, και οι pagans ( οι άνθρωποι των δασών και της υπαίθρου) την αφιέρωσαν στον Saturn (Κρόνο) και την ονόμασαν, η ημέρα του Saturn (Κρόνου). –Sabbath- μεταφράζεται από τα εβραϊκά στα λατινικά ως –Ανάπαυση-.

Συζητώντας για αυτά τα ονόματα και για αυτές τις ημέρες, όπως έγιναν δεκτά πρός γενική χρήση στη δική του χρονική περίοδο, (+229) ο ιστορικός Δίων Κάσσιος μας παραδίδει μία διπλή καταγραφή για την προέλευσή τους, η μία πηγάζει από τις αρχές της αρμονικής αναλογίας, και η άλλη από την αιγυπτιακή αστρολογία, οι οποίες προσδιορίζονται με τον ακόλουθο τρόπο.

Κάθε μία από τις δώδεκα ώρες της ημέρας και τις δώδεκα ώρες της νύκτας υποτίθεται ότι ήταν αφιερωμένη σε κάποιον από τους επτά πλανήτες (περιλαμβάνοντας τον ήλιο και την σελήνη), με την ακόλουθη σειρά, αρχίζοντας από τον Saturn (Κρόνο):

Saturn (υπό την έννοια του Κρόνου),

Jupiter (υπό την έννοια του Διός), 

Mars (υπό την έννοια του Άρεως),

Sol (υπό την έννοια του Ηλίου), 

Venus (υπό την έννοια της Αφροδίτης)

Mercury (υπό την έννοια του Ερμού)

Luna (υπό την έννοια της Σελήνης)

Κατά την τάξιν των κύκλων,- όπως παρατηρεί ο Δίων Κάσσιος [37.18,19],

καθ΄ήν οι Αιγύπτιοι αυτούς νομίζουσιν [ΣΕΡΒΙΟΣ ΣΧΟΛΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΒΙΡΓΙΛΙΟΥ, 1.33, ΑΙΝΕΙΑΔΕΣ 2.255, 6.127].

Η πρώτη ώρα της πρώτης ημέρας, (όπου κατ΄αυτόν τον συνδυασμό, ταυτίζεται με την εβδόμη στη σειρά του πρωτόγονου κύκλου) και ανατέθηκε στον Saturn (Κρόνο), από τον οποίο πήρε και το όνομα της η πρώτη ημέρα, ως η ημέρα του Kρόνου. Η εικοστή δεύτερη ώρα αυτής της ημέρας (1+21 ή τρείς κύκλοι των επτά), θα πέσει πάλι στον Saturn, και η εικοστή τρίτη στον Jupiter, η εικοστή τετάρτη ξανά στον Mars. Η πρώτη ημέρα θα τελειώσει με την εικοστή τετάρτη ώρα.

Η πρώτη ώρα της επόμενης ημέρας, κατά συνέπεια, θα πέσει στον Sol ή στον Ήλιο, ο οποίος συνεπώς, έδωσε το όνομα του σε εκείνη την ημέρα, δηλαδή , η ημέρα του Sol (Ηλίου), και ούτω καθεξής, κατά το ίδιο τρόπο του κύκλου των επτά, μεταξύ των είκοσι τεσσάρων ωρών του νυχθημερίου, το οποίο ενδεχομένως αν κάποιος θα ακολουθήσει συνεχόμενα θα βρεί και θα αναδείξει την πρώτη ώρα της τρίτης ημέρας υπό την «κηδεμονία» της Luna (Σελήνης), ακολούθως την πρώτη κάτω από εκείνης του Mars, ακολούθως την πρώτη της πέμπτης κάτω από εκείνης του Mercury, ακολούθως την πρώτη της έκτης κάτω από εκείνης του Jupiter, και την πρώτη της εβδόμης, (με την οποία ο κύκλος λήγει μόνο και μόνο για να ανανεωθεί με τον ίδιο τρόπο), κάτω από εκείνης της Venus.

Οι ίδιες πλανητικές ονομασίες, και οι ίδιες ημέρες του εβδομαδιαίου κύκλου, μπορεί επίσης να προέρχονται (αν και αυτός είναι διαφορετικός τρόπος), από το σύστημα των Πλανητικών Τριγώνων, όσοι είναι περίεργοι να μελετήσουν σχετικά, μπορούν να δουν την εργασία του Scallinger, De Emendatione temporum

Αλλά η πραγματική και ιστορική καταγραφή του τρόπου με τον οποίο λήφθηκαν και επιβλήθηκαν για πρώτη φόρα, κατά τη γνώμη μας, είναι αυτός που μόλις δώσαμε, και ως προς το τρίμηνο, και στον χρόνο που δόθηκε για πρώτη φορά με αυτόν τον τρόπο.

Από καταγραφές αποδείξεις που ελπίζουμε ότι δεν αφήνουν καμμία αμφιβολία, συνεπάγεται ότι την πρώτη φορά γίνεται από τους Αιγυπτίους το -798.

Ο Ηρόδοτος [2.82] μας πληροφορεί ότι οι Αιγύπτιοι ήταν οι πρώτοι που οικειοποιήθηκαν συγκεκριμένες ημέρες του μηνός σε συγκεκριμένους θεούς, έτσι ενώ ασχολούνταν με αυτόν τον τρόπο, λεπτομερειακά θα ήταν μέρος μόνο της ίδιας ταξινόμησης και του ίδιου του συστήματος, να αναθέσουν καθεμία από τις ώρες αυτών των ημερών, κατά την ίδια προεδρεύουσα αρχή και επιρροή.

Το παραπάνω είναι τουλάχιστον η εξήγηση της σύνδεσης

ανάμεσα στ ‚αστέρια και τις ημέρες της εβδομάδας και τις ώρες της ημέρας, τα οποία ήταν πιο αποδεκτά γενικώς από τους αρχαίους.

Αυτή είναι η εξήγηση που αναγνωρίζεται και θεωρείται δεδομένη, όπως παρατηρεί ο Ideler [ Egyptian Calendars] , από έναν Αιγύπτιο αστρολόγο, τον Παύλο τον Αλεξανδρινό, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι παρμένη από τους προκατόχους του σε εκείνη την ανάλογη επιστήμη αφού ο ίδιος είναι συγκριτικά πιο σύγχρονος διότι το έργο του χρονολογείται από τον ίδιο, την Τετάρτη της 20ης του Μεχεϊρ μηνός, Διοκλητιανού 94, το οποίο απαντάται στην 14η του Φεβρουαρίου του +378, η οποία ήταν Τετάρτη

[ΦΑΒΡΙΚΙΟΥ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΟΜΟΣ 2,ΒΙΒΛΙΟ 3, ΚΕΦ.20&11.503-505].

Είναι αρκετά φανερό, ωστόσο, ότι ο πλανητικός κύκλος των Αιγυπτίων καθορίζεται και με τον Saturn και με την έβδομη ημέρα του πρωτόγονου κύκλου, τα οποία και τα δύο αναγνωρίζουν αυτό τον κύκλο, και όμως φαίνεται ότι το αιγυπτιακό ήταν ανεξάρτητο, αν και «μπολιασμένο» από αυτό.

Τα πλανητικά ονόματα εμφανίζονται στον Κλήμη τον Αλεξανδρινό, ένας Χριστιανός πατέρας, αλλά ελληνόφων Αιγύπτιος:

ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ ΣΤΡ. 7. 12 &75

Οίδεν αυτός και της νηστείας τα αινίγματα, των ημερών τούτων της τετράδος και της παρασκευής λέγω• επιφημίζονται γαρ η μεν Ερμού η δε Αφροδίτης.

Οι ονομασίες θα αναγνωριστούν επίσης από μία παλαιότερη μαρτυρία, την οποία ο Πορφύριος [ΜΕΣ.ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΠΡΟΤ. ΕΥΑΓ. 5.14] αποδίδει στον Οστάνη, έναν διάσημο μάγο της αρχαιότητος, μαθητή του Ζωροάστρη, και φημισμένο συγγραφέα της Οκτάτευχου.

Κληϊζειν Ερμήν ήδ Ηέλιον κατά ταύτα

ημέρη Ηελίου• Μήνην δ΄ότε τήσδε παρείη

ημέρη, ηδέ Κρόνον ηδ΄εξείης Αφροδίτην,

κλήσεσιν αφθέγκτοις, ας εύρε μάγων όχ άριστος 

της επταφθόγγου βασιλεύς, όν πάντες ίσασιν.

Οστάνην λέγεις, ειπόντων• επήγαγεν•

Και σφόδρα, και καθ΄έκαστον αεί θεόν επτακίφωνον.

Η σύμπτωση μεταξύ της ιερής ημέρας του Saturn (Κρόνου) σε αυτόν τον πλανητικό κύκλο, και του εβραϊκού sabbath (Σάββατο- ημέρα της Αναπαύσεως), έδωσε την ευκαιρία σε μία πολύ γενική άποψη μεταξύ των αρχαίων, ότι το εβραϊκό sabbath (Σάββατο- ημέρα της Αναπαύσεως) ήταν από την αρχή επίσης αφιερωμένο στον Saturn (Κρόνο).

ΔΙΩΝ ΚΑΣΣΙΟΣ 37.17

Και την ημέραν την του Κρόνου καλουμένην ανέθεσαν (αυτώ) 

Η σύνδεση μεταξύ των πλανητών και των ημερών της

εβδομάδος αφού είχε συσταθεί στην Αίγυπτο κατ΄ αυτή τη σειρά το περί το – 798, ο ίδιος πλανητικός και εβδομαδιαίος κύκλος

πέρασε στην Κίνα, στην Ινδία, στην Αραβία, και σε σχεδόν

όλα τα μέρη της Ανατολής, ακριβώς με την ίδια σειρά. 

Στο Βίο του Απολλώνιου από τον Φιλόστρατο, ο Απολλώνιος την βρίσκει στην Ινδία, στα χρόνια της βασιλείας του Κλαύδιου ή του Νέρωνα:

ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΣ ΒΙΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΥ 3.13.148Α

Φησί δε ο Δάμις και δακτύλους επτά τον Ιάρχαν τω Απολλωνίω δούναι, των επτά επωνύμους αστέρων, ούς φορείν τον Απολλώνιον κατά ένα, προς τα ονόματα των ημερών

Ο Επίσκοπος Φιλάστριος (+330,+397) απαριθμεί τη χρήση των πλανητικών ονομασιών της εβδομάδος από τους Χριστιανούς, ακόμη και μεταξύ των χριστιανικών αιρέσεων [ΚΕΦ. 111] και ο Φαβρίκιος αναφέρει [ΒΙΒΛΙΟΘ. ΕΛΛΗΝ. ΤΟΜ.4 ΚΕΦ.14 ΣΕΛ. 460] μια σοβαρή πρόταση του Ισπανού συγγραφέα (Campanella) για να δώσει ,στη θέση τους, τα ονόματα των επτά μυστηρίων των Ρωμαιοκαθολικών στις ημέρες της εβδομάδας, και τα ονόματα των δώδεκα αποστόλων στη θέση των δώδεκα μηνών του ημερολόγιου, αντί εκείνων που απορρέουν από την Ιουλιανή διόρθωση, μια πρόταση που, όπως μας λέει, εγκρίθηκε στην πραγματικότητα στο ιερό ημερολόγιο του Αμβρόσιου Νοβίδιου, που το αφιέρωσε στον Πάπα Παύλο III. και συνοδεύτηκε με μία περιγραφή ελεγειακού στίχου, κατ ‚απομίμηση του ιερού ημερολογίου του Οβιδίου. Οι πρώτοι Χριστιανοί όμως δεν ενέδιδαν αλλά διασκέδαζαν με τέτοιες προσπάθειες, αυτού του είδους, από τους Πατέρες τους,.Δεν είχαν καμμία δυσκολία να διατηρήσουν τα ονόματα και των δύο, και των ημερών της εβδομάδος αλλά και των μηνών στο ημερολόγιο το οποίο είχαν συνηθίσει πριν από τη μετατροπή τους.

Η αντικατάσταση, ωστόσο πραγματοποιήθηκε για την ημέρα του ήλιου, ή την Sunday με το όνομα του Κυρίου τους, η dιeς Dοmιnicus ή Dοminιca:

ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ, ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΠΡΩΤΗ 97.1.20

Και τη του ηλίου λεγόμενη ημέρα πάντων κατά πόλεις ή αγρούς μενόντων επί το αυτό συνέλευσις γίνεται, και τα απομνημονεύματα των αποστόλων ή τα συγγράμματα των προφητών αναγινώσκεται μέχρις εγχωρείν.

Τη δε του ηλίου ημέρα κοινή πάντες την συνέλευσιν ποιούμεθα, επειδή πρώτη εστίν ημέρα, εν η ο Θεός το σκότος και την ύλην τρέψας κόσμον εποίησε, και Ιησούς Χριστός ο ημέτερος σωτήρ τη αυτή ημέρα εκ νεκρών ανέστη. τη γαρ προ της κρονικής εσταύρωσαν αυτόν και τη μετά την κρονικήν, ήτις εστίν ηλίου ημέρα, φανείς τοις αποστόλοις αυτού και μαθηταίς εδίδαξε ταύτα.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Μεταξύ των Ελλήνων, δεν υπάρχει ΚΑΜΜΙΑ ένδειξη ή ίχνος της διαίρεσης του χρόνου σε εβδομάδες καθώς και σε πλανητικές ονομασίες ημερών.

Ο ιστορικός Δίων Κάσσιος αναφέρει για αυτό το γεγονός που φαίνεται να είναι καλά τεκμηριωμένο:

ΔΙΩΝ ΚΑΣΣΙΟΣ 37.18

Οι γουν αρχαίοι Έλληνες ουδαμή τούτο όσαγε εμέ ειδέναι ηπίσταντο.

Δεν θα διστάσουμε να αναφέρουμε ότι η έρευνα των αρχαιοτέρων διορθώσεων του αρχέγονου προγονικού ημερολογίου (και ειδικότερα των παλαιών τύπων της Οκταετηρίδος), δεν θα φέρει τίποτα στην επιφάνεια, που να εξηγεί τα περί χρήσεως του εβδομαδιαίου κύκλου από τους Έλληνες.

Η ιερότητα της έβδομης ημέρας μεταξύ των Ελλήνων, (που τόσο συχνά αναφέρεται στην εικόνα της θρησκευτικής εκτίμησης του αριθμού επτά) πρέπει να εξηγείται σε μία τελείως διαφορετική αρχή από αυτή της εβδομάδος.

Αν οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κάποια μορφή νυχθήμερου κύκλου μεγαλύτερο από τη μονάδα ,τότε αυτός ήταν ο κύκλος των δέκα ημερών ή ο κύκλος των εννέα ημερών (στην ουσία το ίδιο πράγμα, με διαφορετική έκφραση στο μήνα).

Η διαίρεση του νυχθήμερου κύκλου συστάθηκε, χωρίς αμφιβολία, στο μήκος του φυσικού μήνα, των 30 ημέρων, κατά τον αρχέγονο ηλιακό χρόνο, διαιρεμένο σε τρία δεκαήμερα.

Και αν αυτή η διαίρεση είχε προσαρμοστεί στην αρχή του πρωτόγονου ηλιακού μήνα, έτσι διατηρήθηκε και στα σεληνιακά ημερολόγια των Ελλήνων, διότι στην πραγματικότητα οι μήνες περιείχαν 30 ημέρες (ακόμη και εκείνοι των 29 ημερών) που ήταν ονομαστικά μήνες των 30 ημερών.

ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ, ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΙΕΡΟ ΑΤΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ: ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ

Advertisements

MIKALSON: Η ΕΘΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΘΝΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Jon D. Mikalson: «Η εθνική Ταυτότητα και οι εθνικές υποχρεώσεις», στο: sacredatticalendar (Αρθρολόγιο), τελευταία πρόσβαση: 2η Ισταμένου Θαργηλιώνος 3ο έτος της 698ης Ολυμπιάδος / 9. Μαΐου 2016.

Ἡ Ἐθνικὴ ταυτότητα καὶ οἱ Ἐθνικὲς ὑποχρεώσεις

Ὁ Ζεὺς Ἑρκεῖος, ὁ Ζεὺς Κτήσιος, ὁ Ἀπόλλων Ἀγυιεὺς, καὶ ἡ θεὰ Ἑστία ποὺ  λατρεύονταν ἀπὸ μιὰ οἰκογένεια, ἡ λατρεία αὐτὴ καθ’αυτὴ ἀφοροῦσε μόνον αὐτὴ  τὴν οἰκογένεια. Ἔτσι λοιπὸν, τὸ ἴδιο ἴσχυε καὶ γιὰ τοὺς δημῶτες  τῆς Ἐρχιᾶς ποὺ  θυσίαζαν καὶ λάμβαναν τὰ ὀφέλη ἀπὸ τὶς θεότητες τους στὰ ἱερά τους. Οἱ Ἀθηναῖοι, ὡς μία ὁμάδα ἦταν , σὰν ἕναν οἶκο ἢ ἕναν δῆμο, μιὰ πολὺ ἐκτεταμένη γενεαλογικὴ ὁμάδα, ποὺ ὅλοι κατάγονταν ἀπὸ τὸν  Ἐρεχθέα (γεννημένος ἀπὸ τὴ γῆ), καὶ οἱ λατρεῖες καὶ θεότητες τῆς πόλεως-κράτους τους ἀναμενόταν νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ δικὰ τους συμφέροντα, καὶ μὲ τὴ σειρά τους νὰ ἐξυπηρετηθοῦν ἀπὸ αὐτές μόνο τὰ μέλη τῆς ἐν λόγω ἐκτεταμένης γενεαλογικῆς ὁμάδος.

Ἕνας Σπαρτιάτης ποὺ ἐπισκεπτόταν τὴν Ἀθήνα γιὰ λίγες ἡμέρες σὲ μία διπλωματικὴ ἀποστολὴ δὲν θὰ εἶχε κανένα δικαίωμα ἢ συμφέρον νὰ θυσιάσει σὲ μία ἀθηναϊκὴ θεότητα, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὴ ἡ θεότητα εἶχε τὸ ἴδιο ὄνομα μὲ τὴ  θεότητα ποὺ λάτρευε στὸ σπίτι. Πάρα πολλοὶ πλούσιοι καὶ ταλαντούχοι μὴ Ἀθηναῖοι ποὺ διέμεναν καὶ ἐργάζονταν στὴν Ἀθήνα τὸν πέμπτο καὶ τέταρτο αἰώνα, ἦταν πολίτες ἄλλων ἑλληνικῶν πόλεων-κρατῶν, καὶ γι αὐτὸ τὸ λόγο θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποκλείονται, σὲ μεγάλο βαθμὸ, ἀπὸ τὶς Ἀθηναϊκὲς θρησκευτικὲς λατρεῖες καὶ λατρευτικὲς πρακτικὲς. Θὰ μποροῦσαν ὡστόσο νὰ μυηθοῦν στὰ Ἐλευσίνια Μυστήρια. Στοὺς ἀλλοδαποὺς κάτοικους εἶχαν δοθεῖ εἰδικοί ὁριοθετημένοι ρόλοι στὴν πομπὴ τῶν Παναθηναίων καὶ σὲ μερικές ἄλλες ἑορτές, ἐπίσης θὰ μποροῦσαν περιστασιακὰ νὰ κάνουν ἀφιερώσεις καὶ ἀναθήματα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὶς Ἀθηναϊκὲς θεότητες. Ἀλλά πέρα ἀπὸ αὐτό ἦταν, στὴν καλύτερη περίπτωση, ἀπλοὶ θεατὲς στὶς πάρα πολλὲς ἀθηναϊκὲς ἑορτὲς καὶ θυσίες. Ἦταν,  ὅπως καὶ οἱ δοῦλοι, δὲν ἦταν μέρος τῆς ἀθηναϊκῆς «οἰκογένειας» καὶ δὲν εἶχαν κάποιο σημαντικὸ ρόλο γιὰ νὰ παίξουν στὴν ἀθηναϊκὴ λατρεία. Ἡ Ἀθηναϊκὴ πολιτειακὴ λατρεία ἦταν γιὰ τοὺς Ἀθηναίους καὶ μόνον.

Κατὰ τὴν κλασικὴ περίοδο κάθε ἑλληνικὴ πόλη-κράτος, ὅπως ἡ Ἀθήνα, ἀσκοῦσαν τὴν ἴδια ἀποκλειστικότητα τῆς δικῆς του θρησκευτικῆς ζωῆς, καὶ ὁ καθένας εἶχε, σὲ διαφορετικὸ βαθμό, τὸ δικὸ του πάνθεον τῶν θεοτήτων, τοὺς δικοὺς τους μύθους του, καὶ τὸ δικό του σχεδιασμὸ στὶς θυσίες καὶ τὶς ἑορτὲς. Ἀκόμα καὶ ἑορτὲς μὲ τὸ ἴδιο ὄνομα, ὅπως τὰ Θεσμοφόρια μπορεῖ νὰ διέφεραν σημαντικὰ στὴν τελετουργία ἀπὸ πόλη σὲ πόλη. Ἡ συλλογὴ τῶν θεοτήτων μιᾶς πόλεως, οἱ μύθοι, οἱ θυσίες, καὶ οἱ ἑορτὲς, συνέβαλαν στὴν ἰδιαιτερότητα αὐτῆς  καὶ προέβαλλαν τὴν ἐθνική ταυτότητα της σὲ σύγκριση μὲ ἐκείνης τῶν ἄλλων πόλεων-κρατῶν. Ἀλλά, περιέργως, εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς ἑλληνικῆς θρησκείας καμμία πόλη-κράτος δὲν ἰσχυρίζονταν ὅτι τὸ δικὸ της θρησκευτικὸ σύστημα ἤ οἱ θεότητες ἦταν ἀνώτερα ἢ πιὸ ἀποτελεσματικὰ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλα τῶν ἄλλων πόλεων-κρατῶν ἢ ἀκόμα καὶ ἀπὸ ἐκείνα τὰ θρησκευτικὰ συστήματα , λατρείες ἤ θεότητες σὲ πόλεις ἤ χῶρες ποὺ δὲν ἦταν ἑλληνικές. Οἱ Ἀθηναῖοι λάτρευαν τοὺς δικούς του θεούς τους, ἀλλὰ τὸ νὰ δείξουν ἀσέβεια σὲ κάθε ἄλλο θεὸ – στὴν Ἑλλάδα ἢ ἀλλοῦ – ἢ τὸ νὰ ληστέψουν ἢ νὰ βεβηλώσουν τὰ ἱερά τῶν ἄλλων  ἦταν ἐπικίνδυνο καὶ μποροῦσε κάλλιστα νὰ φέρει τὴν οργὴ  τοῦ θεοῦ. Οἱ Ἀθηναῖοι λάτρευαν ἐνεργὰ τοὺς δικοὺς τους θεούς, ἀλλὰ μὲ σεβασμὸ δέχονταν τὴν λατρεία τῶν ἄλλων θεῶν ἤ θεοτήτων ὀπουδήποτε στὸν κόσμο, ἀπὸ ἄλλους Ἑλληνες ἤ μὴ-Ἕλληνες πολίτες. Στὸ ἐσωτερικὸ μιὰς  πόλης–κράτους τὸ θρησκευτικὸ σύστημα  συνέβαλε ἐπίσης σημαντικὰ γιὰ τὴν διαμόρφωση τῆς εἰκόνας τοῦ ἐν λόγω κράτους γιὰ τὸν ἑαυτό του, τὰ ἔθιμά του καὶ πολιτικοὺς θεσμούς. Οἱ Ἀθηναῖοι ἦταν ὑπερήφανοι ποὺ ἦταν αὐτόχθονες, δηλαδή, τὸ ὅτι εἶχαν γεννηθεῖ  ἀπὸ τὴ γῆ τῆς Ἀττικῆς τὴν ἴδια. Ἡ ἴδια ἡ γῆ, ἰσχυρίζονταν, ὅτι ἦταν κυριολεκτικὰ ἡ μητέρα τους, καί, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς περισσότερους Ἕλληνες, εἶχαν ζήσει στὴν ἴδια γῆ ἀπὸ τὴ σύλληψη τοῦ προγόνου τους, τοῦ Ἐρεχθέα. Ὁ μύθος καταγράφει ἐπίσης ὅτι ὅλοι οἱ Ἀθηναῖοι προέρχονται ἀπὸ μία ὁμογενῆ οἰκογένεια, τοὺς Ἐρεχθεῖδες ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸν Ἐρεχθέα καὶ ἦταν τελικὰ, ἄν ὅχι παιδιὰ ἀπευθείας  τῆς ἴδιας τῆς Ἀθηνᾶς ,τουλάχιστον ἦταν τὰ παιδιὰ τοῦ ἀγαπημένου υἱοθετημένου γυιοῦ της.

Μερικὲς μεμονωμένες οἰκογένειες μπορεῖ νὰ ἦταν πιὸ πολὺ κοινωνικά, οἰκονομικά, καὶ πολιτικὰ ἐπιφανεῖς, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τότε ὅλοι οἱ Ἀθηναῖοι ἄνηκαν στὴν ἴδια εὐρύτερη οἰκογένεια καί, ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὅτι ἦταν ὅλοι ἴσοι, οἱ Ἀθηναῖοι πίστευαν, ἔκλιναν πρὸς τὴ δημοκρατικὴ διακυβέρνηση τῆς πόλεως τους.

Ὅμως, μέσα σὲ αὐτὴ τὴν δημοκρατικὴ οἰκογένεια οἱ μόνοι πραγματικοὶ πολίτες τῆς Ἀθήνας, τὰ μόνο πλήρη μέλη τῆς οἰκογένειας, ἦταν οἱ ἀπόγονοί του Ἐρεχθέως στὴν ἀνδρικὴ ρανίδα. Ἕνα ἀγόρι ποὺ εἶχε γεννηθεῖ ἀπὸ ἕναν Ἀθηναῖο πατέρα καὶ μία ξένη μητέρα, ἀπὸ ἄλλη ἑλληνικὴ πόλη, θὰ γινόταν Ἀθηναῖος πολίτης. Ἕνας γιὸς μιὰς ἀθηναίας μητέρας καὶ ἑνὸς ξένου πατέρα  δὲν θὰ γινόταν. Μόνο ὁ Περικλῆς ὕστερα απὸ δικὴ του νομοθεσία, τὸ -451/0, τροποποίησε  τὸ νόμο γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς ἰθαγένειας ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ δύο Ἀθηναίους γονεῖς. Οἱ Ἄρρενες εἶχαν τὰ πολιτικὰ δικαιώματα γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν στὶς νομοθετικὲς καὶ διοικητικὲς θέσεις, τὰ νόμιμα δικαιώματα νὰ κατέχουν ἰδιοκτησία καὶ νὰ συμμετέχουν προσωπικὰ στὸ δικαστικὸ σύστημα, καθὼς καὶ τὸ κοινωνικὸ δικαίωμα νὰ κυκλοφοροῦν ἐλεύθερα στὴ δική τους χώρα.

Οἱ διαιρέσεις μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ἀποτυπώνονταν καί, κατὰ μία ἔννοια, ἐπικυρώνονταν καὶ ἐνισχύονταν ἀπὸ τοὺς ἀθηναϊκοὺς θρησκευτικοὺς θεσμούς. Ἐκτός ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι μία οἰκογένεια, ἡ Ἀθήνα ἦταν ἀκόμα, στὸ πέμπτο αἰώνα, μιὰ κοινωνία ποὺ ἔπρεπε νὰ κατέχει ἕναν δυνατὸ στρατό, ποὺ ὅλοι οἱ ἄρρενες ἔπρεπε νὰ ὑπηρετήσουν, ὅπως ἀπαιτοῦνταν, ἀπὸ τὶς ἡλικίες 18 ἕως 60, στὸ στρατό, στὸ ναυτικό, ἢ στὸ ἱππικό τῆς πόλεως-κράτους.

Αὐτὸ τὸ βλέπουμε νὰ ἀντανακλᾶται στὸν Ἐφηβικὸ Ὅρκο:

 

ΟΡΚΟΣ —

Οὐκ αἰσχυνῶ τὰ ἱερὰ ὅπλα, οὐδὲ λείψω τὸν

παραστάτην ὅπου ἂν στοιχήσω· ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ

 ἱερῶν καὶ ὁσίων καὶ οὐκ ἐλάττω παραδώσω τὴν πατρίδα,

 πλείω δὲ καὶ ἀρείω κατά τε ἐμαυτὸν καὶ μετὰ ἁπάντων,

 καὶ εὐηκοήσω τῶν ἀεὶ κραινόντων ἐμφρόνως. καὶ τῶν

 θεσμῶν τῶν ἱδρυμένων καὶ οὓς ἂν τὸ λοιπὸν ἱδρύσωνται

 ἐμφρόνως· ἐὰν δέ τις ἀναιρεῖ, οὐκ ἐπιτρέψω κατά τε

ἐμαυτὸν καὶ μετὰ πάντων, καὶ τιμήσω ἱερὰ τὰ πάτρια.

ἵστορες θεοὶ Ἄγραυλος, Ἑστία, Ἐνυώ, Ἐνυάλιος, Ἄρης καὶ

Ἀθηνᾶ Ἀρεία, Ζεύς, Θαλλώ, Αὐξώ, Ἡγεμόνη, Ἡρακλῆς,

ὅροι τῆς πατρίδος, πυροί, κριθαί, ἄμπελοι, ἐλάαι, συκαῖ…>

 

ΑΠΟΔΩΣΗ

«Δὲν θὰ καταισχύνω τὰ ὄπλα τὰ ἱερά, καὶ δὲν θὰ ἐγκαταλείψω τὸν πλησίον μου ἱστάμενον, μὲ οἱονδήποτε καὶ ἂν ταχθῶ εἰς τὴν γραμμήν· θὰ ἀμυνθῶ δὲ καὶ ὑπὲρ τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων καὶ μόνος καὶ μετὰ τῶν ἄλλων· τὴν πατρίδα δὲ δὲν θὰ παραδώσω μικροτέραν, ἀλλὰ μεγαλυτέραν καὶ κραταιοτέραν ἀπὸ ὅσην ἤθελον παραλάβει. Καὶ προθύμως θὰ ὑπακούω εἰς τοὺς ἑκάστοτε δικάζοντας καὶ θὰ πολιτεύομαι συμφώνως πρὸς τοὺς καθιερωμένους πολιτικοὺς θεσμοὺς καὶ πρὸς ὅσους ἄλλους ἤθελε τυχὸν ἡ κοινή του λαοῦ ἀπόφασις καθιερώσει. Καὶ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἢν ἤθελε τὶς ἀποπειραθῆ νὰ καταλύση τοὺς θεσμοὺς αὐτοὺς ἢ νὰ ἀντιδρᾶ πρὸς αὐτούς, δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψω, θὰ ἀμυνθῶ δὲ ὑπὲρ αὐτῶν καὶ μόνος καὶ μετὰ τῶν ἄλλων. Καὶ θὰ ἀποδώσω τὴν προσήκουσαν τιμὴν εἰς τὰ ὑπὸ τῶν πατέρων παραδιδόμενα ἱερά. Μάρτυρες τούτων ἔστωσαν ἡ Ἄγλαυρος, ὁ Ἐνυάλιος, ὁ Ζεύς, ἡ Αὐξῶ, ἡ Θαλλῶ, ἡ Ἠγεμόνη ὁ Ἡρακλῆς, τὸ ἔδαφος τῆς πατρίδος, τὸ σιτάρι, τὸ κριθάρι, τ΄ἀμπέλια, τὰ ἐλαιόδεντρα, καὶ συκόδενδρα ».

καί, φυσικά, στὴ φύση τῆς Ἀθηνᾶς Πολιάδος, ποὺ ἦταν ἡ προστάτιδα τῆς πόλεως, καὶ ἀνανακλᾶται στὰ Παναθήναιά της.

Οἱ περισσότερες ἐπιδείξεις ἀπὸ τοὺς διαγωνισμοὺς  τῶν Ἀθηναίων σὲ αὐτὴ τὴν ἑορτή,  παρουσίαζαν  τὶς στρατιωτικές ἱκανότητες, χοροὺς μὲ πανοπλία, ἀσκήσεις ἱππικοῦ, καὶ λοιπά τέτοια, καὶ ἡ Ἀθηναϊκὴ νεολαία στὰ τμήματα τῶν νεανίδων εἶχε ἐκπαιδευτεῖ σὲ αὐτὰ καὶ οἱ νέοι ἄνδρες στὰ ἀνώτερα τμήματα ἄρχιζαν νὰ παρουσιάζουν τὶς ἱκανότητές τους.

Παρόμοιες δραστηριότητες, ὅπως οἱ ἱστιοδρομίες πρὸς τιμὴν τοῦ Ποσειδῶνος στὸ Σούνιο ἢ οἱ διαγωνισμοί στὴν ἑορτὴ πρὸς τιμὴν τοῦ Θησέως, προωθοῦσαν καὶ παρουσίαζαν τὶς  στρατιωτικὲς γνώσεις. Ἡ Ἀκρόπολη, τὸ ἱερό τῆς Ἀθηνᾶς, ἦταν γεμάτο μὲ ἀφιερώσεις ποὺ πανηγύριζαν ἀθηναϊκὲς νίκες ἔναντι ἄλλων Ἑλλήνων ἤ ξένων ἐχθρῶν.

Σὲ ἄλλες δραστηριότητες, ἡ ἀξία τῆς στρατιωτικῆς πλευρᾶς τῆς ἀθηναϊκῆς ζωῆς τονιζόταν ἐπίσης. Οἱ ἔφηβοι ἐπισκέπτονταν τοὺς τύμβους καὶ ἔκαναν προσφορὲς στοὺς νεκροὺς τοῦ πολέμου καὶ στοὺς ἥρωες τῶν μεγάλων ἀθηναϊκῶν στρατιωτικῶν νικῶν, ἀκόμα καὶ στὰ Διονύσια ἐν Ἄστει, μὲ τὶς κωμωδίες καὶ τὶς τραγωδίες, οἱ Ἀθηναῖοι ὀργάνωναν μία πομπή νέων μὲ πανοπλίες, οἱ ὁποῖοι  ἦταν τὰ ὀρφανά τῶν νεκρῶν στρατιωτῶν ποὺ μεγάλωναν μὲ ἔξοδα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κράτους-πόλεως.

Οἱ δραστηριότητες τῶν γυναικῶν ἐπικεντρώνονταν στὴν τεκνοποίηση καὶ στὴ διατροφὴ τῶν παιδιῶν, οἱ ἑορτὲς τῆς Ἀρτέμιδος καὶ τῆς Δήμητρος τόνιζαν αὐτοὺς τοὺς ρόλους, συνήθως μὲ τὸν ἀποκλεισμό τῶν ἀνδρῶν.

Οἱ γυναῖκες ἦταν ἐξάλλου ποὺ ἔτειναν στὴ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης καὶ τῆς Ἥρας Τελείας (τοῦ γάμου).

Οἱ Ἑλληνίδες συνέβαλαν στὴν οἰκονομία τῆς οἰκογένειας ἀπὸ τὴν ὕφανση, ἔτσι καὶ στὴν Ἀθήνα, οἱ τέσσαρες ἀρρηφόροι ἔπλεκαν τὸ πέπλο γιὰ τὴν προστάτιδα τῆς πόλης. Στὴ ζωφόρο τοῦ Παρθενῶνος ποὺ παρουσιάζει τὴν πομπὴ τῶν Παναθηναίων, ὑπάρχουν οἱ νεαροὶ ἄνδρες ἱππεῖς ποὺ φέρουν δόρατα, καὶ οἱ νεαρὲς γυναῖκες μεταφέρουν καλάθια μὲ τὰ ἱερὰ γιὰ τὴ θυσία.

Οἱ ἑκατὸ νεαρὲς γυναῖκες ποὺ μεταφέρουν τὰ καλάθια, ἐνδεδυμένες μὲ ὡραῖα ροῦχα καὶ  κοσμήματά, προσθέτουν τὸ κάλλος στὴ πομπή.

Οἱ νεαροὶ ἄνδρες προωθοῦν τὴν στρατιωτικὴ ὑποχρέωση.

Αὐτὰ καὶ ἄλλα τμήματα δραστηριοτήτων μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ἐνέπνεαν τὸν τομέα τῆς νεολαίας ἀπὸ τὸ συνολικὸ  πρόγραμμα τῶν ἀθηναϊκῶν θρησκευτικῶν δραστηριοτήτων.

Ἡ θρησκεία προσέφερε ἐπίσης ὑποστήριξη στὸ πολιτικὸ ἱστὸ τῶν Ἀθηνῶν. Ἕνας Ἀθηναῖος ὁ ὁποῖος, ὡς ἐνήλικας, ἤθελε νὰ γίνει ἄρχοντας, ὑποβάλονταν, μπροστὰ στοὺς ἐκπροσώπους τῆς βουλῆς, στὰ ἀκόλουθα ἐρωτήματα:

«Ποιὸς εἶναι ὁ πατέρας σου, καὶ ἀπὸ ποιούς δήμους κατάγεται ; »

«Ποιὸς εἶναι ὁ παπποὺς σου ; »

« Ποιὰ εἶναι ἡ μητέρα σου ;»

«Ποιὸς εἶναι ὁ πατέρας της, καὶ ἀπὸ ποιοὺς δήμους κατάγεται ;»

«Λατρεύεις τὸν Ἀπόλλωνα Πατρῶο, τὸν Ζεῦ Ἕρκειο, καὶ ποῦ εἶναι ἱερά τους;»

«Ἔχετε οἰκογενειακοὺς τάφους, καὶ ποῦ εἶναι;»

«Περιθάλπτεις τοὺς γονεῖς σου καλά καὶ μὲ εὐσέβεια;»

«Πληρώνεις τοὺς φόρους σου;»

«Ἔχεις συμμετάσχει σὲ στρατιωτικὲς  ἐκστρατεῖες;»

 Ἡ κάθε ἐρώτηση, εκτὸς ἀπὸ τὶς δύο τελευταῖες εἶχαν ἀπὸ ἕνα θρησκευτικὸ στοιχεῖο. Νόμιμη γέννηση ἀπὸ ἕναν Ἀθηναῖο πολίτη, βεβαιωνόταν καὶ ἐπικυρωνόταν στὴν ἑορτὴ τῶν Ἀπατουρίων, μπροστὰ στὸ βωμὸ τοῦ Διὸς Φρατρίου καὶ τῆς Ἀθηνᾶς Φρατρίας.

Ἡ κατοχὴ ἱεροῦ τοῦ Διὸς Ἑρκείου διαβεβαίωνε μία μόνιμη κατοικία στὴν Ἀθήνα.

Οἱ Τάφοι ἦταν ἀπόδειξη τῆς κατάλληλης φροντίδας τῶν νεκρῶν.

Καὶ ἡ περίθαλψη τῶν γονέων, εἶχε ἕνα θρησκευτικὸ στοιχεῖο ἐπικύρωσης.

Ὁ Ἀπόλλων Πατρῶος, μέσα σὲ αὐτὸ τὸ ἐρωτηματολόγιο,  εἰσάγει μία νέα πτυχὴ τοῦ προσώπου τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας. Δὲν ἦταν ἀνάμεσα στοὺς ἀρχαίους προγονικοὺς προστάτες τῆς Ἀθήνας, ὅπως ἡ Ἀθηνᾶ, ὁ Ποσειδώνας, καὶ ὁ Ἥφαιστος, ἀλλὰ τελικὰ τοῦ δόθηκε μία σημαντικὴ θέση στὴ γενεαλογία τῶν Ἀθηναίων καὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

Οἱ Ἴωνες, ποὺ κατάγονταν ἀπὸ αὐτοὺς, εἶχαν δημιουργήσει ἀποικίες στὶς ἀκτὲς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Ὁ μύθος ποὺ κάνει τὸν θεὸ Ἀπόλλωνα προστάτη στοὺς Ἀθηναίους δραματοποιήθηκε σὲ ἕνα ἔργο τοῦ Εὐριπίδη, τὸν Ἴων, ἕνα ἔργο ποὺ θὰ πρέπει νὰ διαβαστεῖ στὸ σύνολό του, τόσο γιὰ τὴ συναρπαστικὴ πλοκή του οσο καὶ γιὰ τὸ τί ἀποκαλύπτει γιὰ τὸν πρώϊμο Ἀθηναϊκὸ μύθο.

Σὲ μιὰ πολὺ περιληπτικὴ μορφὴ τοῦ μύθου ,ὁ  Ἀπόλλων τῶν Δελφῶν, ὅπως περιγράφει ὁ Εὐριπίδης,  ἄφησε ἔγκυο διὰ τῆς βίας τὴν Κρέουσα, τὴν κόρη τοῦ Ἐρεχθέα. Ἐκείνη ὅταν γέννησε    ἐγκατέλειψε τὸ παιδί σὲ μία σπηλιὰ τῆς Ἀκροπόλεως, ὁ Ἀπόλλωνας ἔφερε τὸ παιδὶ στοὺς Δελφοὺς καὶ τὸ τοποθέτησε στὴν ὑπηρεσία τοῦ ναοῦ. Τὸ ἀγόρι, ὁ Ἰων, τελικὰ ἀνακαλύφθηκε ἀπὸ τὴ μητέρα του καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἀθήνα, ὅπου θὰ γινόταν  βασιλιάς.

Ὁ Ἴων, γίνεται ὁ ἐπώνυμος ἥρωας γιὰ ὅλους τους Ἴωνες, συμπεριλαμβανομένων τῶν Ἀθηναίων, καὶ οἱ τέσσερις γιοὶ του νὰ γίνουν οἱ ἐπώνυμοι ἥρωες τῶν τεσσάρων φυλῶν, χαρακτηριστικὸ τοῦ λαοῦ τῶν  Ἰώνων.

Ὁ Ἀπόλλων εἶναι ἐπομένως, ὅπως ίσχυρίζεται ἡ ἀρχικὴ πηγή, μέσω τοῦ Ἴωνος καὶ τῶν γυιῶν του, ἀπὸ τὴν πρὸ-Κλεισθενικὴ, τῶν τεσσάρων φυλῶν, δομὴ τῶν  Ἀθηναίων ἀρρένων πολιτῶν, ἔτσι τὸν ἕκτο αἰώνα, ἕνας Ἀθηναῖος θὰ εἶναι ἕνας Ἐρεχθεύς μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὸν Ἐρεχθέα, ἀλλά, ἂς ποῦμε, ἕνα μέλος ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Γελέοντος ἀπόγονος τοῦ παιδιοῦ τοῦ Ἴωνος (Γελέων).

Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια ὁ Ἀπόλλων Πύθιος τῶν Δελφῶν ἦταν Πατρῶος, Προγονικὸς δηλαδὴ θεὸς στοὺς Ἀθηναίους, ἀλλὰ καί μέσω ἑνὸς δικοῦ τους, τοῦ Ἴωνος, οἱ Ἀθηναῖοι θὰ μποροῦσαν νὰ διεκδικήσουν κάποια τουλάχιστον μυθικὴ αὐθεντία ἐπὶ τῶν ἀποικιῶν τῶν Ἰώνων στὴ Μικρὰ Ἀσία. Ἔτσι, κάθε Ἀθηναῖος πολίτης ἔπρεπε νὰ ἦταν σὲ θέση νὰ ἀποδείξει τὴ λατρεία τοῦ Ἀπόλλωνα Πατρώου τιμῶντας τὶς προγονικὲς του ρίζες. Ἡ πόλις κράτος, ὅπως ἀκριβῶς εἶχε τὴν ἐθνικὴ λατρεία τῆς Ἑστίας, ἔτσι εἶχε καὶ ἕνα κρατικὸ πολιτειακὸ  ἱερὸ γιὰ τὸν Ἀπόλλωνα Πατρῶο στὴν Ἀγορά τῶν Ἀθηνῶν.

Στὴν Ἀθήνα, οἱ τέσσερις φυλὲς τῶν Ἰώνων, ἐπισκιάσθηκαν  σὲ μεγάλο βαθμὸ ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τῶν δέκα φυλῶν, λόγω τῆς πολιτικῆς ὀργάνωσης, ἀπὸ τὸν Κλεισθένη.

Σὲ ἕνα σύστημα περιφερειακῶν καὶ ἀναλογικῶν ἐκπροσώπων, ὁ κάθε δῆμος εἶχε ἀνατεθεῖ σὲ μία ἐκ αὐτῶν τῶν νέων φυλῶν. Οἱ φυλὲς ἔγιναν οἱ βασικὲς πολιτικὲς καὶ στρατιωτικὲς μονάδες τῆς Ἀθήνας, μὲ κάθε φυλὴ  ν’ἀποστέλει  πενήντα μέλη γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν στὴ Βουλὴ  καὶ μὲ τὸ στρατὸ ὀργανωμένο σὲ φυλετικὲς μονάδες.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς διαγωνισμοὺς στὶς ἑορτὲς, ὅπως αὐτὸς τῶν διθυράμβων στὸ Διονυσία ἐν Ἄστει, τῶν ἱστιοδρομιῶν στὸ Σούνιο, καὶ ἀρκετῶν ἄλλων στὰ Παναθηναῖα, ἦταν ἀγῶνες μεταξὺ αὐτῶν τῶν φυλῶν.

Σημαντικὸ καὶ μὲ θρησκευτικοὺς ὅρους ἦταν τὸ πῶς ἡ κάθε φυλὴ εἶχε προσδιορισθεῖ,  ὅπως ἀπὸ τὸ μαντεῖο τῶν Δελφῶν, ἕνας προϋπάρχων ἀττικὸς ἥρωας εἶχε συστηθεῖ  ὡς ἕνας ἐπώνυμος ἥρωάς του, ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, μιὰ φυλὴ εἶχε πάρει τὸ ὄνομά του Αἰγέα, τοῦ  πατέρα τοῦ Θησέως, μετὰ μιὰ ἄλλη τὸ ὄνομα τοῦ Σαλαμίνιου ἥρωος, τοῦ Αἴαντος. Μετὰ τὶς μεταρρυθμίσεις τοῦ Κλεισθένους το -508/7, ὁ Ἀθηναῖος θὰ προσδιόριζε τὸν ἑαυτό του ὡς Ἐρεχθεῖδα, δηλαδὴ ὡς ἀπόγονο τοῦ Ἐρεχθέως, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ἕνας ἀπὸ τὸ δῆμο τῆς Ἐρχιᾶς ποὺ εἶναι μέλος τῆς φυλῆς τοῦ Αἰγέα, στὴν ὁποία ἀνῆκε ἡ Ἐρχιᾶς.

Κάθε ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δέκα ἐπώνυμους ἥρωες εἶχε τὸ δικό του ἱερό, ὅπου τὰ μέλη τῆς φυλῆς του, θὰ συγκεντρώνονταν κάθε χρόνο γιὰ θυσία καὶ γιὰ ἑορτὴ καὶ ὅπου, ἂν κατάφερνε κάποιος ἐκ τῶν μελῶν καὶ ἔβγαινε νικηφόρος ἀπὸ τοὺς διαγωνισμοὺς τῆς πόλεως κράτους, θὰ μποροῦσαν νὰ ἀνεγείρουν ἀφιερώματα.

Ἡ πολιτεία, πάλι, εἶχε στὴν Ἀγορὰ ἕνα ἐνωτικὸ ἱερὸ μὲ τὰ ἀγάλματα τῶν δέκα ἐπωνύμων ἡρώων τῶν φυλῶν.

Παραθέτοντας τὴν ἀθηναϊκὴ κοινωνικο-πολιτικὴ δομὴ τῶν ἀρρένων, ἀπὸ τὴν οἰκογένεια στὸ δῆμο καὶ τὴ φυλή, φτάνουμε στὴν Ἀθηναϊκὴ Βουλή, τὸ Συμβούλιο τῶν 500, ὅπου πενήντα πολίτες ἀπὸ κάθε φυλὴ ὑπηρετοῦσαν γιὰ ἕνα χρόνο.

Ἡ Βουλὴ συνεδρίασε στὸ Βουλευτήριο στην Αγορά, ¨τὸ ὁποῖο εἶχε πάλι τοὺς προστάτες του, τὸν Δία Βουλαῖο καὶ τὴν  Ἀθηνᾶ Βουλαία, στὸ βωμὸ τῶν ὁποίων προσφέρονταν οἱ προσευχὲς πρὶν ἀπὸ κάθε συνεδρίαση.

Μία προσευχὴ ἄνοιγε ἐπίσης τὶς συνεδριάσεις, τέσσερις φορὲς κάθε μῆνα, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴν δημοτικὴ συνέλευση ὅλων των ἀθηναίων πολιτῶν. Δὲν ἔχουμε τὸ περιεχόμενο αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ἀλλὰ οἱ γυναῖκες στὶς Θεσμοφοριάζουσες τοῦ Ἀριστοφάνη (στίχοι 295 ἕως 371) προσφέρουν μία προσευχὴ πρὶν τὴν «Ἐκκλησία» τους, ἡ ὁποία εἶναι μία παρωδία τῆς πραγματικῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ δήμου.

Ἐχοντας ὑπὀψιν τὸν Θρησκευτικὸ ρόλο τῶν γυναικῶν στὴν ἑορτὴ τῶν Θεσμοφορίων, εἴμαστε σὲ θέση νὰ ἐκτιμήσουμε τόσο τὶς σοβαρὰ ὅσο καὶ τὰ χιουμοριστικὰ στοιχεῖα αὐτῆς τῆς Ἀριστοφανικῆς προσευχῆς.

Μία κήρυκας – ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἕνας κήρυκας σὲ μία πραγματικὴ Ἐκκλησία – ἀρχίζει τὴν προσευχή καὶ ὁ χορὸς τῶν γυναικὼν τὴ συνεχίζει:

 

ΚΥΡΗΚΑΙΝΑ:

Γενηθήτω σιωπὴ, Γενηθήτω σιωπὴ ,Προσευχηθεῖτε στὶς δύο θεσμοφόρες θεές,

στὴ Δήμητρα καὶ στὴν Κόρη καὶ στὸν Πλούτωνα,

καὶ στὴ Καλλιγένεια καὶ στὴ Κουροτρόφο Γαία

καὶ στὸν Ἑρμῆ καὶ στὶς Χάριτες,

νὰ τὴν εὐοδώσουν τούτη τὴν Ἐκκλησία,

καὶ γιὰ τὸ καλό της πόλεως τῶν Ἀθηναίων ,

νὰ ἔχει πολλὰ ὀφέλη , καὶ γιὰ τὴ δικὴ μας καλὴ τύχη.

Κι’ὅποια πεῖ καὶ κάνει τὰ καλλίτερα καὶ γιὰ ἐμᾶς καὶ γιὰ τὸν δῆμο τῶν Ἀθηναίων, αὐτὴ νὰ πάρει τὸ βραβεῖο.

Στεῖλτε αὐτὲς τὶς εὐχὲς στὸν οὐρανὸ καὶ θὰ ἔχετε καλὴ τύχη γιὰ τὸν ἑαυτό σας.

 

ΙΗ ΠΑΙΩΝ ΙΗ ΠΑΙΩΝ ΙΗ ΠΑΙΩΝ

 Ἂς χαροῦμε.

ΧΟΡΟΣ: Εἴθε νὰ δεχθοῦν οἱ θεοὶ τὶς προσφορὲς

καὶ τὶς προσευχές μας.

Δία παντοδύναμε καὶ χρυσόλυρε Φοῖβε

ποὺ βασιλεύεις στὴ Δῆλο τὴν ἅγια,

κι’ἐσὺ Παρθένα καὶ Χρυσολόγχη,

ποὺ τούτη τὴν πόλη κατοικεῖς τὴν δοξασμένη,

Ἔλα .

Καὶ ἔνδοξη ἐσὺ κυνηγήτρια κόρη

τῆς Λητοῦς τῆς πανέμορφης,

κι’ἐσὺ Ποσειδῶνα σεβάσμιε,

ἀπὸ τὰ βάθη τῆς θάλασσας,

μὲ τοὺς ἀφροὺς καὶ τὰ κύματα, Ἔλα.

Καὶ Κόρες τοὺ θαλασσιου Νηρέως

καὶ τοῦ βουνοῦ Νύμφες ,

Λύρα χρυσὴ

νὰ ἠχήσει τὶς εὐχὲς μας συνοδεύοντας,

 κι’ομορφα νὰ τελειώσει τούτη ἡ συνέλευση

 Ἀρχόντισσες κόρες τῶν Ἀθηναίων.

 

ΚΥΡΗΚΑΙΝΑ:

Προσευχηθεῖτε στοὺς θεοὺς καὶ στὶς θεὲς τοῦ Ὀλύμπου

 καὶ στὶς θεὲς καὶ θεοὺς τῶν Δελφῶν

 καὶ τῆς Δήλου, καὶ στοὺς ἄλλους θεούς,

 ἂν κάποιος μηχανεύεται κακὸ γιὰ τὸ γένος των γυναικῶν

 ἢ προτείνει εἰρήνη μὲ τὸν Εὐριπίδη καὶ τοὺς Πέρσες

 ἢ σχεδιάζει νὰ ἐγκαταστήσει τυραννία

 ἢ τὸν τύραννο νὰ ἐπαναφέρει,

 ἢ ὅποιος μαρτυρᾶ γυναίκα ποὺ προβάλλει

 ξένο παιδὶ γιὰ σπλάχνο της

 ἢ δούλα ποὺ τὴν ἔχει μεσίτρα ἡ κυρά της

 κι αὐτὴ τὸ λέει στ’ ἀφεντικό,

 ἢ ὅποια τὴν ἔστειλαν μαντάτα νὰ πεῖ

 κι αὐτὴ λέει ἄλλα,

 ἂν ὁ ἀγαπητικὸς μίας παντρεμένης

 δῶρα τάζει στα ψέμματα- καὶ τίποτα δὲν δίνει,

 ἢ ἂν μιὰ γριὰ δῶρα πολλὰ δίνει στὸν ἐραστή της

 ἢ ὅποια δέχεται ἐραστὴ καὶ ὅμως τὸν προδίδει

 ἢ ταβερνιάρης ταβερνιάρισσα ξίκικα πουλοῦν…

 ὅλες σας εὐχηθεῖτε τὸ σπιτικό τους και οι ἴδιοι

 ὅλοι τους νὰ βροῦν κακό.

 Καὶ σὲ σᾶς ὅλες πολλὰ καλὰ νὰ δώσουν οι θεοί.

 

Ἡ Κυρήκαινα στὴν Ἐκκλησιὰ τῶν γυναικῶν στὰ Θεσμοφόρια, ἐπικαλεῖται φυσικὰ πρῶτα τὶς θεότητες ποὺ συνδέονται μὲ τὴν ἑορτή:

τὴ Δήμητρα Θεσμοφόρο καὶ τὴν Κόρης της, μετὰ τὸν Πλούτων καὶ τὴν Καλλιγένεια.

Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτοὺς, ἀπευθύνεται στὴ Κουροτρόφο Γῆ  (τὴν τροφὸ τῶν παιδιῶν), τὸν Ἑρμῆ, καὶ τὶς Χάριτες. Οἱ γυναῖκες στὴ συνέχεια προσθέτουν τὸν Δία, τὸν Ἀπόλλωνα, τὴν Ἀθηνᾶ, τὴν Ἀρτέμιδα, τὸν Ποσειδῶνα, τὶς Νηρηίδες τῆς θάλασσας, καὶ τὶς Νύμφες τῶν βουνῶν.

Μερικὰ ἀπὸ τὰ αἰτήματα τῆς προσευχῆς τῶν γυναικῶν, ὅπως ἡ καταδίκη τῶν μοιχῶν, οἱ ψεῦτες δούλοι καὶ οἱ ἀπατεῶνες ἔμποροι, προέρχονται ἀπὸ τὸν τυπικὸ ἀριστοφανικὸ ἀστεϊσμὸ ποὺ ἀπευθύνονταν στὶς γυναῖκες, στοὺς  δούλους καὶ στοὺς ἀπατεῶνες ἔμπορους, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ ἄλλα εἶναι ἀντίστοιχα σὲ πραγματικὲς προσευχὲς καὶ ὅρκους ποὺ πραγματοποιοῦνταν μέσα στὸ πλαίσιο τῶν νομοθετικῶν καὶ δικαστικῶν συνελεύσεων καὶ ἀντανακλοῦσαν τὴ βαθιὰ ἀνησυχία τῶν Ἀθηναίων:

Στοὺς δεινοὺς ρήτωρες μὲ τὴ φαρμακερὴ γλῶσσα, ποὺ ἀπἐκρουαν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ὀποιοδήποτε γιὰ νὰ ἐπικρατοῦν στὶς συζητήσεις.

Σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐξαπατοῦσαν τοὺς συμπολίτες τους καὶ παραβιάζαν τοὺς  παραδοσικοὺς ὅρκους, ἢ ποὺ ἐπιδίωκαν νὰ ἀλλάξουν τὸ νόμο καὶ τὰ διατάγματα τοῦ κράτους, ἢ σὲ αὐτοὺς  ποὺ μαρτυροῦσαν τὰ μυστικὰ μὲ τὸν ἐχθρὸ γιὰ τὸ δικὸ τους κέρδος τους καὶ ἔπρεπε νὰ τιμωρηθοῦν.

Ὁ φόβος τῶν τυράννων, σχεδὸν ἕναν αἰώνα μετὰ τὴν ἀνατροπὴ τοῦ τυράννου Πεισίστρατου, καὶ ὁ φόβος τῶν Περσῶν, δύο γενιὲς μετὰ τὴν ἥττα τους, παρέμεναν προφανῆ σὲ αὐτὲς τὶς προσευχές.

Ὁ Ἀριστοφάνης στὴν κωμωδία του καὶ οἱ ἄνδρες Ἀθηναῖοι  στὴ ζωή τους, μέσα στὶς συνελεύσεις καὶ τὰ δικαστήρια τους, ζητοῦσαν ἀπὸ τοὺς θεοὺς νὰ παρίστανται σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ οὐσιαστικὰ πολιτικὰ ζητήματα καὶ νὰ τιμωροῦν τοὺς παραβάτες.

Ἕνας σημαντικὸς κανόνας στὴν Ἀθηναϊκὴ κοινωνία  ἦταν ὅτι οἱ συμπολίτες δὲν παραβίαζαν τοὺς «παραδοσιακοὺς ὅρκους,» καὶ αὐτὸ, ἐπειδὴ μέσω αὐτῶν τῶν ὅρκων οἱ Ἀθηναῖοι ἔθεταν ὑπὸ τὴν θεία ἐποπτεία κρίσιμα στοιχεῖα τοῦ πολιτικοῦ τους συστήματος.

Οἱ Ἀθηναῖοι πίστευαν ὅτι τέτοιοι ὅρκοι, ἔκαναν ἰσχυρὴ τὴ δημοκρατία τους :

καὶ μήν, ὦ ἄνδρες, καὶ τοῦθ᾽ ὑμᾶς δεῖ μαθεῖν, ὅτι τὸ συνέχον τὴν δημοκρατίαν ὅρκος ἐστί.

 

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΤΑ ΛΕΟΚΡΑΤΟΥΣ 79

Τέτοιος ἦταν καὶ ὁ ὅρκος τῶν ἐφήβων, ὅπως εἴδαμε λίγο παραπάνω, καὶ ἐκεῖ μεταξὺ ἄλλων, ὁρκίζονταν νὰ ὑπακούουν τοὺς ἀνωτέρους τους καὶ τοὺς νόμους, ἐπίσης νὰ ἀντιταχθοῦν σὲ ὅποιον προσπαθοῦσε νὰ τοὺς καταστρέψει.

 

Τὰ μέλη τῆς Βουλῆς ὁρκίζονταν «νὰ συμβουλεύουν τὰ καλύτερα πράγματα γιὰ τὴν πόλη», καὶ οἱ ἄρχοντες ὁρκίζονταν  «νὰ κυβερνοῦν δικαίως.»

Οἱ ενορκοι τῶν Ἀθηνῶν, ἀριθμοῦσαν τοὺς 6.000 γιὰ κάθε χρόνο καὶ ὁρκίζονταν μὲ τὸν πιὸ περίτεχνο ὅρκο:

 

Ὅρκος Ἡλιαστῶν

ψηφιοῦμαι κατὰ τοὺς νόμους καὶ τὰ ψηφίσματα τοῦ δήμου τοῦ Ἀθηναίων καὶ τῆς βουλῆς τῶν πεντακοσίων. καὶ τύραννον οὐ ψηφιοῦμαι εἶναι οὐδ’ ὀλιγαρχίαν· οὐδ’ ἐάν τις καταλύῃ τὸν δῆμον τὸν Ἀθηναίων ἢ λέγῃ ἢ ἐπιψηφίζῃ παρὰ ταῦτα, οὐ πείσομαι· οὐδὲ τῶν χρεῶν τῶν ἰδίων ἀποκοπὰς οὐδὲ γῆς ἀναδασμὸν τῆς Ἀθηναίων οὐδ’ οἰκιῶν· οὐδὲ τοὺς φεύγοντας κατάξω, οὐδὲ ὧν θάνατος κατέγνωσται, οὐδὲ τοὺς μένοντας ἐξελῶ παρὰ τοὺς νόμους τοὺς κειμένους καὶ τὰ ψηφίσματα τοῦ δήμου τοῦ Ἀθηναίων καὶ τῆς βουλῆς οὔτ’ αὐτὸς ἐγὼ οὔτ’ ἄλλον οὐδένα ἐάσω.

οὐδ’ ἀρχὴν καταστήσω ὥστ’ ἄρχειν ὑπεύθυνον ὄντα ἑτέρας ἀρχῆς, καὶ τῶν ἐννέα ἀρχόντων καὶ τοῦ ἱερομνήμονος καὶ ὅσοι μετὰ τῶν ἐννέα ἀρχόντων κυαμεύονται ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ, καὶ κήρυκος καὶ πρεσβείας καὶ συνέδρων· οὐδὲ δὶς τὴν αὐτὴν ἀρχὴν τὸν αὐτὸν ἄνδρα, οὐδὲ δύο ἀρχὰς ἄρξαι τὸν αὐτὸν ἐν τῷ αὐτῷ ἐνιαυτῷ. οὐδὲ δῶρα δέξομαι τῆς ἡλιάσεως ἕνεκα οὔτ’ αὐτὸς ἐγὼ οὔτ’ ἄλλος ἐμοὶ οὔτ’ ἄλλη εἰδότος ἐμοῦ, οὔτε τέχνῃ οὔτε μηχανῇ οὐδεμιᾷ.

καὶ γέγονα οὐκ ἔλαττον ἢ τριάκοντα ἔτη. καὶ ἀκροάσομαι τοῦ τε κατηγόρου καὶ τοῦ ἀπολογουμένου ὁμοίως ἀμφοῖν, καὶ διαψηφιοῦμαι περὶ αὐτοῦ οὗ ἂν ἡ δίωξις ᾖ. ἐπομνύναι Δία, Ποσειδῶ, Δήμητρα, καὶ ἐπαρᾶσθαι ἐξώλειαν ἑαυτῷ καὶ οἰκίᾳ τῇ ἑαυτοῦ, εἴ τι τούτων παραβαίνοι, εὐορκοῦντι δὲ πολλὰ κἀγαθὰ εἶναι.

 

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ. ΚΑΤΑ ΤΙΜΟΚΡΑΤΟΥΣ 24.149-151

Σὲ αὐτὸν ἀλλὰ καὶ στοὺς ἄλλους ὅρκους οἱ Ἀθηναῖοι ἀποκάλυπταν τὶς πιὸ ἄμεσες πολιτικὲς ἀνησυχίες τους καὶ ἔβαζαν τὸν ἑαυτό τους  κάτω ἀπὸ θείες κυρώσεις γιὰ ὅ, τί προσδιορίζονταν ὄτι ἦταν σωστὸ μὲ πολιτικὴ καὶ νόμιμη συμπεριφορά.

Ἂν οἱ ἔνορκοι παραβίαζαν τὶς ἀρχὲς αὐτές, ἂν ἔσπαγαν αὐτὸν τὸν ὅρκο, θὰ βρίσκονταν ἀντιμέτωποι μὲ κατάρα καὶ ἔβαζαν σὲ κίνδυνο τοὺς ἑαυτούς τους καὶ τὶς οἰκογένειές τους.

Δὲν ὑπῆρχε κανένας χῶρος διαφυγῆς ἀπὸ τὴν κατάρα, ἐπειδὴ οἱ τρεῖς θεοὶ ποὺ ἐπικαλοῦνταν, ὁ Ζεύς , ὁ Ποσειδών, καὶ ἡ  Δήμητρα, ἐκπροσωποῦσαν, ἀντίστοιχα, τὸν οὐρανό, τὴ θάλασσα καὶ τὴ μητέρα γῆ.

πρῶτον μὲν

γὰρ καὶ μέγιστον οἱ θεῶν ἡμᾶς ὅρκοι κωλύουσι πολεμίους εἶναι

ἀλλήλοις· ὅστις δὲ τούτων σύνοιδεν αὑτῷ παρημεληκώς, τοῦτον

ἐγὼ οὔποτ’ ἂν εὐδαιμονίσαιμι. τὸν γὰρ θεῶν πόλεμον οὐκ οἶδα

οὔτ’ ἀπὸ ποίου ἂν τάχους οὔτε ὅποι ἄν τις φεύγων ἀποφύγοι

οὔτ’ εἰς ποῖον ἂν σκότος ἀποδραίη οὔθ’ ὅπως ἂν εἰς ἐχυρὸν

χωρίον ἀποσταίη. πάντῃ γὰρ πάντα τοῖς θεοῖς ὕποχα καὶ

πάντων ἴσον οἱ θεοὶ κρατοῦσι.

ΑΠΟΔΩΣΙΣ

Πρῶτα πρῶτα, καὶ περισσότερο ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα, οἱ ὅρκοι ποὺ κάμαμε στοὺς θεοὺς μᾶς ἐμποδίζουν νὰ εἴμαστε ἐχθροὶ ἀναμεταξύ μας. Κι ἐκεῖνον ποὺ συνειδητὰ ἀδιαφορεῖ γι’ αὐτοὺς τοὺς ὅρκους, αὐτὸν ἐγὼ ποτὲ δὲ θὰ μποροῦσα νὰ τὸν καλοτυχίσω. Γιατί τὸν πόλεμο τῶν θεῶν δὲν ξέρω οὔτε μὲ ποιὰ γρηγοράδα οὔτε ποῦ πηγαίνοντας θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸν ξεφύγει, οὔτε σὲ ποιὸ σκοτάδι θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ τρυπώσει, οὔτε σὲ ποιὰ ὀχυρὴ τοποθεσία ν’ ἀποσυρθεῖ. Παντοῦ τὰ πάντα ὑπακοῦνε στοὺς θεούς, κι οἱ θεοὶ τὰ ἐξουσιάζουν ὅλα τὸ ἴδιο.

 

ΚΛΕΑΡΧΟΣ ΕΙΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ 2.5.7

Ἡ Ἀθήνα ἦταν, βέβαια, δικαίως ξακουστὴ γιὰ τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς της, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι οἱ θεοὶ στὴν Ἀθήνα δὲν ἦταν, μὲ δική τους πρωτοβουλία, οἱ προωθητὲς τῆς δημοκρατίας ἤ οἱ  ὑποστηρικτὲς μιας πολιτικῆς ὁμάδος ἢ μιὰ κατηγορία πολιτῶν στρέφονταν ἐναντίον τῆς ἄλλης πολιτικῆς ὀμάδος ἤ τῆς κατηγορίας τῶν πολιτῶν.

Βέβαια κάποιοι θεοὶ δὲν ὑπηρετοῦσαν  ὡς οἱ προστάτες τῆς «δημοκρατικῆς» ἢ τῆς «ὀλιγαρχικῆς» ὀμάδας ἢ τῶν πλούσιων ἢ φτωχῶν.

Στὸν πέμπτο αἰώνα δὲν ὑπάρχουν προσευχὲς ἢ θυσίες στὸ Θεὸ ποὺ προωθοῦσε τὴν «Δημοκρατία» ἢ τὴν «Ὀλιγαρχία», ἤ κάποιο ἀγαπημένο πολιτικὸ σύστημα κάποιας μειονότητας τῶν Ἀθηναίων.

Ἀντιθέτως οἱ Ἀθηναῖοι δημιούργησαν τοὺς ὅρκους, ὅπως αὐτὸν τῶν ἐνόρκων γιὰ νὰ ὑποχρεώσουν τοὺς θεούς τους νὰ ἀντιμετωπίσουν τὶς ἀνησυχίες τους.

Μὲ τὸ νὰ τοὺς ἐπικαλοῦν ὡς μάρτυρες σὲ αὐτοὺς τοὺς ὅρκους, οἱ θεοὶ ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιβάλουν τὴν ὑπακοὴ καὶ νὰ τιμωρίσουν τὴν ψευδορκία – ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς διατάξεις τοῦ ὅρκου.

Οἱ Θεοὶ ἀλλοῦ στὸν ἑλληνικὸ κόσμο ὑποστήριζαν τὶς πόλεις-κράτη ποὺ διέπονταν ἀπὸ ὀλιγάρχες, ἀριστοκράτες, καὶ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τυράννους, ἀλλὰ οἱ Ἀθηναῖοι μέσω αὐτῶν τῶν  ὅρκων καὶ μὲ τὶς δημοκρατικὲς διατάξεις τους, οὐσιαστικὰ ἀνάγκαζαν τοὺς θεούς τους νὰ ὑποστηρίξουν τὶς δημοκρατικὲς ἀρχὲς τῆς κοινωνίας τους.

Ἡ  Ἀθήνα γιὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Κλασικῆς περιόδου δὲν ἦταν μία συνηθισμένη ἑλληνικὴ πόλη-κράτος. Γιὰ ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πέμπτου αἰώνα λάμβανε μεγάλα ἔσοδα ἀπὸ τὶς σύμμαχες καὶ ἀργότερα ὑποτελεῖς πόλεις-κράτη ἀπ΄ ὅλο τὸ Αἰγαῖο, καὶ ἦταν, μὲ ἁπλὰ λόγια, ἀσύγκριτα πλούσια.

Ἡ Ἀθήνα ἀφιέρωνε τὸ 1/60 τῶν ἐσόδων αὐτῶν στὴν  Ἀθηνᾶ Πολιάς, καὶ μὲ αὐτὸ καὶ μὲ τὰ ἄλλα κρατκὰ ποσὰ ἡ Ἀθήνα ἦταν σὲ θέση νὰ ὑποστηρίζει τὸ πιὸ ἐκτεταμένο καὶ πιὸ μεγαλοπρεπῆ πρόγραμμα θρησκευτικῶν ἑορτῶν ποὺ ἦταν πασίγνωστο στὸν ἑλληνικὸ κόσμο.

Εἶχε τὶς διπλάσιες ἑορτὲς ἀπὸ ἄλλες πόλεις, καὶ τουλάχιστον 120 ἡμέρες ἀπὸ τὸ Ἀθηναϊκὸ ἔτος ἦταν ἀφιερωμένες σὲ κάποια προσφορὰ ἢ θρησκευτικὴ ἑορτή.

Οἱ Ἀθηναῖοι μποροῦσαν νὰ ξοδέψουν γιὰ τὰ Μεγάλα Παναθήναια καὶ τὶς θυσίες, γιὰ τοὺς διαγωνισμοὺς καὶ τὰ  βραβεῖα, γιὰ τὰ χρυσὰ καλάθια  καὶ ἄλλα, ποσὰ  ἰσοδύναμα μὲ ἑκατομμύρια δραχμὲς σημερινὲς , ἐνῶ τὰ ἀρχεῖα ἀπὸ ἄλλες πόλεις καταγράφουν ἔξοδα γιὰ γιορτὲς σὲ δαπάνες, μόνο μερικὲς χιλιάδες δραχμὲς.

Ἔτσι καὶ τὸ ἀθηναϊκὸ κράτος θὰ μποροῦσε νὰ δαπανήσει ἑκατοντάδες ἑκατομμύρια δραχμὲς γιὰ ἕναν μεγάλο ἀριθμὸ ναῶν ἀπὸ μάρμαρο, ἐνῶ οἱ περισσότερες ἑλληνικὲς πόλεις παρέμεναν ἱκανοποιημένες μὲ ναοὺς καὶ λίγα μόνο ἱερά, ἀπὸ ἀσβεστόλιθο ἤ ἴσως, μὲ μία ἐπένδυση ἀπὸ μάρμαρο.

Θὰ μπορούσαμε νὰ ἀποδώσουμε αὐτὲς τὶς ἀσυνήθιστα μεγάλες δαπάνες τῶν Ἀθηναίων γιὰ τὶς θρησκευτικὲς λατρεῖες σὲ μία σειρὰ ἀπὸ αἰτίες :

Στὴ διαθεσιμότητα τοῦ πλεονάζοντος κεφαλαίου, καὶ σὲ μία προσπάθεια νὰ ψυχαγωγήσουν τοὺς ἀνθρώπους,

στὴν ἀγάπη τους γιὰ τὴ χώρα τους, καὶ μάλιστα, ὅπως ὁ Θουκυδίδης καταγράφει (2.40. 1) ὅπως ὁ  Περικλῆς τὸ περιέγραψε,  στὴν ἀγάπη τους γιὰ τὴν ὀμορφιά.

Εἶναι ἀπολύτως κατανοητὸ καὶ κατάλληλο στὴν ἑλληνικὴ θρησκευτικὴ ἄποψη.

Οἱ θεοὶ ἦταν ἰδιοκτήτες καὶ ὄφειλαν μία ἐπιστροφὴ- ὡς «πρώτους καρποὺς» ἢ ὡς φόρο – ἀπὸ τὰ δῶρα ποὺ παραχωροῦσαν στὸν ἄνθρωπο.

Ὅσο μεγαλύτερα ἦταν τὰ  δῶρα, τόσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀπόδοση ποὺ ὀφείλονταν, καὶ ἀπὸ τὸ -490 μὲ -415 περίπου οἱ θεοὶ ἦταν πολὺ γενναιόδωροι μὲ τοὺς Ἀθηναίους.

Οἱ Ἀθηναῖοι κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ἔγιναν στρατιωτικά, πολιτικά, οἰκονομικὰ καὶ καλλιτεχνικὰ κυρίαρχοι στὸν ἑλληνικὸ κόσμο καὶ ὄχι μόνο, καὶ τὸ μέγεθος καὶ τὸ κόστος τοῦ θρησκευτικοῦ τους προγράμματος ἀντικατοπτρίζει αὐτὸ, ἐπίσης, ἀντικατοπτρίζει τὴ δέσμευσή τους νὰ ἐπιστρέψουν ἕνα μέρος ἀπὸ τὶς ἐπιτυχίες τους στοὺς θεοὺς ποὺ βοήθησαν σὲ αὐτὲς τὶς παροχές.

Εἴδαμε ὅτι κάθε πόλη-κράτος εἶχε, σὲ μεγαλύτερο ἢ μικρότερο βαθμό, τὸ δικό του ξεχωριστὸ πάνθεον τῶν θεοτήτων ποὺ ἐξυπηρετοῦσαν τὶς ἀνάγκες του, ἐπίσης εἶχε τὸ δικό του πρόγραμμα ἑορτῶν, μερικὲς ἀπὸ τὶς ὁποίες ἦταν κοινὲς ἑλληνικά ἑορτὲς καὶ ἀρκετὲς ἦταν μοναδικὲς γιὰ τὴν πόλη.

Εἶχε ἐπίσης τὸ δικὸ της θρησκευτικὸ ἡμερολόγιο καί, σχεδὸν σίγουρα, τὴ  δικὴ της συλλογὴ τῶν ἡρώων ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὶς παραδόσεις της.

Αὐτὲς οἱ πόλεις δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν οἰκονομικὰ τοὺς πολλοὺς καὶ ἀκριβοὺς ναούς, τὰ ἀγάλματα, καθὼς καὶ τὶς διεξαγωγὲς τῶν ἑορτῶν τῆς Ἀθήνας, ἀλλὰ εἶχαν, σὲ μικρότερο βαθμό ὅλα αὐτὰ τὰ ἴδια συστατικά της θρησκείας.

Αὐτὲς, ὅπως ἡ Ἀθήνα καὶ κάθε ἄλλη πόλη-κράτος, στρέφονταν πρὸς τὶς θεότητές τους γιὰ παροχὴ βοήθειας στὶς κρίσιμες ἀνάγκες γιὰ τὴν γονιμότητα τῶν καλλιεργειῶν, τῶν ζώων καὶ τῶν ἀνθρώπων, στὶς ἀνάγκες τῆς καλῆς ὑγείας, τῆς οἰκονομικῆς εὐημερίας, τῆς ἀσφάλειας ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου καὶ τῆς ναυτιλίας, καὶ τὴν θέσπιση τῆς ἐθνικῆς τους ταυτότητας καὶ τὴν ὑποστήριξη τῶν πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν δομῶν τους.

 

Τζόν Μίκαλσον

 

Ἐπιμέλεια Μετάφραση : Ὀρέστης Πυλαρινὸς ender in Ancient Greece. New York

MIKALSON: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ – ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Jon D. Mikalson: «Περί της Λατρείας», στο: sacredatticalendar (Αρθρολόγιο), τελευταία πρόσβαση: 2η Ισταμένου Θαργηλιώνος 3ο έτος της 698ης Ολυμπιάδος / 9. Μαΐου 2016.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ – ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

 

Τί εἶναι ἡ λατρεία στὴν ἑλληνικὴ θρησκευτικὴ παράδοση;

Ἡ Ἑλληνικὴ θρησκευτικὴ λατρεία, εἶναι οὐσιαστικὰ οἱ ἱεροπραξίες, οἱ σπονδὲς καὶ οἱ προσφορὲς ἀγαθῶν ποὺ δείχνουν Τιμή πρὸς τὴν θεότητα. 

Οἱ λάτρεις ἤθελαν νὰ τιμήσουν τὴ θεότητα γιὰ τὴν δύναμη ποὺ εἶχε καὶ γιὰ ὅλα τὰ καλὰ ἀγαθὰ ποὺ τοὺς προσέφερε.

Οἱ Ἕλληνες θεοὶ ἤθελαν ἀπὸ τοὺς λάτρεις τους «Τιμή» καὶ «Σεβασμό», ὅχι «Ἀγάπη» . Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Ἱουδαιοχριστιανικὴ παράδοση, ὁ Ἕλληνας Θεός, ἀκόμη καὶ ὁ πατέρας τῶν Θεῶν, ὁ Δίας, δὲν εἶναι «ὁ πατέρας μας», καὶ ἐμεῖς δὲν εἴμαστε «παιδιά του». 

Δὲν ἀναμένεται νὰ ἀγαπᾶς μία ἑλληνικὴ θεότητα, ὅπως ἕνα παιδὶ ἀγαπάει τὸν γονέα του. 

Εἶναι ἡ «Τιμή» καὶ «Σεβασμὸς» τὸ μόνο ποὺ ἤθελαν οἱ Ἕλληνες Θεοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

Ἀλλὰ τί εἴδους «Τιμὴ» ἔπρεπε νὰ εἶναι αὐτή;

Δὲν εἶναι ἡ τιμὴ ποὺ ὀφείλουν τὰ παιδιὰ στοὺς γονεῖς τους, οὔτε ἡ τιμὴ ποὺ ὀφείλει ἕνας δοῦλος στὸν κύριό του. 

Οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν δούλους, ἀναλογίζονταν ὅτι ἡ δουλοπρέπεια δὲν ἄξιζε σὲ ἕναν ἐλεύθερο ἄνθρωπο καὶ τυπικὰ αὐτὸ ἦταν χαρακτηριστικὸ τῶν βαρβαρικῶν κοινωνιῶν, ὅπως τῆς Περσικῆς κοινωνίας, οἱ Ἑλληνες δὲν ὑποτάσσονταν ποτὲ καὶ σὲ κανέναν, ἀκόμη καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς θεούς τους.

Οἱ Ἕλληνες τιμοῦν τοὺς θεούς τους, ἐπειδὴ αὐτοὶ οἱ Θεοὶ ἔχουν τὴ δύναμη νὰ τοὺς βοηθοῦν, καὶ οἱ Θεοί τοὺς βοηθοῦσαν σὲ θέματα ποὺ οἱ Ἕλληνες πίστευαν ὅτι ἦταν ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῶν δυνατοτήτων καὶ ἐκτὸς τοῦ ἐλέγχου τῶν ἄνθρώπων.

Τὰ θέματα σὲ πιὸ γενικὲς γραμμές περιελάμβαναν: 

1) τὴν εὐφορία τῶν καλλιεργειῶν, τὴν γονιμότητα τῶν ζώων, καὶ τῶν ἀνθρώπων, 

2) τὴν οἰκονομικὴ εὐημερία, 

3) τὴν καλὴ ὑγεία, καὶ 

4) τὴν ἀσφάλεια στοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου καὶ τῆς ναυτιλίας. 

 

Ἀρκετοὶ ἦταν οἱ Ἕλληνες θεοὶ ποὺ συνέβαλαν στὴν ἀνθρώπινη ζωὴ σὲ ἕναν ἢ περισσότερους ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τομεῖς. 

Γιὰ παράδειγμα, οἱ τελετὲς τῆς Δήμητρος, κατευθύνονταν πρὸς τὴ γονιμότητα τῶν καλλιεργειῶν καὶ πιθανῶς τὴ βοήθεια πρὸς τὴ γονιμότητα τῶν ζώων καὶ τῶν ἀνθρώπων ἐπίσης.

Ἡ Ἀφροδίτη εἶχε ἐπίσης τὸν δικὸ της ρόλο στὴν ἀνθρώπινη γονιμότητα, ἡ Ἥρα στὸ γάμο. Ὁ Δίας ἔφερνε τὴ βροχὴ ποὺ ἦταν ἀπαραίτητη, ἤ τὴν ἄφθονη συγκομιδή, προωθοῦσε τόσο τὴν γονιμότητα τῶν καλλιεργειῶν ὅσο καὶ τὴν οἰκονομικὴ εὐημερία στὴν γεωργικὴ κοινωνία. Οἱ τεχνίτες στρέφονταν στὸν Ἥφαιστο καὶ στὴν Ἀθηνᾶ γιὰ τὸ ἔργο τους, καὶ οἱ ναυτικοὶ στὸν Ποσειδῶνα. 

Γιὰ τὴν καλὴ ὑγεία στὰ μέσα τοῦ -πέμπτου αἰώνα οἱ Ἀθηναῖοι στρέφονταν πρὸς τοὺς τοπικοὺς ἥρωες, τὸν Ἀπόλλωνα, ἐπίσης καὶ σὲ μία λατρεία τῆς Ἀθηνᾶς , τὴν Ὑγεία στὴν Ἀκρόπολη ἤ στὸν Ἀσκληπιὸ.

Εἶχαν ἱδρύσει μεγάλα ἱερὰ καὶ κέντρα θεραπείας γιὰ τὸν Ἀσκληπιὸ στὴν Ἀθήνα καὶ στὸ Πειραιά. 

Οἱ Ἀθηναῖοι ἀντιμετώπισαν συχνὰ κινδύνους ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ τὴν ναυτιλία, ἔτσι γιὰ τὸ πρῶτο στράφηκαν στὴν ἔνοπλη προστάτιδά τους, τὴν Ἀθηνᾶ, καὶ γιὰ τὸ δεύτερο στὸν Ποσειδῶνα. Σὲ κάθε ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τομεῖς οἱ Ἕλληνες ἀναγνώριζαν τὴ σημασία τῶν προσπαθειῶν τους, ἀλλὰ στὸν κάθε τομέα ὑπῆρχε ἐπίσης καὶ τὸ στοιχεῖο τοῦ ἀνεξέλεγκτου, καὶ ἐκεῖ ἦταν ποὺ ζητοῦσαν τὴν εὔνοια τῶν θεῶν.

Ὅταν πήγαιναν στὸν πόλεμο ἢ ἀπέπλεαν μὲ τὰ πλοῖα τους γιὰ τὸ θυελλῶδες καὶ φουρτουνιασμένο Αἰγαῖο, ἤθελαν οἱ θεοὶ νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι μαζί τους – ἐξ οὐ καὶ οἱ ἐτήσιες γιορτὲς – γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ τοὺς βοηθήσουν ἂν χρειαζόταν.

– μὲ χέρια ἀγνὰ κι’ἀμόλυντα κατὰ τὴ δύναμη σου

νὰ θυσιάζεις στοὺς ἀθάνατους θεοὺς καὶ νὰ τοὺς καίεις σφαχτὰ παχιὰ, κι ἄλλοτε μὲ σπονδὲς νὰ τοὺς τιμᾶς τὸ βράδυ καὶ τὸ πρωί ποὺ τ’ἅγιο φῶς σκορπίζεται γιὰ νὰ ‘χουν νοῦ καὶ καρδιὰ εὐνοϊκὴ ἔτσι ποὺ νὰ ἀγοράζεις τῶν ἄλλων τὴν κληρονομιὰ κι ὄχι ἄλλος τὴ δικὴ σου.

ΗΣΙΟΔΟΣ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ 336-341

 

– ἐγὼ δέ, ὦ Ἀθηναῖοι, δὲν πιστεύετε ὅτι οἱ θεοί, ἂν νόμιζαν ὅτι εἶχαν ἀδικηθεῖ ἀπὸ μένα, δὲν θὰ μὲ τιμωροῦσαν, ὅταν μέ εἶχαν μέσα στοὺς μεγαλύτερους κινδύνους;

Γιατὶ ποιὸς κίνδυνος εἶναι μεγαλύτερος γιὰ τοὺς ἄνδρες ἀπὸ ὅ, τί νὰ πλέουν στὴ θάλασσα κατὰ τὴ χειμερινὴ περίοδο;

Ὅταν μὲ εἶχαν σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, ὅταν εἶχαν τὸν ἔλεγχο τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας μου, τότε θὰ μὲ ἔσωζαν; Δὲ θὰ ἦταν σὲ θέση ἀκόμη καὶ νὰ ἀποτρέψουν τὸ σῶμα μου ἀπὸ μιὰ πρέπουσα ταφή;

ΑΝΔΟΚΙΔΗΣ 1.137-138

 

Ἤθελαν τοὺς θεοὺς ὡς μία ὀμπρέλα προστασίας, κάτω ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν νὰ ἀσκοῦν τὶς δικές τους ἀνθρώπινες ἱκανότητες. Ἀντιλαμβάνονταν τὴν προστασία τῶν θεῶν, ὅπως οἱ πολίτες ἀντιλαμβάνονταν τὴν προστασία τους ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ γιὰ θέματα πέρα ἀπὸ τὸν ἔλεγχό τους, καί, ὅπως ἀκριβῶς οἱ πολίτες σέβονταν καὶ εὐχαριστοῦσαν τὸν βασιλιᾶ γιὰ τὴν παροχὴ βοήθειας σὲ περιόδους ἀνάγκης, ἔτσι καὶ οἱ Ἕλληνες τιμοῦσαν καὶ εὐχαριστοῦσαν τοὺς θεοὺς γιὰ τὴν βοήθεια τους.

Οἱ Ἕλληνες δὲν εἶχαν θεοὺς ποὺ τοὺς θέσπιζαν κώδικες ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς ἢ τοὺς ἐπέβάλαν ὁποιοδήποτε ἄλλο κώδικα. Οἱ Ἕλληνες λάμβαναν τοὺς κανόνες τῆς ἠθικῆς συμπεριφορᾶς καὶ τοὺς κανόνες τοῦ δικαίου μέσω τῆς ποιητικῆς καὶ ἀργότερα μέσω τῆς φιλοσοφίας. Οἱ Ἕλληνες θεοὶ τιμωροῦν περιστασιακὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀδικία, ἀλλὰ ὄχι τόσο συχνὰ στὴν καθημερινὴ ζωή ὅσο στὴν ἑλληνικὴ λογοτεχνία, συνήθως τιμωροῦν μόνο ὅταν ἡ ἄδικη συμπεριφορὰ προσκρούει στὴν τιμὴ τῶν θεῶν. Σὲ γενικὲς γραμμές, πάνω στὴν πρακτική τῆς θρησκείας τους, οἱ Ἕλληνες πίστευαν ὅτι οἱ θεοὶ τους ἔδειχναν λίγο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἠθικὴ συμπεριφορὰ τῶν θρησκευομένων πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς τους Ἕλληνες.

Ἡ Εὐσέβεια ωστόσο, ἀφοροῦσε τοὺς θεοὺς σὲ μεγάλο βαθμό, καὶ εὐσέβεια στὴν ἑλληνικὴ παράδοση εἶναι ἡ προσφορὰ κατάλληλων τιμῶν στοὺς θεοὺς στὶς κατάλληλες περιστάσεις. Ἡ Εὐσέβεια, γιὰ τοὺς Ἕλληνες, δὲν ἦταν ἕνα θέμα συναισθηματικὸ ἀλλὰ ἦταν θέμα Σοφρωσύνης. Ἦταν λογικὸ κάποιος νὰ τιμᾶ κάποιον ἤ κάποιον ἀπὸ τοὺς θεοὺς ποὺ βοηθᾶ μὲ διάφορους τρόπους, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ εὐσέβεια σὲ μεγάλο βαθμὸ ἦταν θέμα τῆς λογικῆς.

Ὁ ἀσεβὴς ἄνθρωπος – αὐτὸς ποὺ δὲν ἐπιστρέφει δηλαδὴ μὲ τιμὲς τὴν βοήθεια – δὲν εἶναι ὅτι τοῦ λείπει ἡ «πίστη» (μία διατύπωση ποὺ οἱ Ἕλληνες δὲν χρησιμοποιοῦν), ἀλλὰ δὲν ἔχει «λόγο».

Ἡ Ἀσέβεια εἶναι ἀνοησία καὶ ἀρκετὰ συχνὰ ταυτίζεται μὲ τὴν «τρέλα». Καὶ γι’αὐτὸ τὸ λόγο οἱ θεοὶ θὰ τιμωρήσουν αὐτὸ τὸ ἄτομο. Πέρα ἀπὸ τοὺς θεοὺς οἱ Ἕλληνες ἦταν αὐστηροὶ καὶ στὴ νομοθεσία περὶ τῆς Ἀσέβειας

Οἱ Λάτρεις εἶναι εὐσεβεῖς ἄνθρωποι, καὶ ἀποδίδουν τὶς κατάλληλες τιμὲς στοὺς Θεοὺς στὶς κατάλληλες περιπτώσεις. Οἱ περιπτώσεις αὺτὲς ἦταν οἱ ἐτήσιες ἑορτὲς, μία περίοδος προσωπικῆς ἀνάγκης καὶ βαθιᾶς θρησκευτικῆς εὐλάβειας. Οἱ Λάτρεις τῶν θεῶν ἐκφράσουν τὴν τιμή τους, δίνοντας ἀγαθὰ δῶρα στοὺς θεοὺς γιὰ νὰ τοὺς εὐχαριστήσουν γιὰ τὰ ἀγαθὰ δῶρα καὶ τὴ βοήθεια ποὺ τοὺς παρέχει. Θέλουν τοὺς θεοὺς, ἀνὰ πάσα στιγμή, νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι, καὶ ἂν αἰσθάνονται ὅτι οἱ θεοὶ δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι τότε καταβάλουν προσπάθειες γιὰ νὰ τοὺς κατευνάσουν καὶ νὰ τοὺς ξαναφέρουν στὴ καλὴ εὔνοιά τους.

– ὅτι ἐὰν κανεὶς ἄνθρωπος ἠξεύρη καὶ νὰ λέγη καὶ νὰ πράττη εὐάρεστα εἰς τοὺς θεοὺς καὶ ὅταν προσεύχεται καὶ ὅταν θυσιάζη, αὐτὰ εἶναι ὁπού λέγω ἐγὼ εὐσεβῆ ἔργα• ὅλα δὲ αὐτοῦ του εἴδους τὰ ἔργα σώζουν καὶ τοὺς ἰδιαιτέρους οἴκους τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰς κοινᾶς ὑποθέσεις τῶν πόλεων. Ὅσα δὲ ἔργα εἶναι ἐναντία ἀπὸ τὰ εὐάρεστα, εἶναι ἀσεβῆ, τὰ ὁποία ἴσα-ἴσα καταστρέφουν ἐκ θεμελίων καὶ ἐξαφανίζουν τὰ πάντα.

Εὐθύφρων στὸν Πλάτωνα, Εὐθύφρων 14β

 

Μὲ τί ὅμως οἱ θεοὶ εἶναι εὐχαριστημένοι; 

Οἱ θεοὶ εἶναι εὐχαριστημένοι ὅταν τὰ ἀγαθὰ τοὺς δίδονται πρὸς τιμήν τους.

Ποιὸ ὅμως θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ ἀγαθό;

Τὸ ἀγαθὸ θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ εἶναι ἕνας ὕμνος συνθεμένος πρὸς τιμήν τους, ἐξαίροντας τὴ συμβολή τους, τραγουδημένος ἀπὸ μία χορωδία νέων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν στὴν ἑορτὴ τους. 

Ἕνας χορὸς μπορεῖ νὰ συνοδεύει τὸν ὕμνο, ἐπίσης καὶ ἄλλοι χοροὶ καὶ διαγωνισμοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν πρὸς τιμὴν τῶν θεῶν. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀγαθὰ εὐχαριστίες πρὸς τὴ θεότητα. 

Οἱ Θεοί, ἐπίσης, εἶναι ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὰ ἀναθήματα, αὐτὴ εἶναι μία ἄλλη μορφὴ εὐχαριστίας, τὰ ἀναθήματα κοσμοῦν τὰ ἱερά τους. Οἱ θεοὶ , ὅπως καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ἱκανοποιοῦνται μὲ τὰ δῶρα ,τὰ δῶρα τῶν τροφίμων καὶ ποτῶν, τὶς σπονδὲς.

Ἕνα ἀκόμα δῶρο πρὸς τοὺς θεοὺς εἶναι καὶ οἱ θυσίες.

Ἡ Θυσία εἶναι οὐσιαστικὰ μία διαδικασία, μία τελετουργία, κατὰ τὴν ὁποία ἕνα μὴ-ἱερὸ ἀντικείμενο δίνεται ὡς δῶρο σὲ μία θεότητα. Εἶναι σὰν μία ἀφιέρωση, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι τὸ μὴ-ἱερὸ ἀντικείμενο δίνεται πρὸς τὴ θεότητα καὶ ὡς ἐκ τούτου γίνεται ἱερό, ἀλλὰ συνήθως μία ἀφιερωματικὴ θυσία σημαῖνει τὴν παροχὴ τροφίμων ἢ ποτῶν – γιὰ παράδειγμα, οἱ ἄρτοι, τὰ φροῦτα, τὸ κρέας τῶν ζώων, τὸ γάλα, καὶ ἰδιαίτερα τὸ κρασὶ – ὅλα τὰ τρόφιμα καὶ ποτά, τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες ἀπολαμβάνουν. 

Θὰ πρέπει ἴσως ,νὰ διαχωρίσουμε τὶς προσφορὲς τῶν ἄρτων στὸ βωμό, τῶν φροῦτων, τῶν λαχανικῶν τῶν σπονδῶν τοῦ κρασιοῦ ἤ ἄλλων ποτῶν ἀπὸ αὐτὴ τῆς θυσίας ἑνὸς ζώου.

Ἡ κοινὴ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἑλληνικὴ θυσία εἶναι ἁπλῶς μιὰ θανάτωση ζώων γιὰ τοὺς θεοὺς εἶναι λανθασμένη.

Ἡ θανάτωση τοῦ ζώου ἦταν μόνο ἕνα βῆμα, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀπαραίτητο στὴν τελετὴ παρουσίασης τοῦ ζώου πρὸς τὸ θεό. 

Ὅταν μία ἀγελάδα εἶχε θυσιαστεῖ, πρῶτα ἀπὸ ὅλα εἶχε καθαριστεῖ μὲ νερὸ καὶ ἀρώματα, μετὰ εἶχε διακοσμηθεῖ, ὁδηγηθεῖ στὸ βωμό, ἠμιναρκωθεῖ, θανατωθεῖ, ἀφαιμαχθεῖ, τεμαχιστεῖ, καί, τέλος προσφέρονταν στὴ θεότητα.

Συνήθως μόνο μερικὰ τμήματα τοῦ ζώου προσφέρονταν, καὶ κατὰ μία ἔννοια τὸ κάψιμο καθορισμένων τμημάτων τοῦ ζώου στὸ βωμὸ τῆς θεότητος ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα τῆς τελετουργικῆς θυσίας.

Ἄλλα στοιχεῖα αὐτῆς τῆς τελετουργικῆς θυσίας, μετὰ τὴ θανάτωση ἦταν ἡ ἑορτὴ ποὺ ἀκολουθοῦσε.

Ἡ ἑλληνικὴ λέξη Θύειν, σὲ σχέση μὲ τὴν λατινικὴ Fumus, σημαίνει «καπνίζω», δηλαδή κάνω καπνό.

Τὰ καθορισμένα τμήματα τοῦ ζώου, ἤ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις, τὰ ὁλοκαυτώματα, δηλαδὴ, τὸ σύνολο τῶν ζώων «καπνίζονταν» πάνω στὸ βωμό, καὶ ἦταν ἡ κνῖσα ἀπὸ τὴν καύση τοῦ κρέατος ποὺ ἀνυψώνονταν πρὸς τὶς οὐράνιες θεότητες καὶ τὶς εὐχαριστοῦσε.

Σχεδὸν ὅλες οἱ ἑλληνικὲς θυσίες ζώων ἦταν κοινόχρηστες τελετουργίες, ἐκτελοῦνταν μὲ τὴν παρουσία ὅλης τῆς οἰκογένειας, τοῦ χωριοῦ, τῆς πόλεως , τοῦ κράτος, ἢ ἄλλων κοινωνικῶν / πολιτικῶν μονάδων, ἔτσι ὅλα τὰ μέλη αὐτῆς τῆς κοινότητας ἔπαιρναν μέρος στὴ γιορτὴ ποὺ περιλάμβανε τὴ θυσία.

Οἱ ἑλληνικὲς θυσίες ἔτσι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τιμὴ πρὸς τὸν θεό, σηματοδοτοῦσαν τὴν ἐνότητα τῆς κοινότητας, τὴν εὐκαιρία γιὰ μία ἐπίσημη ἑορταστικὴ συγκέντρωση καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπαναβεβαίωνε τὴν αἴσθηση τῆς ἀλληλεγγύης.

Οἱ Θυσίες ἦταν, ὅπως καὶ οἱ προσφορές, οἱ σπονδές, τὰ τραγούδια, οἱ χοροὶ , οἱ ὕμνοι, καὶ τὰ ἀναθήματα, δῶρα πρὸς τὶς θεότητες, τὰ δῶρα ποὺ ἔδιναν οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν τιμή τους πρὸς τὴ θεότητα σὲ ἀντάλλαγμα γιὰ ὅ, τί ἡ θεότητα τοὺς προσέφερε. 

Ἡ θεότητα, μὲ τὴ σειρά της, ἐξέφρασε τὴν ἱκανοποίησή της ἀπὸ αὐτὰ τὰ δῶρα. 

 

-Κάποιος πρέπει νὰ θυσιάσει στοὺς θεοὺς γιὰ τρεῖς σκοπούς: νὰ δώσει τιμή, νὰ δείξει τὴν εὐγνωμοσύνη, ἢ λόγω τῆς ἀνάγκης κάποιου γιὰ τὸ καλό.

Θεόφραστος ,περὶ Εὐσεβείας, ἀπόσπ. 12

Οἱ Ἕλληνες ἐξέφρασαν αὐτὸ τὸ σύμπλεγμα τῶν ἰδεῶν μὲ τὴ λέξη «Χάρις», ἡ χάρις ἀναμενόταν νὰ ἐπιστραφεῖ καὶ ἡ ἀμοιβαία ἀνταλλαγὴ «χάριτων» ἢ «δώρων» ἦταν ἡ καρδιὰ μίας ἐπιτυχημένης σχέσης ἀνθρώπου καὶ θεοῦ. Αὐτὴ ἡ σχέση – μὲ βάση τὶς ἀριστοκρατικὲς καὶ ὄχι ἐμπορικὲς ἀξίες – εἶναι κάτι πιὸ λεπτεπίλεπτο καὶ πιὸ πολύπλοκο ἀπὸ ὅ,τι τὸ «σὲ δίνω ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖς νὰ δώσεις» ποὺ συχνὰ χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ περιγράψει αὐτὸ ποὺ συνεπάγεται.

Οἱ Ἕλληνες θεοὶ δίνουν ἐπιτυχίες στὴ γονιμότητα, τὴν οἰκονομικὴ εὐημερία, τὴν ὑγεία καὶ τὴν ἀσφάλεια. Οἱ ἄνθρωποι δίνουν χάρες (ἐπιστρέφουν ὠς ἀντάλαγμα) στοὺς θεοὺς τὰ ἱερά, τὶς προσφορές, τὶς σπονδές, τὶς θυσίες, τὰ ἀναθήματα, τοὺς ὕμνους καὶ τοὺς χορούς. Οἱ θεοί, μὲ τὴ σειρά τους, «χαίρονται», τὸ χαίρειν ἐτυμολογικὰ σχετίζεται μὲ τὴν «Χάρις», σὲ αὐτὰ τὰ δῶρα τῆς τιμῆς.

Τὰ δῶρα τῶν ἀνθρώπων μπορεῖ νὰ εἶναι, ἐπιπλέον, «κοσμήματα» γιὰ τοὺς θεοὺς καὶ τὰ ἱερά τους, καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ καλλίτερα τῆς ἑλληνικῆς τέχνης, τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, τῆς ποίησης εἶναι ἀποτελέσματα τῆς κλίσης τῶν Ἑλλήνων νὰ κάνουν ὄμορφα δῶρα στοὺς θεοὺς τους . Ἐν ὀλίγοις, οἱ ἄνθρωποι προσπαθοῦν, μέσω τῆς λατρείας, νὰ καθιερώσουν καὶ νὰ διατηρήσουν μὲ τὶς θεότητες τους ἀμοιβαία ἐπωφελεῖς σχέσεις μὲ βάση τόσο τὴν Τιμὴ ὅσο καὶ τὴν Χάρη.

 

– Κι ἐγώ σου κάνω τώρα θέλοντας τὴ χάρη, μ ἄθελά μου 

τί ἂπ ὅσα κάτω ἂπ τὸν ἀστρόφωτο τὸν οὐρανὸ βρίσκονται 

κι ἂπ ὅσα ὁ γήλιος βλέπει βγαίνοντας θνητῶν ἀνθρώπων κάστρα, 

ἄλλο κανένα δὲν ἀγάπησα σὰν τ ἅγιο ἐτοῦτο κάστρο

καὶ σὰν τὸν Πρίαμο τὸν ἀντρόκαρδο μαζὶ μὲ τὸ λαό του 

τί ἂπ τὸ βωμό μου τὰ χαρίσματα δὲν ἔλειψαν καθόλου, 

ἡ κνίσα κι οἱ σπονδές, τί οἱ ἀθάνατοι δὲ λάχαμε ἄλλη χάρη.

Ὅμηρος, Ἰλιάδα Δ,44 ἕως 49 

 

Ὑπῆρχαν μία σειρὰ ἀπὸ ἐτήσιες ἑορτὲς γιὰ τὶς μεγάλες θεότητες, ὁρισμένες ἀπὸ αὐτὲς εἶχαν διάρκεια ἀρκετῶν ἡμερῶν. Μπορεῖ νὰ διέφεραν σημαντικὰ ὡς πρὸς τὶς λεπτομέρειες καὶ τὴ μορφή ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀλλὰ τὰ γενικὰ στοιχεῖα ἦταν τὰ ἐξῆς :

1) ἡ πομπή,

2) ὁ ὕμνος πρὸς τὴ θεότητα,

3) ἡ προσευχή, 

4) ἡ θυσία,

5)οἱ εἰδικὲς ἐκδηλώσεις, ὅπως οἱ διαγωνισμοὶ ἀνάλογα μὲ τὴν θεότητα 

6) ἕνα συμπόσιο γιὰ ὅλους καὶ δεῖπνο ἀπὸ τὸ κρέας τῶν ζώων ποὺ θυσιάζονται.

 

Jon Mikalson 

MIKALSON: ΤΟ ΤΕΜΕΝΟΣ

Jon D. Mikalson: «Το Τέμενος», στο: sacredatticalendar (Αρθρολόγιο), τελευταία πρόσβαση: 2η Ισταμένου Θαργηλιώνος 3ο έτος της 698ης Ολυμπιάδος / 9. Μαΐου 2016.

Ὅπως συνέβαινε πολὺ συχνά, οἱ πρόγονοι σηματοδοτοῦσαν τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὸ βωμό.

Χρησιμοποιοῦσαν ὁριακὲς πέτρες (ὅρια) στὶς γωνίες ἢ περιέφραζαν γύρω, δημιουργῶντας ἔτσι ἕνα κλειστὸ χῶρο , ἕνα ξεχωριστὸ περίβολο.

Ἔτεμνον, δηλαδὴ (ἀπὸ τοῦ τέμνειν), ἕνα κομμάτι γῆς γύρω ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ βωμοῦ, καὶ ὁ σωστὸς ὅρος γιὰ ἕνα τέτοιο κλειστὸ ὁριοθετημένο χῶρο εἶναι, «τέμενος».

Τὸ Τέμενος ποὺ εἶναι ἀφιερωμένο σὲ ἕνα θεὸ εἶναι ἱερό, (Ἱερόν). Οἱ δύο ὄροι μαζί, Τέμενος καὶ Ἱερό, σηματοδοτοῦν τὶς δύο πτυχὲς τοῦ ἱεροῦ:

Τὸ τέμενος ὡς ἕνα ξεχωριστὸ τμῆμα, καὶ τὸ Ἱερό ὡς ἕνας ἱερὸς τόπος, ἰδιοκτησίας τοῦ θεοῦ.

Μποροῦμε νὰ κατασκευάσουμε ἕνα χαμηλὸ φράχτη, πολὺ πιθανὸν ἀπὸ πέτρα ἢ τοῦβλα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξυπηρετοῦν περισσότερο ὥστε νὰ ὁριοθετηθεῖ ἡ ἱερὴ ἔκταση ἀπὸ ὅ, τι γιὰ νὰ τὴν προστατεύσει.

Θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτρέψει τὴν περιπλάνηση κάποιου ζώου, ἀλλὰ ἡ πύλη του δὲν πρέπει νὰ εἶναι κλειδωμένη γιὰ νὰ εἶναι προσβάσιμο στοὺς ἐπισκέπτες.

Τὰ πάντα ἐντός του τεμένους εἶναι «ἱερά», δηλαδή εἶναι ἰδιοκτησία τῆς θεότητος, καὶ εἶναι ἡ θεότητα καὶ ὄχι ὁ φράχτης ποὺ θὰ τὸ προστατεύσει.

«Συλῶ» σημαίνει «ἀφαιρῶ κρυφὰ πολύτιμα ἀντικείμενα ἀπὸ τὸ κτίσμα στὸ ὁποῖο ὀφείλεται σεβασμὸς», δηλαδὴ «λεηλατῶ» «ληστεύω».

Ἀγαθὰ καὶ ἄνθρωποι ἀπολάμβαναν τὴν «’Ασυλία» στὰ ἑλληνικὰ ἱερὰ, τὸ δικαίωμα «νὰ μὴ συληθοῦν».

Τὰ ἄτομα ποὺ ἀναζητοῦσαν καταφύγιο σὲ αὐτὰ τὰ ἱερὰ εἶχαν ἄσυλο.

Ἦταν ὑπὸ τὴν προστασία τῆς θεότητος τοῦ ἱεροῦ καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέπονταν σὲ κανέναν νὰ τοὺς τραβήξει ἔξω παρὰ τὴ θέλησή τους.

Θὰ μποροῦσαν ὡστόσο νὰ ἐξαπατηθοῦν ἀπὸ τοὺς ἔξω ἢ νὰ πεινάσουν, ἀλλὰ σὲ καμμία περίπτωση δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ συρθοῦν βίαια ἔξω.

Τὸ νὰ κλέψει κανεὶς ἰδιοκτησία τοῦ θεοῦ ἀπὸ ἕνα τέμενος ἦταν τόσο ἀστικὸ ὅσο καὶ ἕνα βαρὺ θρησκευτικὸ ἔγκλημα.

Οταν συνελάμβαναν τοὺς κακοὺργους αὺτοὺς στὴν Ἀθήνα, τοὺς προσήγαγαν στὰ δικαστήρια, ἀλλὰ καὶ ἕνας ἀκόμη μεγαλύτερος κίνδυνος ποὺ ἀντιμετώπιζαν αὐτοὶ, εἴτε τοὺς συνελάμβαναν εἴτε ὄχι, ἦταν ἡ ὀργὴ τῆς θιγόμενης θεότητος.

Ἡ κατοικία τῶν θεῶν εἶναι μία κοινὴ προστασία ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Εὐριπίδης, Ἡρακλεῖδαι στ.260

 

Ὁ βωμὸς εἶναι μιὰ ἀδιάσπαστη ἀσπίδα, ἰσχυρότερη ἀπὸ ὅ, τι ἕνα οχυρό.

Αἰσχύλος, Ἱκέτιδες στ.190

 

Ὅλοι μποροῦσαν νὰ εἰσέλθουν στὸ Τέμενος γιὰ λατρεία, εκτὸς καὶ ἀν ἡ λατρεία τῆς θεότητος περιορίζονταν μόνο σὲ ἀνδρες ἤ γυναῖκες.

Ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ τῆς Ἀθήνας θὰ μποροῦσαν νὰ εἰσέλθουν στὸ τέμενος τοῦ θεοῦ γιὰ λατρεία κατὰ βούληση – ἐκτὸς καὶ ἀν ἦταν «μολυσμένοι» τότε δὲν μποροῦσαν.

Ὅσοι ἦταν μολυσμένοι τότε ἦταν τελετουργικὰ ἀκάθαρτοι καὶ στεροῦνταν τὴν πρόσβαση σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ ἱερὰ στὴν Ἑλλάδα.

Ἕνας «ἀκάθαρτος» ἀπὸ τὴ σεξουαλικὴ ἐπαφὴ ἔπρεπε πρώτα νὰ λουστεῖ γιὰ νὰ ἀφαιρέσει τὴν ἀκαθαρσία πρὶν ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ ἱεροῦ. Ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν εἰσέλθει στὸ σπίτι μίας γυναίκας ποὺ μόλις ἔχει γεννήσει δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ εἰσέλθουν σὲ κάποιο ἱερὸ γιὰ τρεῖς ἡμέρες, καὶ οἱ νέες μητέρες καὶ οἱ μαῖες ἴσως ἔπρεπε νὰ περιμένουν περισσότερο.

Οἱ ἄνδρες καὶ οἱ γυναῖκες ποὺ ἦταν «ἀκάθαρτοι» ἀπὸ τὴν ἀκολουθία σὲ κηδεῖες ἢ βρίσκονταν σὲ μέρος παρουσία τοῦ νεκροῦ, ἀποκλείονταν ἀπὸ ἱερὰ γιὰ ἕναν χρόνο.

Ἡ σεξουαλικὴ ἐπαφή, ὁ τοκετός, καὶ ἡ συμμετοχὴ σὲ κηδεῖες ἦταν φυσικά, φυσιολογικὰ γεγονότα τῆς ζωῆς καὶ δὲν ἦταν γιὰ τοὺς Ἑλληνες σὲ ἠθικοὺς ὅρους «ρυπογόνα», «μολυσματικὰ» ἢ «ἐπιλήψιμα», ἀλλὰ καθιστοῦσαν κάποιον τελετουργικὰ ἀκάθαρτο καὶ ἀποκρουστικὸ πρὸς τὸ θεῖο.

Ὅσοι εἶχαν σκοτώσει κάποιον, ἐκτὸς μάχης, εἴτε τὸ ἤθελαν εἴτε ὄχι, ἦταν μολυσμένοι, καὶ τοὺς ἀπαγορεύονταν ἡ εἴσοδος μέχρις ὅτου νὰ ὑποβάλονταν σὲ ἐπίσημες τελετὲς κάθαρσης, καὶ τελετουργιῶν ξεχωριστὲς ἀπὸ ὁποιαδήποτε νόμιμη δικαστικὴ διαδικασία ποὺ ἴσως νὰ ἐμπλέκοντο.

Κάποιος ποὺ εἶχε ἐμπλακεῖ σὲ αὐτὲς τὶς διάφορες δραστηριότητες «δὲν ἄνηκε εἰς» καὶ ἦταν «ἐκτὸς τόπου» σὲ ἕνα ἱερό, καὶ ἡ ἔννοια τῆς «ἀκαθαρσίας» ἦταν ἕνας δείκτης γιὰ αὐτό.

Αὐτὸς ἢ αὐτὴ ἦταν, ὅταν ἦταν ἀκάθαρτοι, ἑξαιροῦνταν ἀπὸ τὴν λατρευτικὴ κοινότητα. Ἂν ἕνα ἀκάθαρτο ἄτομο βρίσκοταν στὸ ἱερό ἤ στὸ τέμενος, ἡ θεότητα δὲν θὰ ἐρχόταν, καὶ οἱ προσευχὲς καὶ οἱ προσφορὲς θὰ ἦταν μάταιες.

Τὸ «μόλυσμα» στὴν κλασικὴ ἑλληνικὴ θρησκευτικὴ παράδοση εἶναι μία σχεδὸν φυσικὴ κατάσταση – μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ἀκαθαρσία εἶναι μία πραγματικὴ ἢ συμβολικὴ «βρωμιὰ» ποὺ μπορεῖ νὰ μεταδωθεῖ μὲ τὴν ἐπαφὴ – καὶ ὄχι μὲ τὴν ἠθικὴ κατάσταση.

Κάποιος ἀπελευθερώνει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τέτοιου εἴδους ἀκαθαρσίες μὲ καθάρσια λουτρά, ἀπὸ τὴν βαθμιαία κάθαρση στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, ἢ μέσα ἀπὸ κατάλληλες τελετουργίες.

Ἡ «ἀκαθαρσία» ἀπὸ τὴ σεξουαλικὴ ἐπαφή, τὸν τοκετό, καὶ τὴ δολοφονία εἶναι οἱ φυσικὲς καί, ἴσως, προφανεῖς.

Οἱ κηδεῖες καὶ ἡ ἀποστροφὴ πρὸς τοὺς νεκροὺς μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ ἀπὸ τὴ φύση τῶν ἴδιων τῶν Οὐράνιων θεῶν. Ἦταν ἀπὸ τὴ φύση τους ἀθάνατοι, οἱ θεοὶ τῆς ζωῆς, καὶ στὴν ἑλληνικὴ παράδοση οἱ θεοὶ ἀπεχθάνονταν τὸ θάνατο καὶ ἀποσύρονταν ἀπὸ κάπου (ἐκτὸς ἀπὸ τὶς θυσίες άγαθῶν πρὸς τιμὴ τους) ποὺ στιγματίζονταν ἀπὸ αὐτόν.

Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ οἱ νεκροί, ὅσοι εἶχαν βρεθεῖ σὲ ἀκολουθία νεκροῦ, καὶ ὅσοι ἦταν δολοφόνοι, ἑξαιροῦνταν ἀπὸ τὰ ἱερὰ τῶν θεῶν.

Δεδομένου ὅτι τὸ σύνολο τῆς νήσου Δήλου ἔγινε σταδιακὰ ἱερό του Ἀπόλλωνος, ὁ Ἀθηναῖος τύραννος Πεισίστρατος, τὸν ἕκτο αἰώνα, ἀφαίρεσε ἀπὸ τοὺς γύρω λόφους ὅλους τοὺς τάφους, ποὺ ‘’ἔβλεπαν’’ πρὸς τὸ Τέμενος τοῦ Ἀπόλλωνος , καὶ στὴ συνέχεια στὸ -426/5 οἱ Ἀθηναῖοι ἀπομάκρυναν ὅλους τοὺς ἐναπομείναντες τάφους τὸ νησί.

Οἱ ἴδιες πράξεις ποὺ μολύνουν τὰ ἄτομα καὶ τοὺς ἐμποδίζουν νὰ εἰσέλθουν ἱερὰ εἶναι οἱ μεγαλύτεροι κίνδυνοι ἐὰν συμβοῦν σὲ ἕνα ἱερό, καὶ ὡς ἐκ τούτου γινόταν κάθε δυνατὴ προσπάθεια γιὰ τὴν πρόληψη τῆς σεξουαλικῆς ἐπαφῆς, τὸν τοκετό, ἢ τὸν θάνατο, ἀπὸ τὸ νὰ συμβοῦν ἐκεῖ.

Τὰ ζευγάρια δὲν ἔπρεπε νὰ συναντιοῦνται σὲ ἕνα ἱερὸ.

Τὸ νὰ σκοτώσει κάποιος σὲ ἕνα ἱερὸ ἦταν μιὰ στυγερὴ ἱεροσυλία ποὺ θὰ τιμωροῦνταν ἀπὸ τὸ θεό.

Ποτὲ νὰ μὴν κάνεις τὴν αὐγὴ σπονδὴ στὸν Δία μὲ λαμπερὸ κρασὶ μ’ ἄνιφτα χέρια, οὔτε στοὺς ἄλλους ἀθάνατους, γιατί δὲ σ’ ἐπακοῦνε, κι ἀποφτύνουν τὶς προσευχές σου.

Ἡσίοδος, Ἔργα καὶ Ἡμέραι 724-26

 

Ἡ «ἀκαθαρσία» μπορεῖ νὰ λογιστεῖ ὡς μία μορφὴ πραγματικῆς «μόλυνσης» ἢ «βρωμιὰς» καὶ οἱ περισσότερές μικρὲς μορφὲς της θὰ μποροῦσαν ἁπλὰ νὰ ξεπλυθοῦν.

Οἱ Ἕλληνες ἐπιθυμοῦσαν νὰ εἶναι σωματικὰ καθαροί ὅταν πλησίασαν τοὺς θεούς τους – τὸ νὰ εἶναι ἠθικὰ καθαροί δὲν ἦταν τὸ ζητούμενο.

Στὴ πύλη τοῦ ἱεροῦ, βρισκόταν μιὰ λεκάνη (περιραντήριο) μὲ νερὸ, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος λάτρης ράντιζε συμβολικὰ τὸν ἑαυτὸ του πρὶν πλησιάσει τὴ θεότητα.

Στὴν Ιπποκρατικὴ συλλογὴ (Περὶ τῆς Ἱερῆς Νόσου 4.55 – 60) περιγράφεται ἡ πράξη ὡς ἑξῆς:

-αὐτοί τε ὅρους τοῖσι θεοῖσι τῶν ἱερῶν καὶ τῶν τεμενέων ἀποδεικνύμενοι, ὡς ἂν μη‐ δεὶς ὑπερβαίνῃ ἢν μὴ ἁγνεύῃ, εἰσιόντες τε ἡμεῖς περιῤῥαινόμεθα οὐχ ὡς μιαινόμενοι, ἀλλʹ εἴ τι καὶ πρότερον ἔχομεν μύσος, τοῦτο ἀφαγνιού‐ μενοι. Καὶ περὶ μὲν τῶν καθαρμῶν οὕτω μοι δοκέει ἔχειν.

ΑΠΟΔΟΣΗ

-Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχουμε θεσπίσει ὅρια στὰ ἱερὰ τεμένη γιὰ τοὺς θεούς, ἔτσι ὥστε κανεὶς νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τοὺς ὑπερβεῖ, ἐκτὸς ἂν εἶναι καθαρός. Ὅταν πάμε νὰ εἰσέλουμε στὸ ἱερὸ περιραντιξουμε τὸν ἑαυτό μας, ὄχι σὰν νὰ εἶμαστε μολυσμένοι, ἀλλὰ νὰ καθαρίσουμε τὴν ἀκαθαρσία ποὺ εἴχαμε πρίν.

 

Ὁ ραντισμὸς νεροῦ ἀπὸ τὸ περιραντήριο γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ κάποιου, δὲν θὰ ξέπλυνε τίς σοβαρὲς μολύνσεις ποὺ σχετίζονται μὲ τοὺς νεκροὺς καὶ τἠν δολοφονία, ἀλλὰ ἀρκοῦσε γιὰ τὴν συσσωρευμένη «ἀκαθαρσία» τῆς ἡμέρας.

Γιὰ τὴν λατρεία τῶν θεῶν τὸ Τέμενος καὶ ὁ Βωμὸς μαζὶ ἀντιπροσωπεύουν τὴν πιὸ κοινὴ μορφὴ ἑνὸς ἑλληνικοῦ ἱεροῦ.

 

Jon Mikalson

MIKALSON: Ο ΒΩΜΟΣ

Jon D. Mikalson: «Ο Βωμός», στο: sacredatticalendar (Αρθρολόγιο), τελευταία πρόσβαση: 2η Ισταμένου Θαργηλιώνος 3ο έτος της 698ης Ολυμπιάδος / 9. Μαΐου 2016.

Ὁ βωμὸς χρησιμεύει γιὰ νὰ λαμβάνει τὶς προσφορὲς ἡ θεότητα, καὶ ἐπειδὴ οἱ προσφορὲς ἦταν μία θεμελιώδης μορφὴ τῆς λατρείας γιὰ τοὺς Ἕλληνες, ὁ βωμὸς ἦταν ἕνα βασικὸ συστατικό της φυσικῆς λατρείας. Ἕνας βωμὸς μπορεῖ, στὴν πραγματικότητα, νὰ χρησιμεύσει ὡς ἡ «λυδία λίθος» γιὰ τὴ θρησκευτικὴ λατρεία, ἂν μία θεότητα εἶχε ἕναν, τότε μποροῦμε νὰ εἴμαστε σίγουροι ὅτι ἡ θεότητα (θεὸς ἤ θεά) λατρευόταν καὶ ἦταν ἕνα μέρος τῆς ἱεροπρακτικῆς τῆς ἑλληνικῆς θρησκείας. Ἂν μία θεότητα δὲν εἶχε ἕνα βωμό, τότε αὐτὴ ἡ θεότητα ἦταν πιθανότατα δημιουργία τῆς λογοτεχνικῆς παράδοσης ἤ τῆς λαϊκῆς τέχνης καὶ ὄχι τῆς θρησκευτικῆς παράδοσης, καὶ δὲν λάμβαναν θυσία, προσευχή, ἢ ἀφιερώματα.

Μερικὰ ἀφιερώματα ὅπως τὰ ἀγαλματίδια τῶν προσωποποιήσεων τῆς Εἰρήνης καὶ τῆς Ἀγαθῆς Τύχης (Καλὴ τύχη) ἔκαναν μετάβαση ἀπὸ λογοτεχνικὲς θεότητες σὲ θρησκευτικὲς περίπου τὸν τέταρτο αἰώνα, καὶ γίνεται γνωστὸ ὅτι ἡ μετάβαση αὐτὴ στὴν Ἀθήνα ἔγινε τὴ στιγμὴ ποὺ ἄρχισαν νὰ κατασκευάζονται βωμοὶ οἱ ὁποίοι ἦταν ἀφιερωμένοι σὲ αὐτὲς τὶς θεότητες.

Μερικοὶ βωμοὶ ἦταν ἁπλοὶ λάκκοι (βόθροι) ἢ μὲ χαμηλοῦ ὑψομέτρου δομὲς μὲ ἀνοίγματα πρὸς τὸ χῶμα (ἐσχάραι) καὶ προορίζονταν γιὰ τὶς χθόνιες θεότητες (πάνω ἤ μέσα στὴ γῆ)

Ὑγρὲς προσφορὲς, ὅπως οἶνος, νερό, γάλα, καὶ μέλι χύνονταν μέσα στὰ ἀνοίγματα. Αὐτοὶ οἱ βωμοὶ ἦταν γιὰ τὶς θεότητες καὶ τὶς θεϊκὲς μορφὲς ποὺ κατοικοῦν στὴ γῆ ἢ κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, καί, κατὰ πάσα πιθανότητα, ἐνομίζετο ὅτι οἱ προσφορὲς διέρρεαν κάτω στὴ γῆ, κατευθείαν στοὺς ἀποδέκτες Θεοὺς.

Οἱ προσφορὲς στὶς θεότητες τοῦ Οὐρανοῦ κατευθύνονται πρὸς τὰ πάνω, πρὸς τὸν οὐρανό. Οἱ βωμοὶ αὐτῶν τῶν θεοτήτων ἀπαιτεῖτο νὰ εἶχαν μία ἐπίπεδη ἐπιφάνεια γιὰ νὰ κρατοῦν τὶς προσφορές, εἶχαν μία ποικιλία σχημάτων, συνήθως ὀρθογώνιο, ἀλλὰ καὶ μερικὲς φορὲς τετράγωνο ἢ κυλινδρικό. Οἱ Βωμοὶ κυμαίνονταν πάρα πολὺ στὸ μέγεθος, συχνὰ ταυτίζονταν σὲ ἀναλογία μὲ τὸ μέγεθος τοῦ ἱεροῦ.

Οἱ ἀπλοὶ βωμοὶ ἦταν λίγο ψηλότεροι ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς μέσης, ἕνας συνήθως μαρμάρινος ὀγκόλιθος ἑνὸς τετραγωνικοῦ μέτρου ἢ ἕνας μαρμάρινος κύλινδρος ἐξίσου ὑψηλὸς. Οἱ Μνημειακοὶ βωμοὶ ἦταν συχνὰ χαρακτηριστικὸ πανελλήνιων ἱερῶν.

Ὁ βωμὸς τοῦ Διὸς στὴ Νεμέα, γιὰ παράδειγμα, ἦταν ἕνα ὀρθογώνιο οἰκοδόμημα πάνω ἀπὸ 41,5 μέτρα μῆκος καὶ 2,42 μέτρα πλάτος καὶ αὐτὸς τοῦ Διὸς στὴν Ὀλυμπία ἦταν 38,1 μέτρα περίμετρο στὴ βάση του καὶ 6,7 μέτρα ὕψος.

Τέτοιοι βωμοὶ ἦταν ὅμως ἡ ἐξαίρεση.

Δεδομένου ὅτι οἱ οὑράνιες θεότητες βρίσκονταν στὸν οὐρανό, οἱ βωμοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι σὲ ἐξωτερικοὺς χώρους καὶ ὄχι μέσα σὲ ἕνα κτίριο ποὺ νὰ καλύπτεται ἀπὸ μία στέγη, γιὰ νὰ εἶναι ὁρατὲς οἱ προσφορὲς σὲ αὐτοὺς καὶ οἱ ὁσμὲς τῶν ὁλοκαυτωμάτων νὰ καταφτάνουν σὲ αὐτοὺς ἀμέσως. Οἱ βωμοὶ μέσα στοὺς ναοὺς εἶναι κάτι πολὺ σπάνιο. Τέλος, οἱ βωμοὶ τῶν θεοτήτων τοῦ οὐρανοῦ προσανατολίζονται πρὸς τὰ ἀνατολικά.

Ὁ ἱερέας, ὅπως ἔκανε τὶς προσφορὲς ἢ θυσίες, βρισκόταν στὴ δυτικὴ πλευρὰ τοῦ βωμοῦ. Προσφορὲς σὲ οὐράνιες θεότητες γίνονταν πρὶν ἀπὸ τὸ μεσημέρι, συχνὰ τὰ ξημερώματα, καὶ τὴν στιγμὴ ποὺ γίνονταν ἡ ἱεροπραξία ὁ ἱερέας θὰ ἔπρεπε νὰ παίρνει τὴ θέση του πρὸς τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου.

Σὲ ἄλλες πόλεις χρησιμοποιοῦσαν καὶ ἀσβεστόλιθο γιὰ τοὺς βωμοὺς, ἀλλὰ στὴν Ἀττικὴ, ὑπῆρχε τὸ μάρμαρο ἀπὸ τὸ Πεντελικὸν Ὅρος.

Ὁ βωμὸς εἶχε χαραγμένο τὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ, ἔτσι ὥστε οἱ ἐπισκέπτες νὰ γνωρίζουν γιὰ ποιὰ θεότητα προορίζονταν οἱ προσφορὲς καὶ οἱ θυσίες.

Κάθε βωμὸς, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο , ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχαν “κοινοὶ” βωμοὶ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν ὅλους τους θεούς, εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ ἢ μὲ τὸ ὄνομα μίας συγκεκριμένης ὁμάδας τῶν θεῶν.

Ἂν κάποιος ἤθελε νὰ κάνει μία προσφορὰ γιὰ τὴν Ἀθηνᾶ, θὰ ἔπρεπε νὰ προσφέρει στὸ βωμό της.

Ἄν, ἤθελε, νὰ εἶναι ἡ προσφορὰ του στὸν Ποσειδῶνα, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ γίνει στὸ βωμό του.

Μία προσφορὰ τοῦ Ποσειδῶνα στὸ βωμὸ τῆς Ἀθηνᾶς θὰ γίνει ἀποδεκτὴ ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπηρεάσει καμμιὰ θεότητα.

 

MIKALSON D. JON