Καταπολέμηση των διακρίσεων

«Θρησκευτικές διακρίσεις στην κοινωνία και τους τόπους εργασίας», από: diipetes.blogspot.com (Οκτώβριος 2012), τελευταία πρόσβαση: 4η ισταμένου Μεταγειτνιώνος 3/699ης Ολυμπιάδος / 04.08.«2019».

Unbenannt156

Το Ύπατο Συμβούλιο των Ελλήνων Εθνικών (ΥΣΕΕ) συμμετείχε στις 30 Οκτωβρίου «2010» ως θρησκευτικός φορέας στην «Ημέρα Διαφορετικότητας» που διοργανώθηκε στην Αθήνα στα πλαίσια της εκστρατείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά των διακρίσεων.

Από τα κρούσματα διακρίσεων που εκδηλώνονται στην χώρα μας εναντίον διαφόρων μειοψηφιών, ένα αρκετά μεγάλο τμήμα έχει θρησκευτικό χαρακτήρα, είτε άμεσο είτε έμμεσο, είτε υπό την στενή είτε υπό την ευρεία έννοια.

Αυτό συμβαίνει για τον απλούστατο λόγο του ότι όλοι οι υπήκοοι του Ελληνικού Κράτους έχουν υποστεί μία συγκεκριμένη διαδικασία διαμόρφωσης των αντιλήψεών τους μέσα από τις βαθμίδες της δημοσίας εκπαίδευσης, η οποία απροκάλυπτα έχει περιγραφεί από αυτό το ίδιο το Κράτος ως έχουσα στόχο όχι να φτιάξει μορφωμένους, εύστροφους και υπεύθυνους πολίτες, αλλά ευπειθείς και φανατισμένους πιστούς του συγκεκριμένου θρησκευτικού δόγματος που αυτοονομάζεται «Ορθοδοξία».

Επικουρικώς, σε αυτή την διαμόρφωση συντελούν και ο συντηρητισμός και η κλειστότητα, που αυτοί ακριβώς οι με τέτοιον τρόπο διαμορφωμένοι άνθρωποι, υπό την μορφή της οικογενειακής και κοινωνικής νοοτροπίας πλέον, αναπαράγουν και μεταδίδουν στις νεότερες γενεές.

Αυτός ο συντηρητισμός και αυτή η κλειστότητα είναι που κάνουν πολύ δύσκολα αποδεκτή την ύπαρξη του «άλλου», την ύπαρξη τού εν γένει «διαφορετικού». Αυτό που αποκαλούμε πρόβλημα διακρίσεων, ουσιαστικά είναι πρόβλημα νοοτροπιών.

Προ ετών (20.9.2005), γνωστός κληρικός της κρατούσης Εκκλησίας δήλωσε ευθαρσώς σε τηλεοπτική εκπομπή ότι δεν θα ήθελε να ξαναδεί πια τον υιό του εάν τυχόν ερωτευόταν και παντρευόταν αλλόθρησκη! Αυτή η ανατριχιαστική δήλωση (για τα δεδομένα τουλάχιστον μίας σύγχρονης ευρωπαϊκής κοινωνίας) φανέρωσε ωστόσο μία σκληρή πραγματικότητα, η οποία υπήρχε, υπάρχει και θα εξακολουθεί να υπάρχει, όσο τουλάχιστον δεν διαφαίνεται μία πολιτική βούληση για άρδην αλλαγή της.

Φανέρωσε την άγρια πραγματικότητα μίας βάναυσης ηθικοκοινωνικής απόρριψης του καθενός που έχει διαφορετικές αντιλήψεις, επί του προκειμένου θρησκευτικές, και είναι εύκολο να συνειδητοποιήσει κανείς το μέγεθος του προβλήματος σε ένα δείγμα πληθυσμού χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, όταν μάλιστα ο προαναφερθείς κληρικός αυτοπροβάλλεται συνεχώς ως… «επιστήμων» λόγω του ότι κατέχει πτυχίο ανωτάτης εκπαίδευσης.

Στην Ελληνική κοινωνία, ιδίως στις μικρές επαρχιακές υποδιαιρέσεις της, η διαμορφωμένη νοοτροπία σε συνδυασμό με την διαπιστωμένη έλλειψη καλλιέργειας (υπενθυμίζουμε ότι ανάμεσα σε πολλές αρνητικές πρωτιές στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα, η Ελλάδα είναι και πρώτη στον λειτουργικό αναλφαβητισμό), απειλούν άμεσα τον εκδηλωμένο ετερόθρησκο με ηθικό και επαγγελματικό αφανισμό. Ο ελεύθερος επαγγελματίας καταστρέφεται πολύ εύκολα μετά από μία «αόρατη» οδηγία να τον αποφεύγουν οι λεγόμενοι «πιστοί», ο δε ιδιωτικός υπάλληλος, άπαξ και εκδηλώσει την «μη αποδεκτή» θρησκευτική του πεποίθηση, δεν έχει την παραμικρή ελπίδα να παραμείνει στην εργασία ενός «πιστού» εργοδότη, πόσω μάλλον να προσληφθεί.

Μία ογκωδέστατη, αλλά σαφώς καλλιεργημένη, δεισιδαιμονία που κυριαρχεί σε αυτές τις μικρές κοινωνίες, μετατρέπει επίσης τον εκδηλωμένο αλλόθρηκο σε αποδιοπομπαίο τράγο στην όποια δυσμενή για τον εργοδότη περίσταση, και συχνότατα ο δυστυχής «αντίχριστος» υπάλληλος θεωρείται… αιτία του όποιου κακού, άρα πρέπει το ταχύτερο και διαπαντός να απομακρυνθεί.

Πρόβλημα διακρίσεων εναντίον των μη «Ορθοδόξων» υπάρχει επίσης και στην απασχόληση σε Υπηρεσίες του ∆ημοσίου, όμως αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα για να αναλυθεί εδώ. Θα σημειώσουμε απλώς ότι η αρνητική αντιμετώπιση σε πολλές περιπτώσεις είναι δυστυχώς σχεδόν αυτονόητη, λόγω της φοβερής σύγχυσης που προκαλεί η σε καθημερινή βάση απαράδεκτη παρέμβαση των ανθρώπων της κρατούσης Εκκλησίας σε υποθέσεις της Πολιτείας.

Ήδη βρισκόμαστε στο στάδιο της συλλογής καταγγελιών από όλη την Ελλάδα για περιπτώσεις διακρίσεων εις βάρος ανθρώπων που απλώς τυγχάνει να μην ανήκουν στο «ποίμνιο» της κρατούσης Εκκλησίας, και ιδίως όσων ανήκουν σε μη αναγνωρισμένες από την Πολιτεία Θρησκείες και άρα είναι περισσότερο απροστάτευτοι απέναντι στην όποια βία κατά των συνταγματικώς, τύποις δηλαδή, διακηρυχθέντων δικαιωμάτων τους.

Ένα πολύ μεγάλο τμήμα αφορά δυστυχώς Έλληνες πολίτες που ακολουθούν την πατρώα, προχριστιανική, αυτόχθονα, εθνική, Ελληνική Θρησκεία και που, δυστυχώς, λόγω των όσων προαναφέραμε, ζουν ως εξόριστοι και αφανείς μέσα στην ίδια τους την χώρα.

Πηγή: Είμαστε οι «Ινδιάνοι» της Ελλάδος – Ύπατο Συμβούλιο των Ελλήνων Εθνικών

DIVERSITYDATE2010

«Καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας στην εργασία, του Δρ. Δημοσθένη Λέντζη», από: diipetes.blogspot.com (Μάιος 2013), τελευταία πρόσβαση: 4η ισταμένου Μεταγειτνιώνος 3/699ης Ολυμπιάδος / 04.08.«2019».

Βίντεο από την διάλεξη του Δρ. Δημοσθένη Λέντζη, στην αίθουσα του Φιλοσοφικού Αθήναιου Εκατηβόλος, στις 5 Ιουνίου 2010 [σημ.: δεν υπάρχει άλλο στο YouTube]

ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ ΛΟΓΩ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ: Η ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Δημοσθένη Δ. Λέντζη, ΔΝ, υπαλλήλου διοικήσεως στη ΓΔ «Βιβλιοθήκη, Έρευνα και Τεκμηρίωση» του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων*

Το πρόβλημα των διακρίσεων λόγω θρησκείας σε χώρες σαν την δική μας, είναι ένα θέμα που ελάχιστα έχει έλθει στην επιφάνεια και ακόμα λιγότερο η Πολιτεία έχει ασχοληθεί με το συγκεκριμένο ζήτημα.

Εμείς, στα πλαίσια διαλόγου για το συγκεκριμένο ζήτημα, αναδημοσιεύουμε από την Επιθεώρηση Εργατικού Δικαίου 69 (2010), σελ. 337-349, το άρθρο του Δρ.Ν Δημοσθένη Λέντζη το οποίο και αναφέρει την Κοινοτική διάσταση του θέματος.

Ευχαριστούμε τον Δρ Δημοσθένη Λέντζη για την παραχώρηση του κειμένου.

Διάγραμμα:

Εισαγωγή

Ι. Ο κανόνας: η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω θρησκείας

1. Η έννοια της θρησκείας

2. Η έννοια της διάκρισης λόγω θρησκείας

α. Άμεση και έμμεση διάκριση λόγω θρησκείας

β. Παρενόχληση λόγω θρησκείας

ΙΙ. Η εξαίρεση: οι δικαιολογημένες διακρίσεις λόγω θρησκείας

1. Η θρησκεία ως επαγγελματική απαίτηση

α. Η θρησκεία ως «ουσιώδης» επαγγελματική απαίτηση

β. Η θρησκεία ως «θεμιτή» επαγγελματική απαίτηση

2. Οι θετικές δράσεις υπέρ θρησκευτικών ομάδων

Επίλογος

Εισαγωγή

Μέχρι πρόσφατα, οι διακρίσεις λόγω θρησκείας στην εργασία δεν είχαν απασχολήσει ιδιαίτερα τα κοινοτικά όργανα, καθώς, σε αντίθεση με τις διακρίσεις λόγω ιθαγένειας και τις διακρίσεις λόγω φύλου, δεν φάνταζαν ικανές ν’ απειλήσουν την επίτευξη των στόχων του άρ. 2 ΣΕΚ (υψηλό επίπεδο απασχόλησης και οικονομική και κοινωνική συνοχή στο σύνολο της Κοινότητας). Πράγματι, όταν την περίοδο 1975-1980 τα κοινοτικά όργανα προχωρούσαν στη λήψη των πρώτων ουσιαστικών μέτρων για την εξάλειψη των διακρίσεων στους χώρους εργασίας, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες ήταν, κατά το μάλλον ή ήττον, ομοιογενείς από άποψη θρησκευτική, με αποτέλεσμα ο αριθμός των εργαζομένων που κατήγγελλαν ότι είχαν πέσει θύματα διακρίσεων επειδή οι θρησκευτικές πεποιθήσεις τους διέφεραν από εκείνες του εργο-δότη ή των συναδέρφων τους να παραμένει σχετικά περιορισμένος· εξ άλλου, η θρησκευτική ελευθερία και η απότοκη αυτής απαγόρευση των διακρίσεων λόγω θρησκείας θεωρούνταν επαρκώς κατοχυρωμένες τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο . Δύο μόλις δεκαετίες αργότερα, τα πράγματα είχαν αλλάξει. Υπό την επίδραση ενδογενών και, κυρίως, εξωγενών παραγόντων (υποχώρηση του χριστιανισμού σε συνδυασμό με εμφάνιση νέων και επανεμφάνιση παλαιών θρησκειών από τη μια πλευρά, συνεχής διόγκωση των μεταναστευτικών ροών από χώρες της Ασίας και της Αφρικής με “εξωτικές” θρησκευτικές παραδόσεις από την άλλη), οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είχαν καταστεί θρησκευτικά πολύμορφες, τα δε παράπονα για διακρίσεις λόγω θρησκείας στην εργασία είχαν, δυστυχώς, αυξηθεί σημαντικά, καταδεικνύοντας έτσι και τα όρια του υπάρχοντος εθνικού και διεθνούς νομικού πλαισίου προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας. Δεν προκαλεί επομένως έκπληξη η απόφαση των κοινοτικών οργάνων να επιδιώξουν τελικά την εξάλειψη και του εν λόγω είδους διακρίσεων.

Οι προσπάθειες των κοινοτικών οργάνων διευκολύνθηκαν με την εισαγωγή στη ΣΕΚ, με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997/1999), μιας νέας, ευρείας εμβέλειας, νομικής βάσης για την καταπολέμηση των διακρίσεων. Επρόκειτο, συγκεκριμένα, για το άρ. 13 ΣΕΚ, σύμφωνα με το οποίο «(…) το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα, μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μπορεί να αναλάβει κατάλληλη δράση για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας ή γενετήσιου προσανατολισμού». Το Συμβούλιο εκμεταλλεύθηκε αμέσως αυτήν τη δυνατότητα, εκδίδοντας τις «δίδυμες» οδηγίες 2000/43/ΕΚ, της 29.6.2000, «περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής», και 2000/78/ΕΚ, της 27.11.2000, «για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία» . Η τελευταία αποσκοπεί ειδικότερα στην καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας και γενετήσιου προσανατολισμού και εφαρμόζεται στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα όσον αφορά, αφ’ ενός, τους όρους πρόσβασης στην αυτοαπασχόληση, στη μισθωτή εργασία και στην κάθε είδους επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και, αφ’ ετέρου, τις εργασιακές συνθήκες (συμπεριλαμβανομένων των προαγωγών, απολύσεων και αμοιβών) και την ιδιότητα του μέλους σε μια οργάνωση εργαζομένων ή εργοδοτών (συμπεριλαμβανομένων όσων πλεονεκτημάτων χορηγούνται από τέτοιες οργανώσεις). Οι δύο οδηγίες, βαθιά επηρεασμένες από τις προϋπάρχουσες οδηγίες για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, συμπληρώθηκαν με μια σειρά πρακτικών μέτρων, μέσω ενός φιλόδοξου προγράμματος δράσης εξαετούς διάρκειας .

Αν και η οδηγία 2000/78/ΕΚ (στο εξής, η Οδηγία) δεν προβαίνει σε καμία κατάταξη των λόγων διακριτικής μεταχείρισης, γεγονός με πρόδηλη σημασία στην περίπτωση πολλαπλών διακρίσεων, η αναφορά της θρησκείας στην πρώτη θέση έχει, χωρίς αμφιβολία, έντονα συμβολικό χαρακτήρα. Επί πλέον, η Οδηγία, περ’ από τις κοινές για όλα τα είδη διακρίσεων διατάξεις, οι οποίες, ως έναν βαθμό, έχουν ήδη υποστεί τη νομολογιακή επεξεργασία του ΔΕΚ, περιέχει και κάποιες μάλλον ασαφείς και περίπλοκες διατάξεις ειδικά αφιερωμένες στις διακρίσεις λόγω θρησκείας, οι οποίες δεν έχουν ακόμη ερμηνευθεί από τον κοινοτικό δικαστή. Στην παρούσα σύντομη μελέτη επιχειρείται η συνοπτική περιγραφή ορισμένων προβλημάτων που ενδέχεται ν’ ανακύψουν κατά την εφαρμογή του κανόνα της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω θρησκείας (υπό Ι.) και κατά την εφαρμογή των προβλεπόμενων εξαιρέσεων από τον ανωτέρω κανόνα (υπό ΙΙ.). Η μελέτη αφιερώνεται στη μνήμη της καθηγήτριας Γιώτας Κραβαρίτου – η επιστημονική της σκέψη σημάδεψε ανεξίτηλα όσους είχαν την τύχη να μαθητεύσουν κοντά της.

Ι. Ο κανόνας: η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω θρησκείας

Τα προβλήματα που ενδέχεται ν’ ανακύψουν κατά την εφαρμογή του κανόνα της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω θρησκείας οφείλονται στη δυσκολία προσδιορισμού, πρώτον, της έννοιας της θρησκείας (υπό 1.) και, δεύτερον, του πότε ακριβώς υπάρχει διάκριση λόγω θρησκείας (υπό 2.).

1. Η έννοια της θρησκείας

Η Οδηγία δεν περιέχει ορισμό της θρησκείας. Η παράλειψη αυτή θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια ένα σύνολο θρησκευτικών πεποιθήσεων ν’ αναγνωρίζεται ως θρησκεία και να προστατεύεται ως τέτοια μόνο σε μερικά κράτη-μέλη. Πέραν τούτου, η θρησκεία συγχέεται συχνά με την εθνοτική καταγωγή, είτε επειδή αποδίδεται εθνοτικός χαρακτήρας σε μια θρησκευτική ομάδα είτε επειδή οι οπαδοί μιας θρησκείας ανήκουν κυρίως σε συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα. Ωστόσο, η απόπειρα ορισμού της επίμαχης έννοιας θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα απ’ όσα η ευόδωσή της θα επίλυε. Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμό της θρησκείας δεν περιέχει κανένα από τα «κλασικά» διεθνή κείμενα για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε παγκόσμιο ή περιφερειακό-ευρωπαϊκό επίπεδο (Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ΕΣΔΑ, αντίστοιχα), αλλά ούτε και ο κατά πενήντα χρόνια νεότερος Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Άλλωστε, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει διαβεβαιώσει με τον πλέον επίσημο τρόπο πως «(…) σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που απολαμβάνουν στα κράτη-μέλη εκκλησίες και θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας». Τη λύση θα κληθούν να δώσουν, κατ’ αρχάς, ο εθνικός δικαστής και, τελικά, το ΔΕΚ, ως εγγυητής της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου στα κράτη-μέλη. Στην προσπάθειά τους, η συναφής με το άρ. 9 ΕΣΔΑ (ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας) νομολογία του ΕΔΔΑ θα ήταν σκόπιμο να χρησιμεύσει ως πυξίδα. Η νομολογία του ΕΔΔΑ θεωρεί ως προστατευόμενες από το άρ. 9 ΕΣΔΑ θρησκευτικές πεποιθήσεις, πρώτον, όσες είναι ευρέως διαδεδομένες και, δεύτερον, όσες, αν και δεν είναι ευρέως διαδεδομένες, συγκεντρώνουν επαρκή βαθμό πειστικότητας, σοβαρότητας, συνοχής και σημασίας, κριτήριο που πάντως αποσκοπεί στον αποκλεισμό από το πεδίο προστασίας μόνον των αυστηρά «προσωποπαγών» ή εντελώς εκκεντρικών θρησκευτικών πεποιθήσεων. Επομένως, από την Οδηγία καλύπτονται όλες οι παραδοσιακές θρησκείες (χριστιανισμός, μωαμεθανισμός, ινδουισμός, βουδισμός, ιουδαϊσμός, η θρησκεία των Σιχ κλπ), οι παλαιές εθνικές θρησκείες (τάση αναβίωσης των οποίων παρατηρείται στις μέρες μας), όπως και αρκετά από τα λεγόμενα «νέα θρησκευτικά κινήματα».

Συναφής με την έννοια της θρησκείας είναι η έννοια των πεποιθήσεων. Και πάλι, η Οδηγία παραμένει σιωπηλή ως προς το περιεχόμενο της. Προστρέχοντας εκ νέου για βοήθεια στη συναφή με το άρ. 9 ΕΣΔΑ νομολογία του ΕΔΔΑ, διαπιστώνεται ότι υπό τον μανδύα των πεποιθήσεων προστατεύονται, πρωτίστως, οι πνευματικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις που αφορούν τον κόσμο, τη φύση, και τις διάφορες μορφές ζωής και που διαθέτουν επαρκή βαθμό πειστικότητας, σοβαρότητας, συνοχής και σημασίας, ώστε να χρήζουν σεβασμού σε μια δημοκρατική κοινωνία, και, δευτερευόντως, οι πολιτικές πεποιθήσεις με παρόμοια χαρακτηριστικά. Η Οδηγία καλύπτει λοιπόν σίγουρα κοσμοθεωρίες όπως ο αγνωστικισμός, η αθεΐα και ο υλισμός. Για τις ανάγκες πάντως του κοινοτικού δικαίου γενικότερα και τις Οδηγίας ειδικότερα, ανεξάρτητα δε από τα όσα γίνονται δεκτά από το ΕΔΔΑ, στην έννοια των πεποιθήσεων φαίνεται να μη συμπεριλαμβάνονται οι πολιτικές πεποιθήσεις και οι ιδέες και γνώμες για τα διάφορα ζητήματα της επικαιρότητας. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται αβίαστα από την αντιπαραβολή του άρ. 1 της Οδηγίας, το οποίο απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω «θρησκείας ή πεποιθήσεων», με το άρ. 21 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω «θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρο-νημάτων ή κάθε άλλης γνώμης».

2. Η έννοια της διάκρισης λόγω θρησκείας

Το πότε συντρέχει διάκριση λόγω θρησκείας δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρο. Η Οδηγία απαγορεύει κατ’ αρχήν κάθε διάκριση λόγω θρησκείας, είτε άμεση είτε έμμεση (υπό α.). Ξεχωριστή μορφή απαγορευμένης διάκρισης λόγω θρησκείας αποτελεί η παρενόχληση λόγω θρησκείας (υπό β.). Προκαταρκτικά, διευκρινίζεται ότι η Οδηγία απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω θρησκείας όχι μόνον σε βάρος όσων εργαζομένων πρεσβεύουν οι ίδιοι διαφορετική θρησκεία, αλλά και σε βάρος όσων εργαζομένων συνδέονται στενά (π.χ. σύζυγοι, γονείς) με άτομα που πρεσβεύουν διαφορετική θρησκεία.

α. Άμεση και έμμεση διάκριση λόγω θρησκείας

Η περίπτωση των άμεσων διακρίσεων λόγω θρησκείας είναι μάλλον απλή. Άμεση διάκριση συντρέχει όταν, λόγω θρησκείας, ένα άτομο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από εκείνη που υφίσταται, υφίστατο ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο άτομο (άρ. 2 παρ. 2 στοιχ. α΄ της Οδηγίας). Με βάση τον ανωτέρω ορισμό, για ν’ αποδειχθεί η ύπαρξη άμεσης διάκρισης λόγω θρησκείας, απαιτείται σύγκριση μ’ ένα άλλο άτομο, προφανώς διαφορετικής θρησκείας, σε ανάλογη κατάσταση, το οποίο πάντως μπορεί να είναι είτε υπαρκτό, οπότε από τη σύγκριση θα πρέπει να προκύπτει ότι υφίσταται στη δεδομένη χρονική στιγμή ή υφίστατο κατά το παρελθόν ευνοϊκότερη μεταχείριση, είτε υποθετικό, οπότε από τη σύγκριση θα πρέπει να προκύπτει ότι, εάν υπήρχε, θα υφίστατο ευνοϊκότερη μεταχείριση. Η αποδοχή της δυνατότητας σύγκρισης με υποθετικό άτομο για την απόδειξη ύπαρξης άμεσης διάκρισης συνιστά καινοτομία της Οδηγίας, καθώς το ΔΕΚ είχε παλαιότερα αποκλείσει παρόμοιο ενδεχόμενο.

Η περίπτωση των έμμεσων διακρίσεων λόγω θρησκείας είναι πιο περίπλοκη και, ως εκ τούτου, αρμόζει να της δοθεί περισσότερη προσοχή. Έμμεση διάκριση συντρέχει όταν μία εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική είναι πιθανό να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός ατόμου ορισμένης θρησκείας σε σχέση με άλλα άτομα, εκτός αν η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από έναν θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία (άρ. 2 παρ. 2 στοιχ. β΄ της Οδηγίας). Στην ουσία, η Οδηγία αναπαράγει, με μία διαφοροποίηση, τον ορισμό των έμμεσων διακρίσεων που αρχικά διατύπωσε το ΔΕΚ σε υποθέσεις με αντικείμενο διακρίσεις λόγω φύλου και ιθαγένειας και ακολούθως υιοθέτησε ο κοινοτικός νομοθέτης σε μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου. Η διαφοροποίηση έγκειται στην παράλειψη οποιασδήποτε αναφοράς σε ανάγκη ύπαρξης υψηλού ποσοστού θιγόμενων από τη διάταξη, το κριτήριο ή την πρακτική εργαζομένων, με αποτέλεσμα ύπαρξη έμμεσης διάκρισης να είναι πλέον νοητή και εναντίον ενός και μόνον εργαζομένου.

Ως ύποπτες για εισαγωγή έμμεσων διακρίσεων λόγω θρησκείας θα μπορούσαν ν’ αναφερθούν, μεταξύ πολλών άλλων, πρώτον, οι διατάξεις κρατών μελών που ορίζουν ως ημέρα υποχρεωτικής εβδομαδιαίας αργίας την Κυριακή και, δεύτερον, οι πρακτικές επιχειρήσεων που περιορίζουν τις επιλογές των εργαζομένων ως προς την αμφίεσή τους.

Στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ημέρα υποχρεωτικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης των εργαζομένων καθιερώνεται, με διατάξεις δημόσιας τάξης, η Κυριακή. Εν προκειμένω, γεννάται το ερώτημα αν οι διατάξεις αυτές στοιχειοθετούν έμμεση διάκριση σε βάρος όσων εργαζομένων ασπάζονται θρησκείες για τις οποίες ημέρα υποχρεωτικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης είναι κάποια άλλη (π.χ. η Παρασκευή για τους μουσουλμάνους, το Σάββατο για τους εβραίους). Βέβαια, το ΔΕΚ έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει ότι οι διατάξεις για την καθιέρωση της κυριακάτικης αργίας «αποτελούν την έκφραση ορισμένων επιλογών αναγόμενων στις εθνικές ή τοπικές κοινωνικές και πολιτιστικές ιδιομορφίες» και ότι τα κράτη-μέλη είναι ελεύθερα να τις θεσπίζουν, αρκεί να σέβονται τις απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώσεις τους. Εν τούτοις, η προαναφερθείσα νομολογία δεν προσφέρει απάντηση στο ερώτημα, μιας και υποχρέωση απορρέουσα από το κοινοτικό δίκαιο συνιστά και η απαγόρευση των (έμμεσων) διακρίσεων λόγω θρησκείας στην εργασία. Η απάντηση εξαρτάται ίσως από τα κίνητρα των εθνικών νομοθετών για την επιλογή ειδικά της Κυριακής ως ημέρας υποχρεωτικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Εάν η επιλογή τους αποκρυσταλλώνει εκκοσμικευμένο έθιμο, δηλαδή έθιμο που έχει πια αποκοπεί από τις χριστιανικές του ρίζες και δεν αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των λατρευτικών αναγκών των χριστιανών, οι διατάξεις (και η εξ αιτίας τους μειονεκτική μεταχείριση των ατόμων ορισμένων θρησκειών) εμφανίζονται αντικειμενικά δικαιολογημένες· εάν, αντίθετα, η επιλογή τους υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι η πλειονότητα των κατοίκων των κρατών-μελών είναι χριστιανοί και ημέρα αργίας και υποχρεωτικής ανάπαυσης για τη χριστιανική θρησκεία είναι η Κυριακή, η άποψη περί ύπαρξης έμμεσης διάκρισης κερδίζει έδαφος.

Πολλοί εργοδότες επιβάλλουν στους εργαζομένους τους να φέρουν συγκεκριμένου τύπου (ομοιόμορφη) ενδυμασία ή τους απαγορεύουν να φέρουν σύμβολα με εμφανή θρησκευτικό χαρακτήρα, ενόσω βρίσκονται στους χώρους εργασίας. Ωστόσο, ορισμένες θρησκείες αποδίδουν ξεχωριστή σημασία στην εκδήλωση της πίστης μέσω μιας ιδιαίτερης ενδυμασίας. Έτσι, οι μουσουλμάνες οφείλουν να φορούν μαντίλα ή τσαντόρ (ριχτό ένδυμα καλύπτον το σώμα, το κεφάλι και μέρος του προσώπου), οι εβραίοι κιππά (κάλυμμα του κεφαλιού) και οι Σιχ τουρμπάνι. Εξ άλλου, ακόμη και αν η θρησκεία τους δεν το απαιτεί ρητά, ορισμένοι εργαζόμενοι νιώθουν την ανάγκη να εξωτερικεύσουν την πίστη τους μέσω της χρήσης θρησκευτικών συμβόλων (π.χ. οι χριστιανοί, φορώντας σ’ εμφανές σημείο σταυρό). Όλοι αυτοί αντιμετωπίζουν συχνά τους περιορισμούς στην αμφίεση ως έμμεσες διακρίσεις εναντίον τους. Έχουν όμως δίκιο; Κατ΄ αρχήν, οι περιορισμοί είναι αντικειμενικά δικαιολογημένοι εάν επιβάλλονται από τους κανόνες για την υγιεινή και την ασφάλεια στην εργασία και εάν οι εν λόγω κανόνες τηρούν την αρχή της αναλογικότητας. Στη συνέχεια, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ εργαζομένων στον δημόσιο και εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Για τους εργαζομένους στον δημόσιο τομέα, οι περιορισμοί είναι δικαιολογημένοι ως πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την επίτευξη ενός από κάθε άποψη θεμιτού στόχου, της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, ειδικά μάλιστα όταν, εξ αιτίας της θέσης τους, οι εργαζόμενοι έρχονται, έστω και περιστασιακά, σ’ επαφή με το κοινό. Για τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, οι περιορισμοί είναι δικαιολογημένοι μόνον εάν ο εργοδότης αποδεικνύει ότι η ενδυμασία και τα σύμβολα θρησκευτικού χαρακτήρα εκλαμβάνονται ως πράξεις πίεσης, πρόκλησης, προσηλυτισμού ή προπαγάνδας από τους συναδέρφους ή τους πελάτες ή διαταράσσουν κατ’ άλλον τρόπο την ομαλή λειτουργία της επιχείρησης.

β. Παρενόχληση λόγω θρησκείας

Για τις ανάγκες της Οδηγίας, στην έννοια της διάκρισης περιλαμβάνεται και η παρενόχληση. Ως προς τη θρησκεία (αλλά και ως προς τους λοιπούς καλυπτόμενους από την Οδηγία λόγους διάκρισης), πρόκειται για μια νέα και αυτοτελές μορφή διάκρισης, η οποία έχει τις ρίζες της στην εθνική και κοινοτική νομοθεσία για την αποτροπή της παρενόχλησης λόγω φύλου και, ειδικότερα, της σεξουαλικής παρενόχλησης. Παρενόχληση λόγω θρησκείας συντρέχει όταν εκδηλώνεται ανεπιθύμητη συμπεριφορά που συνδέεται με τη θρησκεία ενός προσώπου και που έχει είτε ως σκοπό είτε ως αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας του προσώπου αυτού και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος (άρ. 2 παρ. 3 της Οδηγίας). Με άλλα λόγια, η παρενόχληση αναφέρεται σε απειλητικές ή ενοχλητικές καταστάσεις ή συμπεριφορές μιας ορισμένης σοβαρότητας. Πρόκειται για έναν μάλλον γενικόλογο ορισμό του φαινομένου. Η αδυναμία ακριβέστερου ορισμού του σε κοινοτικό επίπεδο οφείλεται στο γεγονός ότι οι ευρισκόμενες στο επίκεντρό του καταστάσεις και συμπεριφορές ποικίλουν ανάλογα με το πολιτισμικό πλαίσιο του κάθε κράτους-μέλους και ανάλογα με την οργανωτική κουλτούρα της κάθε επιχείρησης. Γι’ αυτό και η Οδηγία παρέχει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να ορίσουν ακριβέστερα την έννοια της παρενόχλησης σε συνάρτηση με την εθνική τους νομοθεσία και πρακτική. Σύμφωνα πάντως με τις δοθείσες από την Επιτροπή διευκρινίσεις, η παρενόχληση – είτε κάθετη (από προϊστάμενο σε υφιστάμενο) είτε οριζόντια (από συνάδερφο σε συνάδερφο) – μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, από λεκτικές διατυπώσεις και χειρονομίες μέχρι και την παραγωγή και κυκλοφορία κειμένων, εικόνων ή άλλου υλικού. Σημασία αποδίδεται βέβαια και στο πώς αυτές οι καταστάσεις και συμπεριφορές βιώνονται και γίνονται αντιληπτές από τους ίδιους τους εργαζομένους. Με βάση τα όσα μόλις σημειώθηκαν, ακόμη και η ανάρτηση από τον εργοδότη ή τους συναδέρφους θρησκευτικών συμβόλων και εικόνων σε χώρους εργασίας όπου είναι γνωστό ότι εργάζονται και άτομα διαφορετικής θρησκείας ενδέχεται να συνιστά παρενόχληση, καθώς συμβάλλει, έστω και όταν δεν αποβλέπει, στη δημιουργία εχθρικού, από θρησκευτική άποψη, περιβάλλοντος.

ΙΙ. Η εξαίρεση: οι δικαιολογημένες διακρίσεις λόγω θρησκείας

Η βασική εξαίρεση από τον κανόνα της απαγόρευσης των διακρίσεων περιέχεται στο άρ. 2 παρ. 5 της Οδηγίας: η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν θίγει τα μέτρα του εθνικού νομοθέτη τα οποία, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαία για την ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων. Παρόμοιοι περιορισμοί της θρησκευτικής ελευθερίας απαντώνται σε όλα τα εθνικά και διεθνή κείμενα για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και έχουν απασχολήσει εκτεταμένα θεωρία και νομολογία. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, αντίθετα, οι διατάξεις για τη θρησκεία του εργαζομένου ως επαγγελματική απαίτηση (υπό 1.) και για τις θετικές δράσεις υπέρ θρησκευτικών ομάδων (υπό 2.).

1. Η θρησκεία ως επαγγελματική απαίτηση

Το άρ. 4 της Οδηγίας επιτρέπει τη διακριτική μεταχείριση λόγω θρησκείας, υπό αυστηρούς όρους, όταν η θρησκεία συνιστά ουσιώδη επαγγελματική απαίτηση (υπό α.) και, υπό ακόμη αυστηρότερους όρους, όταν συνιστά απλώς θεμιτή επαγγελματική απαίτηση (υπό β.). Η πρώτη περίπτωση (ουσιώδης επαγγελματική απαίτηση) αφορά εξ ίσου και όλους τους υπόλοιπους καλυπτόμενους από την Οδηγία λόγους διάκρισης (ειδικές ανάγκες, ηλικία, γενετήσιο προσανατολισμό)· η δεύτερη (θεμιτή επαγγελματική απαίτηση) αφορά αποκλειστικά τη θρησκεία και τις πεποιθήσεις. Εάν τα κράτη-μέλη αποφασίσουν να κάνουν χρήση αυτής της εξαίρεσης, πράγμα που μπορούν να πράξουν ανά πάσα στιγμή, υποχρεούνται να ενημερώσουν σχετικά την Επιτροπή.

α. Η θρησκεία ως «ουσιώδης» επαγγελματική απαίτηση

Ως γνωστόν, η θρησκευτική ελευθερία περιλαμβάνει και το δικαίωμα αυτόνομης οργάνωσης των θρησκευτικών κοινοτήτων. Επομένως, οι εκκλησίες και οι λοιποί θρησκευτικοί φορείς, όποια μορφή και αν διαθέτουν, δικαιούνται, εκτός των άλλων, να επιλέγουν, χρησιμοποιώντας τα δικά τους κριτήρια και ακολουθώντας τις δικές τους διαδικασίες, τα πρόσωπα στα οποία θα εμπιστευθούν πνευματικές λειτουργίες στο εσωτερικό τους. Σεβόμενο το εν λόγω δικαίωμα, το άρ. 4 παρ. 1 της Οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη-μέλη δύνανται να προβλέπουν πως η διαφορετική μεταχείριση λόγω θρησκεύματος δεν συνιστά διάκριση όταν, εξ αιτίας της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του γενικότερου πλαισίου άσκησής τους, το θρήσκευμα αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση. Το αν όντως το θρήσκευμα αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση θα κρίνεται κάθε φορά in concreto, με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας. Η εξαίρεση του άρ. 4 παρ. 1 της Οδηγίας έχει λοιπόν ιδιαίτερα περιορισμένο πεδίο εφαρμογής. Στην πράξη, η θρησκεία αποτελεί ουσιώδη απαίτηση για την πρόσληψη και την παραμονή μόνο σε όσες θέσεις εργασίας συνεπάγονται τη συμμετοχή στην τέλεση ιεροπραξιών της θρησκείας αυτής (π.χ. ιερείς) και τη διδασκαλία ομολογιακού χαρακτήρα ή τη διάδοση των αρχών της (π.χ. κατηχητές, «ιεραπόστολοι»).

β. Η θρησκεία ως «θεμιτή» επαγγελματική απαίτηση

Κάθε εργαζόμενος υπέχει την υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του εργοδότη του και την υποχρέωση να μη βλάπτει με την ατομική συμπεριφορά του τα νόμιμα συμφέροντα αυτού του τελευταίου· και, αντίστοιχα, κάθε εργοδότης υπέχει την υποχρέωση να σέβεται την προσωπικότητα του εργαζομένου και την υποχρέωση να μην τον εμποδίζει να υπερασπίζεται με όλα τα νόμιμα μέσα τα δικαιώματά του. Τα όρια ανάμεσα στις εκατέρωθεν υποχρεώσεις είναι ρευστά, γίνονται δε ακόμη ρευστότερα όταν στη θέση του εργοδότη βρίσκεται μια εκκλησία ή μια άλλη θρησκευτική οργάνωση που απαιτεί από όσους εργάζονται για λογαριασμό της να συμμερίζονται τα πιστεύω της ή, εάν δεν τα συμμερίζονται, να μην εκδηλώνουν τη διαφωνία τους. Ο κοινοτικός νομοθέτης δεν απέφυγε να λάβει θέση επί του θέματος. Το άρ. 4 παρ. 2 της Οδηγίας ορίζει κατ’ αρχάς ότι τα κράτη-μέλη δύνανται να προβλέπουν πως, προκειμένου περί επαγγελματικών δραστηριοτήτων εκκλησιών ή άλλων, δημόσιων ή ιδιωτικών, ενώσεων, η δεοντολογία των οποίων εδράζεται στη θρησκεία, η διαφορετική μεταχείριση λόγω θρησκείας δεν συνιστά διάκριση όταν, εξ αιτίας της φύσης των εν λόγω δραστηριοτήτων ή του γενικότερου πλαισίου άσκησής τους, η θρησκεία αποτελεί επαγγελματική απαίτηση θεμιτή και δικαιολογημένη. Η θρησκεία οφείλει να συνδέεται επαρκώς με τον χαρακτήρα των προς άσκηση δραστηριοτήτων. Έτσι, εάν μια θρησκευτική οργάνωση αντίθετη με τις πρακτικές της ευθανασίας και των αμβλώσεων διατηρεί ιδιωτικό θεραπευτήριο, έχει, κατ’ αρχήν τουλάχιστον, την ευχέρεια να απαιτεί από τους ιατρούς που εργάζονται εκεί να συμμερίζονται τις απόψεις της για τα συγκεκριμένα θέματα και να τους επιβάλλει πειθαρχικές κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ()π.χ. με δημόσιες δηλώσεις υπέρ της ευθανασίας ή των αμβλώσεων), δεν έχει όμως την ευχέρεια να πράττει το ίδιο όσον αφορά το διοικητικό προσωπικό του θεραπευτηρίου. Στη συνέχεια, όμως, η ίδια πάντα διάταξη εξαρτά τη νομιμότητα της διαφορετικής μεταχείρισης από τη σωρευτική πλήρωση τριών προϋποθέσεων. Ειδικότερα, η διαφορετική μεταχείριση θα πρέπει, πρώτον, να προβλέπεται στην ισχύουσα κατά την ημερομηνία έκδοσης της Οδηγίας εθνική νομοθεσία ή σε μεταγενέστερη της ημερομηνίας έκδοσης της Οδηγίας εθνική νομοθεσία απηχούσα τις ισχύουσες κατά την ημερομηνία έκδοσης της Οδηγίας εθνικές πρακτικές, δεύτερον, να μην παραβιάζει ούτε τις συνταγματικές διατάξεις και αρχές των κρατών-μελών ούτε τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και, τρίτον, να μην αιτιολογεί διάκριση για άλλους λόγους. Οι τρεις προαναφερθείσες προϋποθέσεις είναι αποκαλυπτικές της καχυποψίας, αν όχι της εχθρότητας, του κοινοτικού νομοθέτη έναντι της απαίτησης των εκκλησιών και λοιπών θρησκευτικών οργανώσεων για ρητή ή σιωπηρή συμμόρφωση των εργαζομένων προς τη δεοντολογία τους. Με την πρώτη, επιχειρεί να «παγώσει» την εξαίρεση στο χρόνο, αποκλείοντας εκ προοιμίου τυχόν δυναμική ανάγνωσή της. Με τη δεύτερη, αρνείται κατηγορηματικά τον αυτόματο χαρακτήρα της, υπενθυμίζοντας την ανάγκη τήρησης ενός πλήθους εγγυήσεων. Τέλος, με την τρίτη, αποτρέπει τη χρήσης της ως άλλοθι για την εισαγωγή άλλων ειδών διακρίσεων, ιδίως λόγω φύλου ή γενε-τήσιου προσανατολισμού. Το αν οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται στο παράδειγμα των ιατρών του ελεγχόμενου από τη θρησκευτική οργάνωση ιδιωτικού θεραπευτηρίου δεν είναι εν τέλει καθόλου σίγουρο. Σίγουρο είναι ότι, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ανωτέρω, το άρ. 4 παρ. 2 κερδίζει επάξια τον τίτλο της πλέον πολύπλοκης και ασαφούς διάταξης της Οδηγίας.

2. Οι θετικές δράσεις υπέρ θρησκευτικών ομάδων

Διακηρυγμένη επιδίωξη της Οδηγίας είναι η πραγμάτωση πλήρους (ουσιαστικής και όχι απλώς τυπικής) ισότητας στην επαγγελματική ζωή. Εμφορούμενος από αυτό το πνεύμα, ο κοινοτικός νομοθέτης έκρινε ότι ο κανόνας της απαγόρευσης των διακρίσεων θα έπρεπε κάποτε να κάμπτεται, ώστε να καθίσταται δυνατή η ανάληψη πρωτοβουλιών για την ενεργό προαγωγή της ισότητας. Έτσι, το άρ. 7 παρ. 1 της Οδηγίας επιτρέπει (αλλά δεν επιβάλλει) στα κράτη-μέλη να διατηρήσουν σε ισχύ ή να θεσπίσουν ειδικά μέτρα με σκοπό την πρόληψη ή την αντιστάθμιση μειονεκτημάτων (θετικές δράσεις) για οποιονδήποτε από τους απαριθμούμενους στο άρ. 1 αυτής λόγους. Στο παρελθόν, θετικές δράσεις με βάση το κοινοτικό δίκαιο ήταν δυνατόν ν’ αναληφθούν αποκλειστικά υπέρ των γυναικών, υπό όρους στη διαμόρφωση των οποίων καθοριστικό ρόλο έπαιξε η νομολογία του ΔΕΚ.

Εάν τα πορίσματα της νομολογίας του ΔΕΚ όσον αφορά τις θετικές δράσεις υπέρ των γυναικών έχουν κάποια αξία και για τις θετικές δράσεις υπέρ θρησκευτικών ομάδων, θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφ’ ενός, θετικών δράσεων που επιφυλάσσουν, ιδίως με τη μορφή ποσοστώσεων, θέσεις εργασίας σε άτομα ορισμένου θρησκεύματος και, αφ’ ετέρου, θετικών δράσεων που επιφυλάσσουν θέσεις επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης στα άτομα αυτά ή που προορίζονται να διευκολύνουν την είσοδό τους στην αγορά εργασίας και την εξέλιξη της σταδιοδρομίας τους. Στην πρώτη περίπτωση, οι θετικές δράσεις θα επιτρέπονται μόνον εφ’ όσον δεν παρέχουν αυτόματα και ανεπιφύλακτα προτεραιότητα στους υποψηφίους ορισμένου θρησκεύματος έναντι των συνυποψηφίων τους διαφορετικού θρησκεύματος με ίσα προσόντα και εφ’ όσον όλες οι υποψηφιότητες υποβάλλονται σε αντικειμενική αξιολόγηση, συνυπολογιζομένων των ιδιαίτερων προσωπικών καταστάσεων των υποψηφίων, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, οι θετικές δράσεις θα επιτρέπονται απλώς υπό την προϋπόθεση σεβασμού της αρχής της αναλογικότητας .

Δύο ιδιαίτερες περιπτώσεις τοπικά εντοπισμένων θετικών δράσεων υπέρ συγκεκριμένης θρησκευτικής ομάδας αντιμετωπίζονται στο άρ. 15 της Οδηγίας. Σύμφωνα με το άρ. 15 παρ. 1, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η χαμηλή εκπροσώπηση μιας από τις κυριότερες θρησκευτικές κοινότητες στις αστυνομικές υπηρεσίες της Βορείου Ιρλανδίας, οι διαφορές μεταχείρισης σχετικά με την πρόσληψη στις υπηρεσίες αυτές, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού υποστήριξης, δεν αποτελούν διάκριση, στο μέτρο που επιτρέπονται ρητά από την εθνική νομοθεσία. Σύμφωνα με το άρ. 15 παρ. 2, προκειμένου να διατηρηθεί ισορροπία όσον αφορά τις δυνατότητες απασχόλησης για τους εκπαιδευτικούς στη Βόρειο Ιρλανδία και παράλληλα να προωθηθεί η υπέρβαση των ιστορικών διακρίσεων μεταξύ των κύριων θρησκευτικών κοινοτήτων της, οι διατάξεις σχετικά με τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις δεν εφαρμόζονται στην πρόσληψη εκπαιδευτικών στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Βορείου Ιρλανδίας, στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται από την εθνική νομοθεσία. Και, πράγματι, η ισχύουσα στη Βόρειο Ιρλανδία νομοθεσία προβλέπει, δίχως μάλιστα καμιά δυνατότητα παρέκκλισης, την εφαρμογή ποσόστωσης (50% χριστιανοί καθολικοί) κατά την πρόσληψη αστυνομικών και εκπαιδευτικών, πρόβλεψη η συμβατότητα της οποίας με το κοινοτικό δίκαιο θα ήταν, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, τουλάχιστον αμφίβολη, εάν δεν είχαν συμπεριληφθεί στην Οδηγία οι εν λόγω διατάξεις, αφού επιφυλάσσει αυτόματα και ανεπιφύλακτα θέσεις εργασίας σε άτομα ορισμένου θρησκεύματος σε βάρος των συνυποψηφίων τους διαφορετικού θρησκεύματος με ίσα προσόντα.

Θετικές δράσεις υπέρ συγκεκριμένης θρησκευτικής ομάδας προβλέπονται όμως και στην ελληνική νομοθεσία. Πρόσφατα, με το άρ. 23 ν. 3647/2008, προστέθηκε στο τέλος του άρ. 14 ν. 2190/1994 «σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης» παρ. 7 ορίζουσα ότι ποσοστό πέντε τοις χιλίοις (0,5%) των θέσεων του τακτικού προσωπικού και του προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά κατηγορία ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ που προκηρύσσονται με πανελλήνιους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ καλύπτονται από Έλληνες υπηκόους προερχόμενους από τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Μερικά χρόνια νωρίτερα, με την υπ’ αριθ. Φ.152.11/Β3/790 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, είχε ορισθεί ότι ποσοστό θέσεων πέντε τοις χιλίοις (0,5%) επί του αριθμού εισακτέων για κάθε σχολή ή τμήμα σχολής ΑΕΙ, εκτός των θεολογικών σχολών της χώρας, καλύπτονται από υποψηφίους με το σύστημα των εξετάσεων προερχόμενους από τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, αρκεί να συμμετέχουν στα μαθήματα γενικής αξιολόγησης και στα ειδικά μαθήματα ή δοκιμασίες. Η πρώτη ρύθμιση είναι προβληματική: ο έλληνας νομοθέτης φαίνεται να παρέχει προτεραιότητα για την πρόσληψη σε θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα σε άτομα ορισμένου θρησκεύματος έναντι των συνυποψηφίων τους διαφορετικού θρησκεύματος με ίσα προσόντα, κατά τρόπο αυτόματο και ανεπιφύλακτο• δεν ισχύει το ίδιο για τη δεύτερη ρύθμιση: από τη διατύπωσή της προκύπτει η θέληση του έλληνα νομοθέτη να διευκολύνει την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση σε άτομα ορισμένου θρησκεύματος, επιφυλάσσοντας σε αυτά έναν πολύ μικρό αριθμό των διαθέσιμων θέσεων.

Επίλογος

Η θρησκεία συνιστά βασικό στοιχείο ταυτότητας, ατομικής και συλλογικής, έχει δε αποτελέσει, από την επικράτηση του μονοθεϊσμού και έπειτα, την κύρια (ενίοτε και την αποκλειστική) αιτία ενός πλήθους συγκρούσεων τόσο μεταξύ μεμονωμένων προσώπων όσο και μεταξύ ομάδων. Η διαμόρφωση ενός εργασιακού περιβάλλοντος απαλλαγμένου από έριδες και περιθωριοποιήσεις, στοιχείο απαραίτητο για τη διαφύλαξη της εργασιακής ειρήνης, προϋποθέτει, κατά συνέπεια, την καταπολέμηση και των διακρίσεων λόγω θρησκείας. Την αποστολή αυτή ανέλαβε να φέρει εις πέρας η οδηγία 2000/78/ΕΚ. Η οδηγία μεριμνά επίσης για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω ειδικών αναγκών (αναπηρίας), ηλικίας και γενετήσιου προσανατολισμού. Οι κοινές για όλα τα είδη διακρίσεων διατάξεις της είναι σε γενικές γραμμές σαφείς, αν και οι περιπτώσεις των έμμεσων διακρίσεων και της παρενόχλησης ενδέχεται να δημιουργήσουν προβλήματα, η πρώτη στο σκέλος της αντικειμενικής δικαιολόγησης και η δεύτερη στο σκέλος της απόδειξης, Αντίθετα, οι ελάχιστες ειδικά αφιερωμένες στις διακρίσεις λόγω θρησκείας διατάξεις της (διακριτική μεταχείριση επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση όταν η θρησκεία συνιστά θεμιτή επαγγελματική απαίτηση) διακρίνονται για την ασάφειά τους. Μέχρι στιγμής, υποθέσεις με αντικείμενο διακρίσεις λόγω θρησκείας δεν έχουν οδηγηθεί προς επίλυση ενώπιον του ΔΕΚ, τούτο όμως, αργά ή γρήγορα, θα συμβεί και τότε θα έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς πώς ο κοινοτικός δικαστής θα χειρισθεί τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει η θρησκεία σε σχέση με τους λοιπούς λόγους διάκρισης. Διότι δέον να μη λησμονείται ότι η νομοθεσία δεν είναι από μόνη της ικανή να εξαλείψει τις κάθε είδους διακρίσεις στην εργασία· το κλειδί γι’ αυτό βρίσκεται στην ορθή εφαρμογή και επιβολή της.

Ύπατο Συμβούλιο των Ελλήνων Εθνικών

Werbeanzeigen