ΠΕΡΙ ΑΡΕΤΩΝ ΣΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Ευστάθιος Κεφάλας: «Περί Αρετών στη θρησκεία των Ελλήνων: οι 4εις Αρετές τις τριδυνάμου λογικής & αΐδιας ψυχής(καθαυτό άνθρωπος)», από: eleysis69 (Ακάδημος), τελευταία πρόσβαση: 10n Ισταμένου Γαμηλιώνος του 4ου έτους της 698ης Ολυμπιάδος / 9. Ιανουαρίου «2017».

Το περί Αρετών θείο δόγμα της ιερής θρησκείας των Ελλήνων – που η πιο κοντινή στην παρούσα εν τη γενέσει ανθρωπότητα καταγραφή του/της έχει γίνει για τους Έλληνες από τον Θράκα Θεολόγο Ορφέα – και εξηγήθηκε πλήρως, αληθώς & όντως, μόνον μέσα από τα κείμενα των θείων φιλοσόφων Πυθαγόρα, Πλάτωνα, Πλουτάρχου Χαιρωνέα, Πλωτίνου Αιγύπτιου, Πορφύριου, Ιάμβλιχου, Συριανού, Πρόκλου, Ερμεία, Ολυμπιοδώρου, Δαμάσκιου, Ιεροκλή κτλ.

Η μόνη αληθείς & όντως, περί Αρετών της αίδιας & λογικής Ψυχής, φιλοσοφία των Ελλήνων, μέσα από τα κείμενα της γραμματείας των Ελλήνων—

Η μελέτη υπάρχει για πιο εύκολη χρήση και στο κοινό λογαριασμό των «φιλοσοφοῦμεν γνησίως τε καὶ ἱκανῶς» & «Ακάδημος» στο Academia.edu ως PDF αρχείο.

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) – 1/2/2015 : “Ακάδημος”, αμφικτυονία Πανελλήνιας (Ορφικής) Θεολογίας & Πλατωνικής Φιλοσοφίας – φιλοσοφοῦμεν γνησίως τε καὶ ἱκανῶς

Ο μέγας Ολυμπιόδωρος λέγει ότι :

«Τρείς οι ενέργειες της ψυχής. Η μια προς τα επόμενά της επιστρέφει γνωρίζοντας τα αισθητά, η άλλη προς τον εαυτό της δια του εαυτού της ορά πάντα τα όντα – διότι η ψυχή πάμμορφον άγαλμα είναι πάντων των όντων τους Λόγους έχουσα, ή προς το νοητό ανατείνοντας τις ιδέες ορώσα. Και εξ αυτών των τριών των ενεργειών της ψυχής διαφέρουν γνωσιακά το πολιτικό, το καθαρτικό και το θεωρητικό, ο πολιτικός γνωρίζει τα αισθητά, ο καθαρτικός τους εν τη ψυχή Λόγους, ο δε θεωρητικός τα Ιδέες, όμως ουδείς είναι αληθινός φιλόσοφος αν δεν έχει πάντων των Όντων την γνώση, αλλά μόνο την μερική, και ούτε του μέρους ακριβής θεωρός είναι, αν δεν γνωρίσει την σχέση του μέρους προς τα άλλα δυο. Εξ ου και είναι ανάγκη να γνωρίσει και τα τρία. Ο πολιτικός γνωρίζει τα αισθητά κατά τους εν αυτώ Λόγους και διαμέσου αυτών τα τακτοποιεί αποβλέποντας προς την ψυχή. Θέτει αντίστοιχο της λογικής ψυχής τους φύλακες, προς το θυμικό τους στρατιώτες και προς το επιθυμητικό τους θήτες. Επιπροσθέτως, τους φύλακες δύναται να τους ανεβάσει στο αγαθό δια της παιδείας, ώστε των τριών επιστήμων να είναι. Ο δε καθαρτικός ελισσόμενος πέριξ των μέσων γνωρίζει τους Λόγους της ψυχής, διαμέσου δε αυτών γνωρίζει και τα άκρα (δηλαδή τα αισθητά και τα νοητά). Ο θεωρητικός γνωρίζει τα αισθητά, αναγάγει αυτά από του πλήθους επί το ”Εν” το εν τω νοητώ.[1] Αλλά επειδή υπάρχει “Εν” και πλήθος εν τω νοητώ, ανάγει το “Εν”, το εν τω νοητώ, επί το “Εν” το εν τω Θεών.[2] Αυτό το “Εν”, των Θεών, είναι απολύτως “Εν” απλήθυντο και δεν υπάρχει άλλος θεός ή μονάδα χωρίς πλήθος, πλην αυτού. Ο πολιτικός ασχολείται με τις λύπες, τις ηδονές και τη φροντίδα του σώματος και για αυτό το λόγο δεν αποκτά απάθεια, αλλά μετριοπάθεια. Οι άλλοι δύο, ο καθαρτικός και ο θεωρητικός, φροντίζουν τα σώματα σαν να ήταν ένας φλύαρος γείτονας, έτσι ώστε να μην τους εμποδίζει, έχοντας ως ολοκλήρωση την απάθεια.»[3]

Δηλαδή είναι άλλη η αρετή του θνητού ανθρώπου – της ένωσης αΐδιας & λογικής ψυχής με θνητή και άλογη ψυχή-ζωή και ένα σώμα με το οποίο ζει εν τη γενέσει – και άλλη η αρετή του πραγματικού ανθρώπου, της τριδυνάμου αΐδιας & λογικής ψυχής[4].

Εξ ου και ο Πορφύριος μας λέγει ότι :

«Διαφορετικές είναι οι αρετές του πολιτικού ανθρώπου, διαφορετικές εκείνου που προς την θεωρία ανέρχεται και γι’ αυτό λέγεται θεωρητικός, διαφορετικές οι αρετές εκείνου που είναι ήδη τέλειος θεωρητικός και είναι πια επόπτης και διαφορετικές οι αρετές του νοός, στον βαθμό που είναι νους και καθαρός από την ψυχή. Οι αρετές του πολιτικού ανθρώπου έγκειται στην μετριοπάθεια και χαρακτηρίζονται από το ότι έπονται και ακολουθούν τον συλλογισμό περί το ποιο είναι πρέπον ως προς τις πράξεις. Για τούτο, αποβλέποντας στην ασφαλή συναναστροφή με τους πλησίον μας, ονομάζονται πολιτικές από τη συμβίωση και την συναναστροφή. Η φρόνηση υπάρχει σε σχέση με το λογιζόμενο μέρος, η ανδρεία σε σχέση με το θυμικό, η σωφροσύνη σε σχέση με την εναρμόνιση και συμφωνία επιθυμητικού και λογιζομένου μέρους, ενώ η δικαιοσύνη, τέλος, είναι η εκτέλεση από όλα τα παραπάνω του οικείου τους έργου σε σχέση με το άρχειν και το άρχεσθαι. Οι αρετές του θεωρητικού ανθρώπου που προχωρεί προς την θεωρία είναι απομακρυσμένες από των ενταύθα πραγμάτων. Γι’ αυτό και ονομάζονται καθάρσεις, επειδή παρατηρούνται στην αποχή από τις πράξεις του σώματος και από τις συμπάθειες με αυτό. Τούτες είναι οι αρετές της ψυχής η οποία ανέρχεται προς το όντως ΟΝ, ενώ οι πολιτικές αρετές κοσμούν τον θνητό άνθρωπο – οι πολιτικές είναι πρόδρομοι των καθαρτικών αρετών, διότι, αφού ο άνθρωπος στολιστεί με τις τελευταίες αυτές, απέχει από τις προηγούμενες πράξεις του που έκανε με το σώμα – , γι’ αυτό το να μην έχει η ψυχή την ίδια γνώμη με το σώμα αλλά να ενεργεί μόνη της δημιουργεί τη φρόνηση, η οποία φτάνει στην τελείωσή της μέσω της καθαρής νόησης. Η έλλειψη κοινότητας παθών ψυχής και σώματος δημιουργεί τη σωφροσύνη, ενώ, αν η ψυχή δεν φοβάται όταν εγκαταλείπει το σώμα, σαν να πηγαίνει σε κάτι κενό και ανύπαρκτο, δημιουργείται η ανδρεία. Όταν, τέλος, ηγούνται η λογική και ο νους και δεν υπάρχει καμία αντίσταση, δημιουργείται η δικαιοσύνη. Η διευθέτηση σύμφωνα με τις πολιτικές αρετές φαίνεται στην μετριοπάθεια και τον τελικό σκοπό έχει το να ζει κανείς ως άνθρωπος σύμφωνα με την φύση, ενώ η διευθέτηση σύμφωνα με τις θεωρητικές αρετές φαίνεται στην απάθεια, και εδώ ο τελικός σκοπός είναι η προς τον Θεό ομοίωση. Δεδομένου τώρα ότι το ένα είδος κάθαρσης είναι αυτό που καθαίρει και το άλλο αφορά εκείνους που έχουν καθαρθεί, οι καθαρτικές αρετές θεωρούνται σύμφωνα και με τις δυο παραπάνω σημασίες της κάθαρσης. Καθαίρουν δηλαδή την ψυχή και συνυπάρχουν με αυτή που είναι πια καθαρμένη – το να καθαρθεί κανείς άλλωστε είναι η ολοκλήρωση της καθαρτήριας διαδικασίας -, δεδομένου όμως ότι η κάθαρση και το να είναι κανείς καθαρμένος σημαίνει την αποβολή κάθε αλλότριου πράγματος, το αγαθό που προκύπτει από τη διαδικασία αυτή θα είναι διαφορετικό από αυτό που καθαίρει. Έτσι, αν αυτό που καθαίρεται ήταν αγαθό πριν από την ακαθαρσία που το έπληξε, τότε η κάθαρση αρκεί. Η κάθαρση λοιπόν θα είναι αρκετή, κι αυτό που θα απομείνει θα είναι το αγαθό, όχι η κάθαρση. Η φύση της ψυχής όμως δεν θα ήταν αγαθή, αλλά είχε την δυνατότητα να μετέχει στο αγαθό και θα ήταν αγαθοειδής, αλλιώς δεν θα είχε βρεθεί εν κακώ. Το αγαθό της ψυχής, επομένως, συνίσταται στην ένωσή της με τον γεννήτορά της, ενώ η κακία της συνίσταται στην επαφή της με τα πράγματα που έρχονται μετά από αυτή. Η κακία της μάλιστα είναι διπλή : αφενός η συνύπαρξη της με την γένεση και αφετέρου η μετά παθών υπερβολής αυτής της συνύπαρξης. Για τον λόγο αυτό, οι πολιτικές αρετές, που απαλλάσσουν την ψυχή από μια μόνο κακία, θεωρήθηκαν αρετές και είναι πολύτιμες, οι καθαρτικές όμως είναι πολυτιμότερες και απαλλάσσουν την ψυχή, κατά το ότι είναι ψυχή, από την κακία γενικά. Καθαρμένη λοιπόν η ψυχή θα συνυπάρχει οπωσδήποτε με τον γεννήτορά της. Η αρετή της έτσι, μετά την επιστροφή της, θα είναι αυτή που συνίσταται στην γνώση και την αληθινή πρόσληψη του Όντος, όχι υπό την έννοια ότι δεν έχει η ίδια από μόνη της, αλλά ότι χωρίς το πρότερό της ΟΝ δεν βλέπει τα στοιχεία του εαυτού της. Τρίτο τώρα είδος αρετών, μετά τις καθαρτικές και πολιτικές, αποτελούν οι αρετές της ψυχής που ενεργεί νοητικά. Εδώ, η σοφία και η φρόνηση συνίστανται στη θεωρία όσων έχει ο Νους, ενώ η δικαιοσύνη είναι η επιτέλεση του οικείου έργου στην εναρμόνισή της με τον Νου και τη σύμφωνα με τον Νου ενέργεια. Εξάλλου, η σωφροσύνη είναι η εσωτερική προς τον νου στροφή, και η ανδρεία είναι η απάθεια, σύμφωνα με την ομοίωση με αυτό προς το οποίο βλέπει η ψυχή και το οποίο είναι μια φύση απαλλαγμένη από πάθη. Οι αρετές αυτές ακολουθούν αμοιβαίως η μία την άλλη, όπως και οι προηγούμενες. Τέταρτο είδος αρετών είναι οι υποδειγματικές, οι οποίες υπάρχουν στον Νου. Είναι ανώτερες από τις ψυχικές και είναι υποδείγματα αυτών των οποίων οι αρετές της ψυχής ήταν ομοιώματα. Νους είναι αυτός στον οποίο υπάρχουν τα πάντα ως υποδείγματα. Εν προκειμένω, επιστημονική γνώση είναι η νόηση και σοφία ο νους ως γνωστικό υποκείμενο. Σωφροσύνη είναι αυτό που στρέφει προς εκείνον, και το οικείο του νου έργο είναι η ίδια η οικειοπραγία. Ανδρεία είναι η ταυτότητα με τον εαυτό του και το να παραμένει στον εαυτό του καθαρός χάρη στο πλεόνασμα της δύναμής του. Υπάρχουν λοιπόν τέσσερα είδη αρετών. Από αυτές κάποιες – οι υποδειγματικές – αναφέρονται στον νου και συντρέχουν με αυτόν κατά την ουσία, ενώ άλλες σχετίζονται με την ψυχή που ενορά πλέον προς τον Νου και πληρούται από αυτόν. Κάποιες πάλι ανήκουν στην καθαιρόμενη και καθαρσίσα ανθρώπινη ψυχή από του σώματος και από τα άλογα πάθη, και κάποιες άλλες στην ανθρώπινη ψυχή που κοσμεί τον άνθρωπο οριοθετώντας μέσα σε μέτρα την άλογη φύση και δημιουργώντας έτσι τη μετριοπάθεια. Όποιο διαθέτει τις μείζονες αρετές κατέχει αναγκαστικά και τις ελάσσονες, το αντίστροφο όμως δεν ισχύει. Ούτε αυτός που κατέχει τις μείζονες αρετές θα ενεργήσει προηγουμένως σύμφωνα με τις ελάσσονες, παρά μόνο στον βαθμό που αυτό απαιτείται εν τη γενέσει. Διότι, όπως προαναφέρθηκε, τα είδη των αρετών έχουν διαφορετικούς σκοπούς το ένα από το άλλο. Των πολιτικών αρετών σκοπός είναι να βάλουν μέτρο στα πάθη κατά τις σύμφωνα με τις κατά φύση πράξεις τους. Των καθαρτικών αρετών σκοπός είναι η πλήρης απομάκρυνση των παθών, που στο προηγούμενο στάδιο περιορίζονταν απλώς μέσα στα μέτρα. Σκοπός των νοητικών αρετών είναι κατά νου ενέργεια, καθώς την απομάκρυνση από τα πάθη δεν την διανοούνται. Των υποδειγματικών, τέλος, που η ενέργειά τους δεν σχετίζεται με τον νου, αλλά φτάνουν στον συντρέχουν με αυτό κατά την ουσία…. Έτσι όποιος ενεργεί κατά τις πρακτικές αρετές είναι σπουδαίος άνθρωπος, ενώ αυτός που ενεργεί κατά τις καθαρτικές αρετές είναι δαιμόνιος άνθρωπος ή ακόμα και αγαθός δαίμονας. Αυτός που ενεργεί μόνο κατά τις νοητικές αρετές είναι θεός, και αυτός, τέλος, που ενεργεί σύμφωνα με τις υποδειγματικές είναι πατέρας των θεών. Πρέπει να φροντίζουμε κατεξοχήν για τις καθαρτικές αρετές, σκεπτόμενοι ότι αυτές κατακτιούνται μεν στην παρούσα ζωή, μέσω αυτών όμως επιτυγχάνεται η άνοδος και στις πολυτιμότερες αρετές. Γι’ αυτό πρέπει να εξετάσουμε μέχρι ποιο βαθμό και σε πόση έκταση είναι δυνατή η κάθαρση, διότι πρόκειται για χωρισμό από το σώμα και από την άλογη παθητική κίνηση. Πρέπει λοιπόν να πούμε πως θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και μέχρι ποιο σημείο. Πρώτα από όλα, σαν θεμέλιο και υποκείμενη βάση της κάθαρσης, πρέπει να γνωρίζει κανείς για τον εαυτό του ότι είναι μια ψυχή συνδεδεμένη με ένα πράγμα ξένο προς αυτή και διαφορετικό ως προς την ουσία του. Δεύτερον, με αφετηρία αυτή τη σύνδεση, πρέπει να συγκεντρώνει τον εαυτό του από το σώμα και τους διαφορετικούς, θα λέγαμε, τόπους, ώστε να βρίσκεται σε μία κατάσταση πλήρους απάθειας ως προς το σώμα. Διότι όποιος ενεργεί συνεχώς με την αισθητηριακή αντίληψη, ακόμα και αν δεν το κάνει αυτό με συνάφεια αισθημάτων και με την απόλαυση που απορρέει από τις ηδονές, η προσοχή του, παρόλα αυτά, σκορπίζεται γύρω από το σώμα και συνδέεται με αυτό μέσω της αίσθησης, όντας παραδομένος στις ηδονές και τις λύπες των αισθημάτων με προθυμία και με εκδήλωση μιας συμπάσχουσας κλίσης. Από αυτή κατεξοχήν τη διάθεση πρέπει να καθαρθεί. Τούτο βέβαια θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αν κανείς δεχόταν τις απαραίτητες ηδονές και τις αισθήσεις για λόγους θεραπείας μόνο ή για απαλλαγή από τους πόνους, ώστε να μην εμποδίζεται. Επίσης, πρέπει μα απομακρυνθούν και οι πόνοι, και αν αυτό είναι αδύνατον, πρέπει να τους υπομένουμε με λιγότερο βαρύτροπο, μετριασμένους από την έλλειψη συμπάθειας. Τον θυμό επίσης πρέπει, όσο γίνεται να τον αποβάλλουμε, και, ει δυνατόν τελείως. Και αν αυτό δεν μπορεί να συμβεί, να μην συνδυάζουμε με αυτόν τις επιλογές μας, αλλά οι προαίρετες πράξεις πρέπει να ανήκουν σε κάτι άλλο – και το απροαίρετο στοιχείο είναι αδύναμο και μικρό. Τον φόβο όμως πρέπει να τον αποβάλουμε εντελώς. Διότι ο καθαιρόμενος δεν έχει να φοβηθεί τίποτα – και εδώ θα πρόκειται για κάτι απροαίρετο-, οπότε ο θυμός και ο φόβος πρέπει να χρησιμοποιούνται για λόγους νουθεσίας. Πρέπει να εξορίσουμε την επιθυμία για κάθε κακό πράγμα. Φαγητά και ποτά επίσης δεν θα επιθυμήσει κάποιος, στον βαθμό που έχει καθαρθεί, ενώ το απροαίρετο στοιχείο δεν πρέπει να υπάρχει ούτε στις φυσικές σαρκικές επιθυμίες. Αν όμως κάτι τέτοιο συμβεί, πρέπει να περιορίζεται στις παρορμητικές εικόνες που εμφανίζονται στον ύπνο. Σε κάθε περίπτωση, η νοητική ψυχή του ανθρώπου που καθαίρεται πρέπει να είναι απαλλαγμένη από όλα τούτα. Πρέπει επίσης να προσπαθεί κανείς ώστε αυτό που κινείται προς την άλογη φύση των σωματικών παθών να κινείται χωρίς συμπάθεια και χωρίς άμεση σύνδεση με αυτό, έτσι ώστε και οι κινήσεις αυτές να καταλύονται μέσω της εγγύτητάς τους προς τις λογικές δυνάμεις. Δεν θα υπάρξει λοιπόν σύγκρουση ενόσω η κάθαρση συνεχίζει την πορεία της, αλλά αυτό θα συμβεί εκεί όπου η παρουσία του λόγου είναι αρκετή, του λόγου τον οποίον το κατώτερο στοιχείο θα σεβαστεί, ώστε και το ίδιο το στοιχείο αυτό θα αγανακτήσει, αν κινηθεί καθόλου, διότι δεν έμεινε ήσυχο παρουσία του αφέντη του, και θα κατηγορήσει τον εαυτό του για αδυναμία. Και αυτά για την ώρα είναι μόνο μετριασμοί των παθών, αλλά με την επίταση τους καταλήγουν στην απάθεια. Όταν το συμπάσχον στοιχείο καθαρθεί τελείως, η απάθεια συνυπάρχει με αυτόν που έχει καθαρθεί, αφού και το πάθος κινούνταν όταν ο λόγος έδινε το σύνθημα μέσω της ροπής.»[5]

Μάλιστα ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς λέγει ότι :

«Πάντως και από τα άλλα, όσα λέγονται εγκύκλια παιδεύματα(μαθήματα, τίποτα δεν πρέπει να αφήνουμε που να μην το έχει ακούσει ή να μην το δει ή να μην λάβει γνώση ο ελεύθερος παίς, αλλά πρέπει να τα μάθει επιτροχάδην σαν να ήταν γεύμα, διότι το τέλειο σε όλα είναι αδύνατον να το φθάσει κανείς, να θεωρεί όμως ως πρώτον και κύριον μάθημα την Φιλοσοφία. Και μπορώ να σας παραστείσω την γνώμη μου αυτή με μία εικόνα : όπως δηλ. είναι ωραίο να επισκεπτόμαστε περιπλέοντες πολλές πόλεις, αλλά είναι ωφέλιμο να κατοικούμε στην κράτιστη, έτσι….. Αστειευόμενος ο φιλόσοφος Βίων έλεγε ότι, όπως οι μνηστήρες επειδή δεν μπορούσαν να πλησιάσουν την Πηνελόπη, πλάγιαζαν με τις θεραπαινίδες της, έτσι κατά τον ίδιο τρόπο και εκείνοι που δεν είναι ικανοί να φθάσουν στην φιλοσοφία εντρυφούν σε παιδεύματα που δεν έχουν καμία σημασία, κατασκελεύοντας έτσι τους εαυτούς τους. Δια τούτο πρέπει ως κύριο σκοπό και τέρμα όλων των άλλων σπουδών να ορίσουμε την φιλοσοφία. Διότι δια την φροντίδα του σώματος οι άνθρωποι βρήκαν δυο επιστήμες, την ιατρική και την γυμναστική, εκ των οποίων η μεν δίδει την υγεία η δε άλλη την ευρωστία του σώματος του σώματος. Εκ των νόσων, όμως, της ψυχής μόνο η φιλοσοφία είναι φάρμακο. Διότι μόνον με τη συνδρομή αυτής είναι δυνατόν να μάθουμε τι το καλό και τι το αισχρό, τι το δίκαιο και τι το άδικο, τι συλλήβδην αξίζει να επιδιώκουμε ως ηθικό και τι πρέπει να αποφεύγουμε. Πώς πρέπει να πράττουμε ως προς τους θεούς, ως προς τους γονείς, πως ως προς τους πρεσβύτερους, πως ως προς τους νόμους, πως ως προς τους άρχοντες, πως ως προς τους φίλους, πως ως προς τις γυναίκες, πως ως προς τα τέκνα, πως ως προς τους οικέτας. Ότι δηλ. πρέπει τους Θεούς να τους σεβώμεθα, τους γονείς να τους τιμάμε, ως προς τους πρεσβύτερους να στέκουμε με αίσθημα αιδούς, στους νόμους να πειθαρχούμε, στους άρχοντες να υπακούμε, τους φίλους να τους αγαπάμε, προς τις γυναίκες να σουφρωνούμε, προς τα τέκνα να είμαστε στοργικοί, τους οικέτας να μην τους εξευτελίζουν βρίζοντάς τους, και το μέγιστο όλων μήτε στις ευπραγίες να χαιρόμαστε υπερβολικά μήτε στις δυστυχίες να λυπόμαστε υπερβολικά, μήτε στις ηδονές να παραδινόμαστε, μήτε όταν οργιζόμαστε να είμαστε παράφοροι & θηριώδεις. Από όλα τα αγαθά που μας δίνει η φιλοσοφία, τα τελευταία που ανέφερα τα θεωρώ τα σπουδαιότερα. Διότι είναι γνώρισμα ανδρός το να ευτυχεί ευγενώς, ενώ το να μην προκαλεί φθόνο χαρακτηριστικό πράου ανθρώπου. Το να υπερέχεις των ηδονών δια της λογικής είναι γνώρισμα σοφού, ενώ το να συγκρατεί κανείς την οργή του είναι γνώρισμα ανθρώπου όχι τυχαίου. Τέλειους ανθρώπους θεωρώ εκείνους που μπορούν να αναμίξει και να συγκεράσει την πολιτική δύναμη με την φιλοσοφία,[6] διότι θεωρώ ότι οι τοιούτοι είναι κάτοχοι δυο πραγμάτων, τα οποία είναι αγαθά μέγιστα, δηλ. και του κοινωφελούς βίου, όταν πολιτεύονται, και της αταράχου & ηρέμου ζωής, όταν διατρίβουν περί φιλοσοφία. Διότι από τους τρείς βίους που υπάρχουν, που ο μεν ένας είναι πρακτικός βίος και είναι των πολιτικών, ο δε θεωρητικός βίος και είναι των φιλοσόφων και ο άλλος ο απολαυστικός βίος και είναι των φιληδόνων, ο μεν τελευταίος, ο απολαυστικός βίος, είναι έκλυτος & δούλος των ηδονών, ζωώδεις & μικροπρεπής. Ο δε πρακτικός βίος αν δεν μετέχει φιλοσοφίας είναι άμουσος & ελλαττωματικός. Ενώ ο θεωρητικός βίος εάν δεν συνδυαστεί με τον πρακτικό είναι ανωφελής. Πρέπει λοιπόν να προσπαθεί κανείς, όσο του είναι δυνατόν, να μετέχει στα δημόσια πράγματα και της φιλοσοφίας να αντιλαμβάνεται εφόσον οι καιροί το επιτρέπουν».[7]

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου που είχε κατακτήσει τις αυτές 4εις τετράδες αρετών ήταν και ο Πρόκλος, ο τελευταίος Δαδούχος και Ιεροφάντης των Ελλήνων. Σε αυτό το σημείο θα αντιγράψουμε κάποια αποσπάσματα εκ της βιογραφίας του ως παράδειγμα. Λέγει λοιπόν ο βιογράφος, μαθητής του και σχολάρχης της Πλατωνικής ακαδημίας Μαρίνος Νεαπόλεως :

«Αλλά και τις πολιτικές αρετές ελάμβανε από τα πολιτικά συγγράμματα του Αριστοτέλη και από τους “Νόμους” και την “Πολιτεία” του Πλάτωνα. Και για να μη φανεί πως ήταν μόνο λόγια σε αυτά και πως πραγματοποιούσε κανένα έργο, επειδή ο ίδιος δεν μπορούσε να ασχοληθεί με την πολιτική, λόγω του ότι ασχολιόταν με σπουδαιότερα ζητήματα, προέτρεπε σε αυτό τον Αρχιάδη, τον των Θεών φίλο, διδάσκοντας και ταυτόχρονα εξηγώντας σε εκείνον τις πολιτικές αρετές και μεθόδους και, όπως αυτοί που προτρέπουν τους δρομείς, τον προέτρεπε να κατευθύνει ολόκληρη την πόλη του από κοινού και καθέναν ιδιαιτέρως να τον ευεργετεί με κάθε είδους αρετής και ιδίως με τη δικαιοσύνη. Και γέννησε μέσα σε εκείνον κάποιας μορφής ζήλο, υποδεικνύοντας του το πρότυπο της γενναιοδωρίας και της ανωτερότητας ως προς τα χρήματα, με το να δωρίζει ο ίδιος άλλοτε στους φίλους του, άλλοτε στους συγγενείς, είτε ξένους είτε συμπολίτες, και με το να εμφανίζει τον εαυτό του σε κάθε περίπτωση ανώτερο από την κατοχή χρημάτων. Και έκανε όχι μικρές δωρεές για το δημόσιο συμφέρον. Όταν πέθανε, άφησε την περιουσία του, εκτός από τον Αρχιάδη, και στις πόλεις, δηλαδή στην πατρίδα του και στην Αθήνα.»[8]

«Πολλές φορές όμως και ο ίδιος ο φιλόσοφος ασχολιόταν με πολιτικές αποφάσεις, παίρνοντας μέρος στις κοινές συνελεύσεις της πόλης και προτείνοντας απόψεις με φρόνηση και συνεργαζόμενος με τους άρχοντες για τις υποθέσεις του δικαίου και όχι μόνο παρακινώντας τους, αλλά και εξαναγκάζοντας τους κατά κάποιο τρόπο με την φιλοσοφική του ευφράδεια να απονέμουν αυτό που ταιριάζει στον καθένα. Και δημόσια πάλι φρόντιζε για την κοσμιότητα των σπουδαστών και τους έκανε να πολιτεύονται με σωφροσύνη, διδάσκοντας τους όχι με σκέτα λόγια, αλλά περισσότερο με έργα τα οποία ασκούσε σε ολόκληρη την ζωή του, όντας αυτός κάτι σαν πρότυπο σωφροσύνης για τους άλλους[9]

«Και ιδιαίτερο του χαρακτηριστικό ήταν η συμπάθεια. Γιατί πιστεύω σε κανέναν άλλο άνθρωπο δεν έχει περιγραφεί τόσο μεγάλη. Γιατί καθώς ο ίδιος ποτέ δεν είχε την εμπειρία του γάμου και των παίδων, επειδή ο ίδιος δεν το επέλεξε, αν και του προτάθηκαν πολλοί γάμοι και ξεχωριστοί στην καταγωγή και στον πλούτο, απαλλαγμένος, όπως έλεγε, από όλα αυτά, έτσι φρόντιζε όλους τους μαθητές του και τους φίλους του, καθώς και τα δικά τους παιδιά και γυναίκες, σαν να ήταν κοινός πατέρας τους και αίτιος της υπάρξεώς τους. Γιατί με ποικίλους τρόπους νοιαζόταν για την ζωή καθενός. Αν μάλιστα κάποτε κάποιος από τους γνωστούς του προσβαλλόταν από ασθένεια, πρώτα τους Θεούς λιπαρώς ικέτευε υπερ αυτών με έργα και ύμνους, και έπειτα συμπαραστεκόταν με μεγάλη φροντίδα στον άρρωστο και μάζευε τους γιατρούς και τους εβίαζε να κάνουν χωρίς αναβολή τα έργα της τέχνης τους. Και ο ίδιος σε αυτούς υποδείκνυε κάτι επιπλέον και πολλούς μάλιστα έτσι τους έσωσε από τους μεγαλύτερους κινδύνους. Πόση ήταν η φιλανθρωπία του στους οικείους του υπηρέτες, είναι δυνατόν όποιος θέλει να το διαπιστώσει από τη διαθήκη του μακάριου άνδρα.» [10]

«Βάζοντας πλέον το κατάλληλο τέλος στα βασικά σημεία της πολιτικής τους αρετής, αν και είναι λιγότερα από τα πραγματικά, και επισφραγίζοντας τα με τη φιλία, ας μεταβούμε στις καθαρτικές τους αρετές, οι οποίες είναι διαφορετικές, πέρα από τις πολιτικές. Γιατί, αν και οι πολιτικές αρετές έχουν και αυτές σαν βασικό τους έργο το καθαίρειν και παρασκευάζειν την ψυχή, όσο το δυνατόν, προς πρόνοια των ανθρώπινων σωμάτων, όντας ανεξάρτητη από αυτά, για να έχει την εξομοίωση της με τον Θεό, πράγμα που είναι και ο ύψιστος σκοπός της τελείωσης της ψυχής, δεν την αποχωρίζουν όλες οι αρετές εξίσου, αλλά άλλη περισσότερο και άλλη λιγότερο. Γιατί και οι πολιτικές αρετές είναι μια μορφή κάθαρσης, που κοσμούν και κάνουν καλύτερους όσους τις κατέχουν, όσο ακόμα αυτοί βρίσκονται εδώ κάτω, περιορίζοντας και ρυθμίζοντας τους θυμούς και τις επιθυμίες και γενικά τα πάθη, και αφαιρώντας τις απατηλές δοξασίες. Οι καθαρτικές, όμως, αρετές οι οποίες βρίσκονται πάνω από αυτές, εντελώς την αποχωρίζουν και την απελευθερώνουν από τα πραγματικά βαρίδια της γενέσεως και της εξασφαλίζουν μια φυγή ανεμπόδιστη από τα εδώ. Και αυτές τις αρετές ο φιλόσοφος εξάσκησε σε ολόκληρη τη φιλοσοφική του ζωή, διδάσκοντας με τις ομιλίες του ωραία, και κυρίως ζώντας με αυτές και κάνοντας κάθε φορά αυτά, με τα οποία συμβαίνει στην ψυχή να χωριστεί από το σώμα, χρησιμοποιώντας νύχτα και μέρα αποτροπές, περριραντήριους και άλλους καθαρμούς. Άλλοτε τους Ορφικούς και άλλοτε τούς Χαλδαϊκούς, και κατεβαίνοντας ακούραστα κάθε μήνα στην θάλασσα, μερικές φορές και δύο και τρείς φορές το μήνα. Και αυτά δεν τα επέμενε μονάχα όταν ήταν ακμαίος στην ηλικία, αλλά και όταν ήταν πλέον κοντά στην δύση της ζωής του, χωρίς παραλείψεις εκτελούσε αυτές τις συνήθειες σαν ένα είδος νόμων. Τις αναγκαίες ηδονές εκ των σίτων και των ποτών τις θεωρούσε απαλλαγές από τους πόνους για να μην ασχολείται από αυτές. Γιατί λίγο έτρωγε και έπινε. Ως επί το πλείστον αποδεχόταν την αποχή από το κρέας. Αν μάλιστα κάποτε κάποια αναγκαστική περίσταση τον καλούσε να κάνει χρήση του, απλώς & μόνο το δοκίμαζε, και αυτό μάλιστα χάριν της οσίας. Τις καστείες τις οποίες πραγματοποιούσαν προς τη Μητέρα των Θεών οι Ρωμαίοι και πρότερα οι Φρύγες, τις τηρούσε και τις δυσοίωνες μέρες για τους Αιγύπτιους τις πρόσεχε περισσότερο και από εκείνους τους ίδιους, και νήστευε κάποιες προσωπικές ημέρες εξ επιφανείας. Γιατί την τελευταία ημέρα κάθε μήνα ούτε καν προδειπνούσε, όπως ακριβώς και την πρώτη ημέρα κάθε μήνα την εόρταζε με λαμπρότητα και ιερότητα, και για τις σημαντικές για όλους, για να το πούμε έτσι, κατά τα πάτρια έκαστου εορτές ενθέσμως δρούσε, και δεν χρησιμοποιούσε όπως άλλοι, ως πρόφαση για κάποια ανάπαυλα ή και για κάποια κατάχρηση του σώματος, αλλά για εντυχίες μέσα στην και ύμνους και τα παρόμοια. Το φανερώνει και η πραγματεία με τους ύμνους του, η οποία περιέχει εγκώμια όχι μόνον των τιμηθέντων Θεών παρά των Ελλήνων, αλλά εξυμνεί και τον Μάρνα τον Γαζαίο και τον Ασκληπιό τον Λεοντούχο, τον Ασκαλωνίτη και τον Θυανδρίτη, έναν άλλο πολυτιμημένο από τους Άραβες Θεό, και την Ίσιδα που ακόμα λατρεύεται στις Φίλες, και γενικά όλους τους άλλους. Γιατί είχε πολύ πρόχειρο και πάντοτε έλεγε ο θεοσεβέστατος άνδρας πως ο φιλόσοφος δεν πρέπει να είναι θεραπευτής μόνο μίας πόλεως ούτε των πάτριων μερικών, αλλά ιερέας από κοινού όλου του κόσμου Ιεροφάντης. Με τόσο καθαρτικό τρόπο είχε εφαρμόσει την εγκράτεια. Τους πόνους τους απέφευγε, ή και αν ποτέ εμφανιζόταν, τους υπέμενε ήρεμα και τους μείωνε, με το να μην πάσχει μαζί το ανώτερο μέρος του σώματός του. Την δύναμη της ψυχής του προς αυτούς ικανοποιητικά την απέδειξε και η τελευταία του ασθένεια. Γιατί, αν και ταλαιπωρούταν από αυτήν και κατεχόταν από μεγάλους πόνους, προσπαθούσε να τους εκδιώξει. Κάθε φορά λοιπόν μας προέτρεπε να λέμε ύμνους και, όταν τους λέγαμε, επικρατούσε πλήρης ηρεμία των παθημάτων και αταραξία. Και αυτό που είναι πιο παράδοξο και από το προηγούμενο, θυμόταν όσα λέγονταν, αν και είχε ξεχάσει όλα σχεδόν τα ανθρώπινα όταν πλέον βάρυνε σε αυτό η παράλυση. Γιατί, όταν αρχίζαμε εμείς, εκείνος συμπλήρωνε τους ύμνους και τους περισσότερους Ορφικούς στίχους. Γιατί και αυτούς μερικές φορές, όταν ήμασταν κοντά του, τους διαβάζαμε. Και όχι μόνο προς τα σωματικά πάθη ήταν τόσο απαθής, αλλά ακόμη περισσότερο και προς αυτά που προσβάλλουν από τις εξωτερικές ατυχίες, και αυτά που δίνουν την εντύπωση ότι συμβαίνουν πέρα από κάθε υπολογισμό, ώστε να λέει για καθένα από αυτά που έχει τον προσέβαλλαν :”αυτά είναι τέτοια, αυτά είναι συνηθισμένα”. Και τον θυμό, όσο ήταν δυνατόν τον περιόριζε, ώστε να μην εγείρεται καθόλου ή να μην είναι το λογικό μέρος της ψυχής αυτό που θα οργίζεται μαζί, αλλά να είναι άλλου μέρους της ψυχής ο ακούσιος θυμός, και αυτός λίγος και ασθενείς. Και στα αφροδίσια μετείχε, πιστεύω, όσο μπορούσε να προχωρήσει με τη φαντασία του, και αυτή μάλιστα ακούσια. Έτσι λοιπόν εκ πάντων αυτήν συνάγουσα και αθροίζουσα προς τον εαυτό της η του μακάριου ανδρός ψυχή απομακρύνονταν σχεδόν του σώματος, αν και έδινε την εντύπωση ότι κατέχονταν από αυτό. Γιατί υπήρχε σε αυτήν φρόνηση πολιτική, όχι μόνον ως η ορθή ενέργεια σχετικά με αυτά τα οποία είναι δυνατόν να γίνουν & αλλιώς, αλλά ως η ίσια η αυτούσια και ειλικρινής νόηση και η στροφή της ψυχής προς τον εαυτό της και η παντελής έλλειψη ταύτισης της με τη δοξασία του σώματος. Υπήρχε και η σωφροσύνη, ως έλλειψη επαφής με τα κατώτερα και όχι μόνο ως μετριοπάθεια, αλλά ως πλήρης & παντελής απάθεια. Υπήρχε και η ανδρεία ως έλλειψη φόβου να φύγει η ψυχή εκ του σώματος. Και καθώς η λογική και η νόηση κυριαρχούσαν σε αυτόν, και καθώς τα κατώτερα στοιχεία πλέον δεν πρόβαλλαν αντίσταση, με την καθαρτική δικαιοσύνη ήταν κεκοσμημένη αυτού ολόκληρη η ζωή. Από αυτό το είδος των αρετών προοδεύοντας αβασάνιστα, υπάκουα και σαν με κάποιον τελεστικό αναβαθμό, ανέτρεχε στις μείζονες και ανώτερες αρετές, καθοδηγούμενος από την προικισμένη φύση του και από την επιστημονική εξάσκηση. Γιατί καθώς ήταν ήδη καθαρμένος & υπερτερούσε από την γένεση και περιφρονώντας τους εν τη γενέσει ναρθηκοφόρους, εβάκχευε μέσα στα πρώτα και αυτόπτης γινόταν των εκεί μακάριων όντως θεαμάτων, χωρίς πλέον να αποκτά την επιστήμη τους διεξοδικώς & αποδεικτικώς συλλογιζόμενος, αλλά σαν με την όραση, εθέωντο με τις απλές επιβολές της νοητικής ενέργειας τα εν τω θείω νου υποδείγματα & λαμβάνοντας την αρετή, την οποία δεν θα την αποκαλούσε κανείς πλέον κυριολεκτικά φρόνηση , αλλά περισσότερο σοφία θα την ονομάσει ή με κάποια σεμνότερη ονομασία. Ενεργώντας λοιπόν με βάση αυτήν ο φιλόσοφος εύκολα αναγνώρισε πάσαν την Ελληνική και βαρβαρική θεολογία, η οποία επισκιάζονταν από μυθικά πλάσματα και την έφερε στο φως για όσους θέλουν και μπορούν να την παρακολουθήσουν, εξηγώντας τα πάντα τα πάντα με τον πλέον ένθεο τρόπο και συνταιριάζοντας τα. Και μελετώντας όλα τα συγγράμματα των παλαιότερων, με κρητικό βλέμμα υιοθετούσε μόνο ότι γόνιμο υπήρχε σε αυτά, ενώ, αν έβρισκε κάτι άγονο, το απέρριπτε εντελώς ως ψεγάδι, και όσα ήταν εντελώς αντίθετα με όσα σωστά είχαν διατυπωθεί, τα διέψευδε σε κάθε σημείο τους μετά από λεπτομερή εξέταση, επεξεργαζόμενος το καθένα στα μαθήματά του με δεινότητα & σαφήνεια, και συγκεντρώνοντάς τα όλα στα συγγράμματα του.» [11]

Για να εξηγήσουμε δε με τον πληρέστερο τρόπο τα των αρετών θα ακολουθήσουμε ποιον άλλο από τον Πλωτίνο, o οποίος αναλύει τα λεγόμενα του Σωκράτης στον Πλατωνικό “Θεαίτητου”.

Αρχικώς όμως ας δούμε τι λέγεται στον Πλατωνικό “Θεαίτητο”:

«Σωκράτης : δεν είναι δυνατόν, Θεόδωρε, να εξαφανιστούν τα κακά – κατ’ ανάγκη υπάρχει κάτι αντίθετο του αγαθού – ούτε στους Θεούς να τοποθετηθούν, αλλά σύμφωνα με την αναγκαιότητα την θνητή φύση και τον ενθάδε τόπο περιπολούν. Γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε να φύγουμε το ταχύτερο από εδώ για εκεί και η φυγή είναι ομοίωση με τον Θεό, κατά το δυνατόν. Και ομοίωση είναι να γίνει κάποιος δίκαιος και όσιος μετά φρονήσεως. Όμως, ώ άριστε, είναι δύσκολο, να πείσουμε πως πρέπει όχι εξαιτίας όσων υποστηρίζουνε οι πολλοί να αποφεύγουμε τη φαυλότητα και να επιδιώκουμε την αρετή, ότι για χάρη αυτού πρέπει να ασχολούμαστε με το ένα και όχι με το άλλο, δηλαδή για να δίνουμε την εντύπωση του καλού και όχι του κακού. Τούτα άλλωστε είναι, νομίζω, η λεγόμενη πολυλογία των γριών. Η αλήθεια όμως λέω πως έχει ως εξής. Ο Θεός δεν είναι καθόλου και με κανένα τρόπο άδικος, αλλά όσο περισσότερο δίκαιος, και δεν υπάρχει τίποτα πιο όμοιό του από ότι εκείνος από μας που θα γίνει όσο περισσότερο δίκαιος. Ως προς αυτό κρίνεται η αληθινή ικανότητα του ανδρός ή η μηδαμινότητα του και η ανανδρία του. Γιατί η γνώση τούτου είναι σοφία και αληθινή αρετή, ενώ η άγνοια του αμάθεια και ολοφάνερη κακία. Τα υπόλοιπα, που θεωρούνται δεινότητες και σοφίες, ως προς την πολιτική εξουσία αποβαίνουν χυδαία ενώ ως προς τα επαγγέλματα βάναυσα. Για εκείνον λοιπόν ο οποίος αδικεί και λέει ή εκτελεί ανόσια πράγματα είναι πολύ καλύτερο να μην επιτρέπει να είναι φοβερός εξαιτίας της φαυλότητάς του. Άλλωστε χαίρονται με τη μομφή και πιστεύουν πως χαρακτηρίζονται όχι ανόητοι, αλλιώς βάρη της γης, αλλά άνδρες σαν κι αυτούς που πρέπει να είναι όσοι πρόκειται να ακμάσουν μέσα στην πόλη. Πρέπει λοιπόν να ειπωθεί η αλήθεια, ότι, επειδή δεν το πιστεύουν, τόσο περισσότερο είναι όπως δεν πιστεύουν. Αγνοούν δηλαδή την τιμωρία της αδικίας, πράγμα που ελάχιστα πρέπει να αγνοούν, καθώς δεν είναι αυτή που νομίζουν, δηλαδή σωματικές κακώσεις ή θανατική ποινή, οι οποίες κάποτε τους επιβάλλονται παρ’ ότι δεν διαπράττουν καμία αδικία, αλλά αυτή από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν.

Θεόδωρος : ποια είναι όμως ;

Σωκράτη : Υπάρχουν, ω φίλε, εδώ δυο υποδείγματα, το ένα θείο & ευδαιμονέστατο και το άλλο άθεο & αθλιότατο[12], και επειδή δεν βλέπουν πως η κατάσταση αυτή είναι έτσι, λόγω της ηλιθιότητάς τους και της εσχάτης άνοιας τους δεν καταλαβαίνουν πως, δια των άδικων πράξεων τους, γίνονται όμοιοι με το ένα ανόμοιοι με το άλλο. Γι’ αυτό εκτίουν ποινή να ζούνε τον βίο που ταιριάζει με αυτό προς το οποίο ομοιώθηκαν. Αν πούμε πως, σε περίπτωση που δεν απαλλαχτούν από την φαυλότητα τους, δεν θα τους δεχτεί ο τόπος εκείνος ο καθαρμένος από τα κακά ακόμα και όταν πεθάνουν, αλλά και εδώ θα διατηρήσουν συνέχεια τη συμπεριφορά που είναι όμοια τους, ως κακοί σύντροφοι κακών, τούτα στο σύνολό τους, όντας φαύλοι και πανούργοι, θα ακούσουν σαν από ανθρώπους ανόητους».[13]

Σχολιάζοντας, λοιπόν το Πλατωνικό χωρίο αλλά και αναλύοντας περί αρετών, ο Πλωτίνος λέγει :

«Επειδή το κακό υπάρχει εδώ και “αναγκαστικά περιπολεί στον εδώ τόπο” και επειδή η ψυχή θέλει να διαφύγει το κακό, πρέπει να φύγουμε από εδώ. Τι είναι αυτή η φυγή ; “Να γίνουμε όμοιοι με τον Θεό”, λέγει ο Πλάτων και το κατορθώνουμε “αν γίνουμε δίκαιοι και όσιοι μετά φρονήσεως”, και γενικά, ενάρετοι. Αλλά αν γινόμασταν όμοιοι με τον Θεό χάρη στην αρετή, είναι ένας Θεός που κατέχει την αρετή ; Ναι, βέβαια, γιατί σε ποιο Θεό θα μοιάζουμε ; Δεν θα ήταν αυτός που φαίνεται να κατέχει στον υψηλότερο βαθμό αυτές τις ιδιότητες, δηλαδή, η ψυχή του Κόσμου και το ηγεμονικό της τμήμα στο οποίο υπάρχει θαυμαστή σοφία ; Αφού ανήκουμε σε αυτό τον Κόσμο, είναι εύλογο να του μοιάσουμε. Αλλά, κατ’ αρχάς, είναι αμφίβολο κατά πόσο κατέχει όλες τις αρετές, κατά πόσο, για παράδειγμα, είναι σώφρων ή ανδρείο, γιατί δεν έχει τίποτα να φοβηθεί, αφού δεν υπάρχει τίποτε εκτός του Κόσμου και τίποτα ηδονικό δεν τον πλησιάζει που να μην το έχει, ώστε η έλλειψη του να ξυπνήσει την επιθυμία να το αποκτήσει και να το διατηρήσει. Αλλά να και αυτός επιθυμεί τα νοητά όπως και οι ψυχές μας, τότε είναι φανερό ότι η τάξη και οι αρετές μας προέρχεται από τα νοητά. Τότε, είναι ο νοητός Θεός που κατέχει τις αρετές. Δεν φαίνεται πιθανό να έχει τις πολιτικές λεγόμενες αρετές, τη φρόνηση ως προς το λογιζόμενο μέρος, την ανδρεία ως προς το θυμούμενο μέρος, τη σωφροσύνη ως συμφωνία θυμικού και επιθυμικού μέρους, τη δικαιοσύνη που οδηγεί κάθε τμήμα της ψυχής προς οικειοπραγία, κυβερνώντας ή αποτασσόμενο. Η ομοιότητα με το Θεό τότε μήπως δεν βρίσκεται στις πολιτικές αρετές αλλά στις υψηλότερες αρετές που έχουν το ίδιο όνομα με αυτές ; Αλλά αν βρίσκεται σε αυτές τις τελευταίες, διόλου δεν επηρεάζει τις πολιτικές ; Δεν είναι παράλογο να μην ομοιάζουμε καθόλου μέσω αυτών – που όσοι τις κατέχουν λέγονται θείοι και πρέπει να πούμε ότι πέτυχαν κάπως την ομοίωση με τον Θεό χάρη σε αυτές- και η ομοίωση να γίνεται μόνο μέσω των υψηλότερων αρετών ; Είναι δυνατόν να έχει κανείς και των δυο ειδών αρετές, αν και όχι τις ίδιες. Αν λοιπόν γίνει δεκτό ότι μπορούμε να ομοιάσουμε στον Θεό, ακόμη και σχετιζόμενοι μαζί του αλλιώς με άλλες αρετές, τίποτε δεν μας εμποδίζει, αν και δεν του μοιάζουμε ως προς τις αρετές, να μοιάσουμε εμείς, που φτιαχτήκαμε όμοιοι στις δικέ μας αρετές, με αυτόν που δεν έχει αρετές. Πως όμως ; Ως εξής : αν κάτι θερμαίνεται από την παρουσία ζεστού σώματος, είναι ανάγκη και αυτό από το οποίο προήλθε η θερμότητα να θερμαίνεται ; Και αν κάτι θερμαίνεται από την παρουσία φωτιάς, είναι ανάγκη και η φωτιά να θερμαίνεται από την παρουσία φωτιάς; Θα μπορούσε όμως κανείς να απαντήσει στο προηγούμενό ότι υπάρχει θερμότητα και στη φωτιά αλλά σύμφυτη, ώστε, μιλώντας κατά αναλογία, η αρετή θα ήταν κάτι εξωτερικό της ψυχής, αλλά σύμφυτο με αυτό από το οποίο η ψυχή τη λαμβάνει μιμητικώς. Όσο για το παράδειγμα με την φωτιά, κατά αναλογία θα έλεγε κανείς ότι αυτό το τελευταίο είναι η ίδια η αρετή. Ωστόσο το θεωρούμε σπουδαιότερο από την αρετή. Θα ήταν σωστό να μιλήσουμε έτσι, αν αυτό στο οποίο συμμετέχει ήταν το ίδιο με αυτό από το οποίο προέρχεται – όμως τα δύο αυτά είναι διάφορα. Η αισθητή οικία δεν είναι η ίδια με τη νοητή, και ας έχει φτιαχτεί καθ’ ομοίωση της. Η αισθητή οικία συμμετέχει στην τάξη, στο μέτρο και στην αρμονία που προέρχεται από εκεί, και αυτά αποτελούν αρετές εδώ, όμως για την Αρχή που είναι εκεί δεν υπάρχει και καμία ανάγκη για αρετή. Και παρόλα αυτά μοιάζουμε με την Αρχή που είναι εκεί μέσω της αρετής. Αυτό αρκεί για να αποδείξουμε ότι δεν είναι ανάγκη να υπάρχει αρετή εκεί, επειδή εμείς μοιάζουμε σε αυτή την Αρχή μέσω της Αρετής. Πρέπει να κάνουμε το επιχείρημα μας πειστικό και όχι απλώς να το επιβάλλουμε. Κατ’ αρχήν, ας εξετάσουμε τις αρετές προς τις οποίες λέμε ότι είμαστε όμοιοι, ώστε να ανακαλύψουμε αυτό που, όταν το κατέχουμε μιμητικώς, είναι αρετή. Να επισημάνουμε ότι υπάρχουν δυο τρόποι ομοιότητας, ο ένας απαιτεί να υπάρχει κάτι το όμοιο στα πράγματα που μοιάζουν και σε όσα επίσης αντλούν την ομοιότητα τους από την ίδια Αρχή. Στην περίπτωση όμως που το ένα πράγμα μοιάζει με ένα δεύτερο και το δεύτερο είναι πρωταρχικό, χωρίς να είναι αμοιβαίο του πρώτου ως προς την ομοιότητα τους πρέπει να κατανοηθεί με διαφορετικό τρόπο. Δεν πρέπει να απαιτούμε την ίδια μορφή και για τα δύο αλλά μάλλον διαφορετική, αφού η ομοιότητα τους προήλθε με διαφορετικό τρόπο. Τι είναι τότε η αρετή, η καθολική και η ιδιαίτερη ; Η έρευνα μας θα γίνει πιο σαφής ας εξετάσουμε ξεχωριστά την καθεμία. Με αυτό τον τρόπο ότι έχουν κοινό, αυτό που τις κάνεις όλες αρετές, θα γίνει πιο εύκολα φανερό. Οι μεν, λοιπόν, πολιτικές αρετές, που αναφέραμε πρωτύτερα, μας κατακοσμούν και μας κάνουν καλύτερους, περιορίζοντας και μετριάζοντας τις επιθυμίες μας και βάζουν μέτρο σε όλα τα πάθη μας. Αφαιρούν τις ψευδείς γνώμες από το καθολικά καλύτερο και από ότι οριοθετεί και αποκλείουν το μη μετρημένο και το αόριστο, ως προς το μέτρο τους, και διευκρινίζονται οι ίδιες. Και όσο αποτελούν μέτρο της ύλης της ψυχής, είναι όμοιες του μέτρου που είναι εκεί και φέρουν ένα ίχνος του καλύτερου που είναι εκεί. Αυτό που είναι παντελώς άμετρο είναι η ύλη και παντελώς ανόμοιο. Αλλά καθόσον μεταλαμβάνει είδους, τόσο ομοιώνεται με το ανείδεο άριστο. Η ψύχη είναι εγγύτερη του από το σώμα και πιο συγγενική μαζί του. Έτσι, η ψυχή μετέχει περισσότερο, τόσο που μας εξαπατά φαντάζοντας ως Θεός ότι το θείο συμπεριλαμβάνεται σε αυτή την ομοιότητα. Όσοι λοιπόν κατέχουν τις πολιτικές αρετές έχουν αυτό τον τρόπο ομοιότητας με τον Θεό. Αλλά, αφού λέει ο Πλάτων ότι η ομοιότητα είναι άλλη και ανήκει στην σπουδαιότερη αρετή, πρέπει να μιλήσουμε για αυτήν. Εδώ θα γίνει σαφέστερη η ουσία των πολιτικών αρετών και πιο κατανοητή η σπουδαιότερη αρετή ως προς την ουσία της και γενικά, ότι υπάρχει άλλη εκτός της πολιτικής αρετής. Ο Πλάτων μιλώντας περί της ομοιότητας ως “φυγής προς τον Θεό” ΔΕΝ ονομάζει τις αρετές τις εν πολιτεία απλώς “αρετές”, αλλά προσθέτει “πολιτικές” και αλλού αποκαλεί όλες τις αρετές “καθαρτικές”, κάνοντας φανερό ότι προϋποθέτει δυο είδη αρετών και δεν θέτει την ομοίωση ως προς το προϊόν των πολιτικών αρετών. Πώς λοιπόν τις ονομάζουμε καθάρσεις και πως με την κάθαρση γινόμαστε όμοιοι με τον Θεό ; Αφού η ψυχή είναι κακή καθόσον είναι στενά ενωμένη με το σώμα και μοιράζεται τις αισθήσεις του και σχηματίζει γνώμες μαζί του, θα είναι καλή και θα κατέχει αρετή εφόσον δεν θα έχει τις ίδιες με αυτό γνώμες, αλλά θα ενεργεί μόνη της – αυτό είναι νόηση και φρόνηση – ούτε θα μοιράζεται τις σωματικές αισθήσεις – αυτό είναι σωφροσύνη – ούτε θα φοβάται να αφήσει το σώμα – αυτό είναι ανδρεία – και θα κυβερνάται από τον Λόγο και τον νου, χωρίς αντίθεση – και αυτό είναι δικαιοσύνη. Αυτή η κατάσταση της ψυχής, κατά την οποία ενεργεί νοητά και μένει απαθείς στις σωματικές αισθήσεις, δεν θα έκανε λάθος αν την έλεγε κανείς ομοιότητα με τον Θεό. Γιατί το θείο επίσης είναι καθαρό από τέτοιες αισθήσεις και η ενέργειά του είναι τέτοια που όποιος το μιμείται αποκτά σοφία. Γιατί τότε και το θείο δεν είναι σε αυτή την κατάσταση ; Δεν ανήκει σε καμία κατάσταση – οι καταστάσεις είναι μόνο της ψυχής. Η νόηση της ψυχής είναι διαφορετική για όσα εκεί ψηλά, άλλος σκέφτεται διαφορετικά και άλλος καθόλου. Ένα άλλο ερώτημα, λοιπόν, είναι μήπως ο νους είναι κοινός όρος για διαφορετικά πράγματα ; Διόλου. Αλλά πρώτα βρίσκεται στην θεότητα και κατόπιν σε ότι προέρχεται από εκείνη. Όπως ο εν φωνή λόγος είναι μίμηση του εντός της ψυχής ευρισκόμενου, έτσι και ο εντός της λόγος αποτελεί μίμηση του κάποιου που βρίσκεται μέσα σε κάτι άλλο. Όπως ο εν προφορά λόγος είναι μεμερισμένος σε λέξεις σε σχέση με τον ψυχικό, έτσι και ο ψυχικός είναι διαιρεμένος σε σχέση με τον θείο. Και η αρετή είναι της ψυχής αλλά όχι του νοός ούτε του επέκεινα του νοός. Ας εξετάσουμε όμως κατά πόσο η κάθαρση είναι ταυτόσημη της αρετής ή προηγείται η κάθαρση και ακολουθεί η αρετή, και αν η αρετή ανήκει στην καθαρτική διαδικασία ή στην ολοκληρωμένη κάθαρση. Η αρετή της καθαρτικής διαδικασίας είναι λιγότερο τέλεια από την ολοκληρωμένη κάθαρση που είναι η τελειότερη της πρώτης. Αλλά η κάθαρση είναι η αφαίρεση κάθε προς εμάς αλλότριου πράγματος, και το αγαθό είναι κάτι έτερο αυτού. Αν το αγαθό υπήρχε προ της καθάρσεως, τότε η κάθαρση θα ήταν αρκετή. Αλλά και αν η κάθαρση φανεί αρκετή, το αγαθό θα είναι αυτό που θα απομείνει και όχι η ίδια η κάθαρση. Πρέπει μάλιστα να εξετάσουμε τι είναι αυτό που απομένει. Ίσως ούτε η απομένουσα φύση να είναι το αγαθό, γιατί αλλιώτικα δεν θα στρεφόταν στο κακό. Να την αποκαλέσουμε αγαθοειδή ; Ναι, αλλά όχι φύση ικανή να παραμένει εν τω όντως αγαθό, γιατί έχει μια τάση και προς τις δύο κατευθύνσεις. Το αγαθό γι’ αυτήν είναι η ένωση με το συγγενικό της, ενώ το κακό η ένωση με το αντίθετό της. Η κάθαρση είναι λοιπόν απαραίτητη γι’ αυτήν την ένωση. Η ένωση επιτυγχάνεται με την επιστροφή στον Θεό. Επιστρέφει λοιπόν μετά την κάθαρση ; Μάλλον έχει επιστρέψει μετά την κάθαρση. Αυτή είναι η αρετή της ; Μάλλον, αυτό που προκύπτει γι’ αυτήν μετά την επιστροφή. Και τι είναι αυτό ; Μια θέα και ο τύπος του θεώμενου, ο οποίος εισέρχεται και ενεργεί εντός της, όπως γίνεται με το ορώμενο αντικείμενο και την όραση. Δεν τα είχε αυτά μέσα της, χωρίς την ανάμνησή τους ; Τα είχε αλλά όχι ενεργούντα, αποκείμενα αφώτιστα. Προκειμένου να τα φωτίσει και να γνωρίσει πως βρίσκονται εντός της, πρέπει να ριχθεί προς αυτό που δίνει φως. Δεν είχε τα ίδια τα αντικείμενα αλλά τους τύπους τους μέσα της. Πρέπει λοιπόν να προσαρμόσει του τύπους με τα αληθινά αντικείμενα των οποίων είναι τύποι. Ίσως να είναι όπως λένε, ότι ο νους δεν είναι αλλότριος προς την ψυχή και ιδίως όταν η ψυχή έχει στραμμένο το όμμα της επάνω του. Αλλιώς, και όταν είναι παρών, της είναι αλλότριος. Το ίδιο γίνεται και με όλες τις επιστήμες. Αν δεν ενεργούμε σύμφωνα με αυτές, μας είναι ξένες. Τώρα πρέπει να πούμε πόσο μπορεί να προχωρήσει η κάθαρση. Απαντώντας θα γίνει φανερό με ποιο θεό μοιάζουμε και ταυτιζόμαστε. Το ερώτημα είναι πως αντιμετωπίζει η κάθαρση τα πάθη, τις επιθυμίες και τα λοιπά και πόσο είναι δυνατόν ο χωρισμός της ψυχής και του σώματος. Θα λέγαμε ότι, αποχωριζόμενη το σώμα, στρέφεται στον εαυτό της μαζί με όλα τα αναγκαία μέρη της, εντελώς απαθής, έχοντας μόνο τις αισθήσεις των απαραίτητων ηδονών ως ιάματα και αποτρεπτικά του πόνου, ώστε να μην εμποδίζεται η δραστηριότητα της. Απαλλάσσεται από τους πόνους και, όταν δεν μπορεί, τους υπομένει με πραότητα και τους ελαττώνει, χωρίς να συμπάσχει με το σώμα. Απαλλάσσεται από τα πάθη, ολοκληρωτικά αν αυτό είναι δυνατόν, αλλά αν δεν γίνεται, δεν μοιράζεται τον αισθηματικό ερεθισμό τους. Το ανεξέλεγκτο πάθος ανήκει αλλού και είναι κάτι μικρό και αδύναμο. Απαλλάσσεται από το φόβο ολοκληρωτικά – γιατί δεν έχει τίποτε να φοβηθεί. Η ακούσια παρόρμηση υπεισέρχεται κι εδώ – εκτός και αν ο φόβος έχει προειδοποιητικό χαρακτήρα. Και όσο για την επιθυμία ; Είναι φανερό ότι δεν επιθυμεί τίποτα κακό. Δεν θα έχει την επιθυμία των φαγητών και των ποτών για αυτήν την ίδια αλλά για τις ανάγκες του σώματος. Ούτε τα αφροδίσια – αν έχει κάποια από αυτά, νομίζω, θα είναι οι φυσικές χωρίς το ανεξέλεγκτο στοιχείο. Αν έχει και άλλες, αυτές θα οφείλονται στην φαντασία, η οποία ρέπει προς αυτές. Η ψυχή θα είναι αποκαθαρμένη από όλες αυτές τις επιθυμίες και θα θέλει να αποκαθαρεί και το άλογο τμήμα της, ώστε να μην είναι ευάλωτο. Και αν είναι, να μην είναι πάρα πολύ, αλλά οι πληγές του να είναι λίγες και ελαφρές λόγω της γειτνίασης με την ψυχή, όπως κάποιος που ζει δίπλα σε ένα σοφό επωφελείται από τη γειτνίαση μαζί του, είτε με το να γίνεται όμοιός του είτε από ντροπή να μην τολμά να κάνει τίποτε που να μην το εγκρίνει ο σοφός. Έτσι δεν θα υπάρχει διαμάχη. Η παρουσία του λόγου θα είναι αρκετή, το χειρότερο τμήμα θα τον σέβεται, έτσι που και αυτό θα στεναχωρείται, αν κινηθεί από πάθος, επειδή δεν στάθηκε ήσυχο μπροστά στον αφέντη του και θα επιτιμά τον εαυτό του για την αδυναμία του. Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι ηθικό σφάλμα, αλλά σωστή δράση για τον άνθρωπο. Μέλημα μας, όμως, δεν είναι μόνο να αποφεύγουμε τα ηθικά λάθη, αλλά να είμαστε Θεός. Εφόσον εξακολουθούν να υπάρχουν ακούσιες παρορμήσεις, ο άνθρωπος είναι Θεός και δαίμονας με διπλή φύση, ή μάλλον έχει μαζί του κάποιον άλλον με διαφορετικό είδος αρετής. Αν δεν υπάρχουν αυτές οι παρορμήσεις, τότε είναι μόνο Θεός και μάλιστα ένας από αυτούς που ακολουθούν τον Πρώτο. Γιατί είναι ένας Θεός που ήρθε από εκεί ψηλά, και η φύση του, αν γίνει αυτό που ήταν όταν ήρθε, ανήκει εκεί. Όταν ήρθε εδώ συγκατοίκησε με κάποιον άλλον τον οποίον θα κάνει όμοιο με τη φύση του, όσο του είναι δυνατόν, ώστε αυτός να μην είναι ευάλωτος και να μην κάνει τίποτε που ο αφέντης δεν θα ενέκρινε. Τι είναι τότε κάθε χωριστή αρετή, σε έναν τέτοιο άνθρωπο ; Σοφία και θεωρητική φρόνηση όσων ο νους περιέχει, που ο νους κατέχει με άμεση επαφή. Υπάρχουν δυο είδη σοφίας, η μία που είναι στον νου και η άλλη που είναι στην ψυχή. Αυτή που είναι στον νου δεν είναι αρετή, αυτή που είναι στην ψυχή είναι αρετή. Τι βρίσκεται λοιπόν εκεί ; Η ενέργεια αυτού και αυτό που είναι. Η αρετή είναι κάτι που έρχεται από εκεί και υπάρχει εδώ, μέσα σε κάτι το οποίο έχει διαφορετική φύση. Γιατί ούτε αυτοδικαιοσύνη ούτε και άλλη αρετή είναι αρετές αλά υποδείγματα αρετών. Αρετή είναι αυτό που πηγάζει από αυτά, μέσα στην ψυχή. Η αρετή είναι η αρετή κάποιου. Αλλά το υπόδειγμα καθεμίας ξεχωριστής αρετής δεν είναι κάποιου άλλου, αλλά αυτού του ίδιου. Αν η δικαιοσύνη είναι η οικειοπραγία, τότε έχει ανάγκη πολλαπλών μερών; Υπάρχει μια πολλαπλή δικαιοσύνη, αυτή που διατάσσει όντα με πολλαπλά μέρη, και μία άλλη, που είναι ολοκληρωμένη οικειοπραγία ακόμη και όταν είναι ενός. Η αληθής αυτοδικαιοσύνη είναι η σχέση του ενός προς τον εαυτό του, χωρίς πολλαπλότητα. Έτσι η υψηλή δικαιοσύνη μέσα στην ψυχή είναι η ενέργεια που στρέφεται προς τον νου, η σωφροσύνη είναι η ενδόν στροφή προς τον νου, η ανδρεία είναι η απάθεια, καθ’ ομοίωση αυτού προς το οποίο είναι στραμμένο, το οποίο έχει απαθή φύση : αυτή η απάθεια στην ψυχή έρχεται από την αρετή, προκειμένου να μην μοιράζεται τα πάθη του χειρότερου συγκατοίκου της. Αυτές οι αρετές στην ψυχή ακολουθούν, επίσης η μία την άλλη, αμοιβαία, όπως τα ονομαζόμενα υποδείγματά τους, εκεί μέσα στον νου, τα οποία προηγούνται των αρετών. Η νόηση εκεί είναι επιστήμη και σοφία, η σωφροσύνη η προς εαυτόν στροφή, η οικειοπραγία το οικείο έργο, και ανάλογο της ανδρείας είναι η αϋλότητα και το αφεαυτού μένειν καθαρό. Στην ψυχή, ο όραση που τείνει προς τον νου είναι σοφία και φρόνηση, αρετές που ανήκουν στην ψυχή. Η ψυχή δεν είναι οι αρετές της, όπως συμβαίνει με τον νου. Και οι υπόλοιπες αρετές ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο. Και λόγω της κάθαρσης, επειδή όλες οι αρετές είναι καθάρσεις χάρη στην καθαρτική διαδικασία, γίνεται απαραίτητο η ψυχή να έχει όλες τις αρετές. Αλλιώς καμία τους δεν θα ήταν τέλεια. Όποιος έχει τις μείζονες αρετές έχει αναγκαστικά εν δυνάμει και τις ελάσσονες, αλλά αυτός που έχει τις ελάσσονες δεν έχει αναγκαστικά και τις μείζονες. Τέτοια είναι η ζωή του σπουδαίου. Το κατά πόσο αυτός που κατέχει τις σπουδαιότερες αρετές έχει και τις μικρότερες εν ενεργεία ή με άλλο τρόπο, οφείλουμε να το εξετάσουμε για κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Ας πάρουμε την φρόνηση. Αν αυτός χρησιμοποιεί τις άλλες μείζονες αρχές, πως αυτή υπάρχει ακόμη, έστω και σε μη ενεργητική κατάσταση ; Πώς γίνεται, αν η κάθε αρετή έχει τα δικά της φυσικά όρια, να υπάρχει μια σωφροσύνη που να μετριάζει τις επιθυμίες και μια άλλη που να τις αναιρεί; το ίδιο ισχύει και για τις άλλες αρετές, μιας και κινήσαμε το ζήτημα της φρόνησης. Μήπως αυτός έχει γνώση των αρετών και του τι μπορεί να περιμένει από αυτές και ενεργεί σύμφωνα με αυτές και κατά τις περιστάσεις ; Αλλά όταν υψώνεται σε σπουδαιότερες αρχές και σε άλλα μέτρα, θα πράξει σύμφωνα με αυτά. Για παράδειγμα, δεν θα κάνει τη σωφροσύνη να συνίσταται στον μετριασμό των παθών του, αλλά θα χωρίζει εντελώς τον εαυτό το, όσο γίνεται, από το χειρότερο τμήμα του και δεν θα ζει τη ζωή του αγαθού όπως απαιτεί η πολιτική αρετή. Αντίθετα, θα εγκαταλείπει αυτήν και θα επιλέγει άλλη, εκείνη των Θεών, γιατί οφείλουμε να μοιάζουμε με εκείνους και όχι με τους αγαθούς ανθρώπους. Η ομοίωση με τους αγαθούς ανθρώπους είναι η ομοίωση μιας εικόνας με μια άλλη που έχει το ίδιο πρότυπο. Η ομοίωση με τον Θεό είναι εκείνη της εικόνας με αυτό το ίδιο το υπόδειγμα.»[14]

Βέβαια η μόνη οδός προς τους θεούς και τα νοητά είναι η θεουργία, η του θειότατου Πλάτωνος φιλοσοφία και η γνώση της ουσίας μας, άλλωστε όχι μόνον ο Ολυμπιόδωρος λέγει ότι :

«Της μεν φιλοσοφίας έργο είναι να μας μετατρέψει σε νου, της δε θεουργίας να μας ενώσει με τα νοητά ενεργώντας υποδειγματικώς.»[15]

Αλλά και ο Ιεροκλής λέγει αφενός ότι :

«Ο Πλάτων λέγει πως φιλοσοφεί αδόλως αυτός που αγάπησε την θεωρία των νοητών χωρίς την πολιτική δραστηριότητα και δεν δίνει σημασία σε όλα τα άλλα, αλλά μέσω των “καθαρτήριων αρετών” αφιέρωσε τον εαυτό του μόνο στην αναγωγή προς την “ιερή τελείωση”[16], όπως εξηγεί στον “Θεαίτητο, 173.c – 176.c.5”».[17]

Αφετέρου ότι :

«Η φιλοσοφία είναι κάθαρση & τελειότητα της ανθρώπινης ζωής : κάθαρση από την υλική αλογία και του θνητειδούς σώματος, τελειότητα ως ανάκτηση της κατάλληλης ευζωίας(ευδαιμονίας), η οποία οδηγεί στην ομοίωση με το θείο. Αυτά εκ φύσεως πραγματοποιούν κυρίως η αρετή και η αλήθεια, η πρώτη αποβάλλοντας την αμετρία των παθών, η δεύτερη κατακτώντας το θείο είδος(μορφή) για όσους είναι εκ φύσεως ικανοί να την αποκτήσουν».[18]

Εξ ου και ο Ιάμβλιχος λέγει ότι :

«Αρετή της ψυχής θα μπορούσε να είναι η τελειότητα και η αρμονία της ζωής, η κορυφαία και καθαρότατη ενέργεια του Λόγου, του Νοός και της Διάνοιας. Τα έργα της αρετής ας θεωρούνται κυρίως αγαθοειδή, κάλλιστα, νοητικά, σπουδαία, πλήρη μέτρου, ευκαιρίας, πρωτεύοντα, τέλους άριστου στοχαζόμενα, τέλος δε χαριτωμένα».[19]

Μάλιστα ο Ιάμβλιχος λέγει αφενός ότι :

«σκοπός πάσης μαντικής προγνώσεως και παντός θεουργικού έργου είναι η προς το νοητό πυρ άνοδος»[20].

Δηλ., οι τρεις σκοποί – με αναβαθμούς – της φιλοσοφίας και της Θεουργίας είναι : ψυχῆς κάθαρσιν, ψυχῆς ἀπόλυσιν & ψυχῆς σωτηρίαν.[21]

Αφετέρου ότι :

«Οι θεουργοί δεν ενοχλούν το θείο νου για μικρά πράγματα, αλλά για την κάθαρση της ψυχής, το λύσιμο και την σωτηρία της[22]

Εξ ου και Ιάμβλιχος επεξηγώντας την προτροπή των Πυθαγορείων ότι :

«Όταν πας ταξίδι δεν πρέπει να μπαίνεις σε ιερό ούτε καθόλου να προσκυνάς, ακόμα και αν βρεθείς να περνάς πλάι στις ίδιες τις πόρτες»[23],

λέγει ότι :

«το όμοιο είναι αγαπητό και σύμφωνο με το όμοιο, είναι φανερό ότι, καθώς οι Θεοί έχουν την κορυφαία ύπαρξη μέσα σε όλα, τότε πρέπει η λατρεία να είναι ανώτερη. Αν όμως κάποιος την πραγματοποιεί χάριν άλλου, θα θέσει με αυτόν τον τρόπο δεύτερο αυτό που προηγείται όλων και θα αντιστρέψει ολόκληρη την τάξη ολόκληρης της λατρείας και της γνώσης. Γιατί επιπλέον δεν πρέπει να θέτουμε τα πολύτιμα αγαθά σε μοίρα κατώτερη από εκείνα που εξυπηρετούν τις πρακτικές ανάγκες των ανθρώπων, ούτε να τοποθετούμε τα δικά μας έργα και τις δικές μας σκέψεις στην θέση του σκοπού, και τα ανώτερα έργα και τις ανώτερες σκέψεις στη θέση των συμπληρωμάτων.»[24]


[1] Από το πλήθος επί το υπερούσιο μεν αλλά μεθεκτό, αυτοτελή και νοητό Εν-Αγαθό. Επί την πρώτη υπερούσια μεν, αλλά μεθεκτή, αυτελή & νοητή Θεότητα που η Ύπαρξη/Μονή/Ενάδα της ονομάζεται Ορφικός Αιθήρ ή Πλατωνικό «Εν-ΟΝ», η Δύναμή/Ζωής της ονομάζεται Ορφικό Χάος και ο Νους/Ουσίας της ονομάζεται «πρώτο νοητό Ορφικό Ωό».

[2] Από νοητό πλάτος ή νου ή όντως ουσία, που είναι «εν πολλά», και για αυτό και οι Ενάδες/Αγαθότητας/Θεοί του όντως Όντος είναι πλήθος. υπερούσιο μεν αλλά μεθεκτό & αυτοτελές, επί το υπερούσιο μεν αλλά αμέθεκτο και καθαυτό δε Εν/Αγαθό. Από τον Ορφικό Αιθέρα ή Πλατωνικό “Εν-ΟΝ” επί τον Ορφικό Χρόνο ή Πρώτο Θεό/Ενάδα/Αγαθότητα.

[3] Βλ. Ολυμπιόδωρος «Σχόλια στον του Πλάτωνος “Φαίδωνα, 4.2.1 – 4.3.16» :

In Platonis Phaedonem commentaria 4.2.1 ` to In Platonis Phaedonem commentaria 4.3.16 τριῶν οὐσῶν ἐνεργειῶν τῆς ψυχῆς· ἢ γὰρ πρὸς τὰ δεύτερα ἐπιστρέφει τὰ αἰσθητὰ γινώσκουσα, ἢ πρὸς ἑαυτὴν δι᾽ ἑαυτῆς πάντα τὰ ὄντα ὁρῶσα, διότι «πάμμορφον ἄγαλμά» ἐστι πάντων τῶν ὄντων ἔχουσα λόγους, ἢ πρὸς τὸ νοητὸν ἀνατείνεται τὰς ἰδέας ὁρῶσα· —τριῶν οὖν οὐσῶν ἐνεργειῶν τῆς ψυχῆς οὐ ταύτῃ οἰητέον διαφέρειν ἀλλήλων πολιτικὸν καὶ καθαρτικὸν καὶ θεωρητικόν, τῷ τὸν μὲν πολιτικὸν τὰ αἰσθητὰ γινώσκειν, τὸν δὲ καθαρτικὸν τοὺς ἐν τῇ ψυχῇ Λόγους, τὸν δὲ θεωρητικὸν τὰς ἰδέας, ἐπεὶ οὐδεὶς κατὰ ἀλήθειαν φιλόσοφος ἔσται μὴ «πάντων τῶν ὄντων γνῶσιν» ἔχων, ἀλλὰ μόνον μερικήν, καὶ οὐδὲ τοῦ μέρους ἀκριβὴς θεωρὸς ἔσται, εἴ γε μὴ οἶδε τὴν σχέσιν αὐτοῦ τὴν πρὸς τὰ ἄλλα. ἀνάγκη γὰρ ἕκαστον τὰ τρία εἰδέναι. ὁ μὲν γὰρ πολιτικὸς κατὰ τοὺς ἐν ἑαυτῷ Λόγους τάττει τὰ αἰσθητὰ ἀποβλέπων πρὸς τὴν ψυχήν· καὶ πρὸς μὲν τὸν Λόγον ἀφορῶν τάττει τοὺς φύλακας, πρὸς δὲ τὸν θυμὸν τοὺς στρατιώτας, κατὰ δὲ τὴν ἐπιθυμίαν τοὺς θῆτας· ἀλλὰ καὶ ἀνάγει τοὺς φύλακας διὰ τῆς παιδείας ἐπὶ τὸ ἀγαθόν, ὥστε τῶν τριῶν ἐπιστήμων ἐστίν. ἀλλὰ καὶ ὁ καθαρτικὸς περὶ τὰ μέσα εἱλούμενος καὶ τὰ πέριξ οἶδεν· ἐκ γὰρ τῶν μέσων καὶ τὰ ἄκρα γινώσκεται. ἀλλὰ καὶ ὁ θεωρητικὸς τὰ μὲν αἰσθητά, ἀνάγων αὐτὰ ἀπὸ τοῦ πλήθους ἐπὶ τὸ ἓν τὸ ἐν τῷ νοητῷ· ἀλλ᾽ ἐπειδή, εἰ καὶ ἕν ἐστιν ἐν τῷ νοητῷ, ἀλλὰ καὶ πλῆθος, ἀνάγει τὸ ἓν τὸ ἐν τῷ νοητῷ ἐπὶ τὸ ἓν τὸ ἐν τῷ θεῷ· τοῦτο γὰρ κυρίως ἓν ἀπλήθυντόν ἐστιν, οὐδὲν γὰρ ἄλλο ἐστὶ θεὸς ἢ μονὰς ἀπλήθυντος. οὐ ταύτῃ οὖν διαφέρουσιν ἀλλήλων πολιτικός, καθαρτικός, θεωρητικός, ἀλλ᾽ ὅτι ὁ μὲν πολιτικὸς καὶ περὶ ἡδονὰς καὶ λύπας καταγίνεται· καὶ γὰρ καὶ τοῦ σώματος φροντίδα ποιεῖται ὡς ὀργάνου, καὶ τέλος αὐτοῦ οὐχ ἡ ἀπάθεια ἀλλ᾽ ἡ μετριοπάθεια· καθαρτικὸς δὲ καὶ θεωρητικὸς τοῦ σώματος φροντίζουσιν ὡς φλυάρου γείτονος, ἵνα μὴ ἐμποδὼν γένηται ταῖς ἐνεργείαις φλυαροῦν, καὶ τέλος αὐτῶν ἡ ἀπάθεια.

[4] Σχετικά με την Λογική & αίδια ψυχή μελέτησε την μελέτη «Περί λογικής & αΐδιας ψυχής – η ουσίας της, οι δυνάμεις της και το σχήμα της (άρμα με ηνίοχο & υπόπτερουςίππους)» ή οποία υπάρχει και στο “Academia” ως PDF αρχείο για μεγαλύτερη, ίσως, ευκολία.

[5] Βλ. Πορφύριος «Αφορμές προ τα νοητά, 32.1 – 32.139» :

Sententiae ad intelligibilia ducentes 32.1 ` to Sententiae ad intelligibilia ducentes 32.139 Ἄλλαι αἱ ἀρεταὶ τοῦ πολιτικοῦ, καὶ ἄλλαι αἱ τοῦ πρὸς θεωρίαν ἀνιόντος καὶ διὰ τοῦτο λεγομένου θεωρητικοῦ, καὶ ἄλλαι αἱ τοῦ ἤδη τελείου θεωρητικοῦ καὶ ἤδη θεατοῦ, καὶ ἄλλαι αἱ τοῦ νοῦ, καθ᾽ ὃ νοῦς καὶ ἀπὸ ψυχῆς καθαρός. Αἱ μὲν τοῦ πολιτικοῦ ἐν μετριοπαθείᾳ κείμεναι τῷ ἕπεσθαι καὶ ἀκολουθεῖν τῷ λογισμῷ τοῦ καθήκοντος κατὰ τὰς πράξεις· διὸ πρὸς κοινωνίαν βλέπουσαι τὴν ἀβλαβῆ τῶν πλησίον ἐκ τοῦ συναγελασμοῦ καὶ τῆς κοινωνίας πολιτικαὶ λέγονται. καὶ ἔστι φρόνησις μὲν περὶ τὸ λογιζόμενον, ἀνδρία δὲ περὶ τὸ θυμούμενον, σωφροσύνη δὲ ἐν ὁμολογίᾳ καὶ συμφωνίᾳ ἐπιθυμητικοῦ πρὸς λογισμόν, δικαιοσύνη δὲ ἡ ἑκάστου τούτων ὁμοῦ οἰκειοπραγία ἀρχῆς πέρι καὶ τοῦ ἄρχεσθαι. Αἱ δὲ τοῦ πρὸς θεωρίαν προκόπτοντος θεωρητικοῦ ἐν ἀποστάσει κεῖνται τῶν ἐντεῦθεν· διὸ καὶ καθάρσεις αὗται λέγονται, ἐν ἀποχῇ θεωρούμεναι τῶν μετὰ τοῦ σώματος πράξεων καὶ συμπαθειῶν τῶν πρὸς αὐτό. αὗται μὲν γὰρ τῆς ψυχῆς ἀφισταμένης πρὸς τὸ ὄντως ὄν, αἱ δὲ πολιτικαὶ τὸν θνητὸν ἄνθρωπον κατακοσμοῦσι—καὶ πρόδρομοί γε αἱ πολιτικαὶ τῶν καθάρσεων· δεῖ γὰρ κοσμηθέντα κατ᾽ αὐτὰς ἀποστῆναι τοῦ σὺν σώματι πράττειν τι προηγουμένως—διὸ ἐν ταῖς καθάρσεσι τὸ μὲν μὴ συνδοξάζειν τῷ σώματι, ἀλλὰ μόνην ἐνεργεῖν ὑφίστησι τὸ φρονεῖν, ὃ διὰ τοῦ καθαρῶς νοεῖν τελειοῦται, τὸ δέ γε μὴ ὁμοπαθεῖν συνίστησι τὸ σωφρονεῖν, τὸ δὲ μὴ φοβεῖσθαι ἀφισταμένην τοῦ σώματος ὡς εἰς κενόν τι καὶ μὴ ὂν τὴν ἀνδρίαν, ἡγουμένου δὲ λόγου καὶ νοῦ καὶ μηδενὸς ἀντιτεί νοντος ἡ δικαιοσύνη. ἡ μὲν οὖν κατὰ τὰς πολιτικὰς ἀρετὰς διάθεσις ἐν μετριοπαθείᾳ θεωρεῖται, τέλος ἔχουσα τὸ ζῆν ὡς ἄνθρωπον κατὰ φύσιν, ἡ δὲ κατὰ τὰς θεωρητικὰς ἐν ἀπαθείᾳ, ἧς τέλος ἡ πρὸς θεὸν ὁμοίωσις. Ἐπεὶ δὲ κάθαρσις ἡ μέν τις ἦν καθαίρουσα, ἡ δὲ κεκα- θαρμένων, αἱ καθαρτικαὶ ἀρεταὶ κατ᾽ ἄμφω θεωροῦνται τὰ σημαινόμενα τῆς καθάρσεως· καθαίρουσί τε γὰρ τὴν ψυχὴν καὶ καθαρθείσῃ σύνεισι—τέλος γὰρ τὸ κεκαθάρθαι τοῦ καθαίρειν—ἀλλ᾽ ἐπεὶ τὸ καθαίρειν καὶ κεκαθάρθαι ἀφαίρεσις ἦν παντὸς τοῦ ἀλλοτρίου, τὸ ἀγαθὸν ἕτερον ἂν εἴη τοῦ καθήραντος· ὡς εἴ γε πρὸ τῆς ἀκαθαρσίας ἀγαθὸν ἦν τὸ καθαιρόμενον, ἡ κάθαρσις ἀρκεῖ. ἀλλ᾽ ἀρκέσει μὲν ἡ κάθαρσις, τὸ δὲ καταλειπόμενον ἔσται τὸ ἀγαθόν, οὐχ ἡ κάθαρσις. ἀλλ᾽ ἡ ψυχῆς φύσις οὐκ ἦν ἀγαθόν, ἀλλ᾽ ἀγαθοῦ μετέχειν δυνάμενον καὶ ἀγαθοειδές· οὐ γὰρ ἂν ἐγένετο ἐν κακῷ. τὸ οὖν ἀγαθὸν αὐτῇ ἐν τῷ συνεῖναι τῷ γεννήσαντι, κακία δὲ τὸ τοῖς ὑστέροις. καὶ διπλῆ γε κακία· τό τε τούτοις συνεῖναι καὶ μετὰ παθῶν ὑπερβολῆς. διόπερ αἱ πολιτικαὶ ἀρεταὶ μιᾶς γοῦν αὐτὴν κακίας ἀπαλλάττουσαι ἀρεταὶ ἐκρίθησαν καὶ τίμιαι, αἱ δὲ καθαρτικαὶ τιμιώτεραι καὶ τῆς ὡς ψυχὴν κακίας ἀπαλλάττουσαι. Δεῖ τοίνυν καθηραμένην αὐτὴν συνεῖναι τῷ γεννήσαντι· καὶ ἀρετὴ ἄρα αὐτῆς μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν αὕτη, ἥπερ ἐστὶν ἐν γνώσει καὶ εἰδήσει τοῦ ὄντος, οὐχ ὅτι οὐκ ἔχει παρ᾽ αὐτῇ ταύτην, ἀλλ᾽ ὅτι ἄνευ τοῦ πρὸ αὐτῆς οὐχ ὁρᾷ τὰ αὐτῆς. ἄλλο οὖν γένος τρίτον ἀρετῶν μετὰ τὰς καθαρτικὰς καὶ πολιτικάς, νοερῶς τῆς ψυχῆς ἐνεργούσης· σοφία μὲν καὶ φρόνησις ἐν θεωρίᾳ ὧν νοῦς ἔχει, δικαιοσύνη δὲ οἰκειοπραγία ἐν τῇ πρὸς τὸν νοῦν ἀκολουθίᾳ καὶ τὸ πρὸς νοῦν ἐνεργεῖν, σωφροσύνη δὲ ἡ εἴσω πρὸς νοῦν στροφή, ἡ δὲ ἀνδρία ἀπάθεια καθ᾽ ὁμοίωσιν τοῦ πρὸς ὃ βλέπει ἀπαθὲς ὂν τὴν φύσιν. καὶ ἀντακολου θοῦσί γε αὗται ἀλλήλαις ὥσπερ καὶ αἱ ἄλλαι. Τέταρτον δὲ εἶδος ἀρετῶν τὸ τῶν παραδειγματικῶν, αἵπερ ἦσαν ἐν τῷ νῷ, κρείττους οὖσαι τῶν ψυχικῶν καὶ τούτων παραδείγματα, ὧν αἱ τῆς ψυχῆς ἦσαν ὁμοιώματα· νοῦς μὲν ἐν ᾧ ἅμα τὰ ὥσπερ παραδείγματα, ἐπιστήμη δὲ ἡ νόησις, σοφία δὲ γινώσκων ὁ νοῦς, τὸ δὲ πρὸς αὐτὸν ἡ σωφροσύνη, τὸ δὲ οἰκεῖον ἔργον ἡ οἰκειοπραγία, ἡ δὲ ἀνδρία ἡ ταυτότης καὶ τὸ ἐφ᾽ ἑαυτοῦ μένειν καθαρὸν διὰ δυνάμεως περιουσίαν. Τέτταρα τοίνυν ἀρετῶν γένη πέφηνεν, ὧν αἱ μὲν ἦσαν τοῦ νοῦ, αἱ παραδειγματικαὶ καὶ σύνδρομοι αὐτοῦ τῇ οὐσίᾳ, αἱ δὲ ψυχῆς πρὸς νοῦν ἐνορώσης ἤδη καὶ πληρουμένης ἀπ᾽ αὐτοῦ, αἱ δὲ ψυχῆς ἀνθρώπου καθαιρομένης τε καὶ καθαρθείσης ἀπὸ σώματος καὶ τῶν ἀλόγων παθῶν, αἱ δὲ ψυχῆς ἀνθρώπου κατακοσμούσης τὸν ἄνθρωπον διὰ τὸ μέτρα τῇ ἀλογίᾳ ἀφορίζειν καὶ μετριοπάθειαν ἐνεργάζεσθαι. καὶ ὁ μὲν ἔχων τὰς μείζους ἐξ ἀνάγκης ἔχει καὶ τὰς ἐλάττους, οὐ μὴν τὸ ἔμπαλιν. οὐκέτι μέντοι τῷ ἔχειν καὶ τὰς ἐλάττους ὁ ἔχων τὰς μείζους ἐνεργήσει κατὰ τὰς ἐλάττους προηγουμένως, ἀλλὰ μόνον κατὰ περίστασιν τῆς γενέσεως. ἄλλοι γὰρ οἱ σκοποί, ὥσπερ εἴρηται, καὶ κατὰ γένος διαφέροντες. τῶν μὲν γὰρ πολιτικῶν μέτρον ἐπιθεῖναι τοῖς πάθεσι πρὸς τὰς ἐν τοῖς κατὰ φύσιν ἐνεργείας· τῶν δὲ καθαρτικῶν τελέως τῶν παθῶν ἀποστῆσαι {τὸ} τέως μέτρον λαμβανόντων· τῶν δὲ πρὸς νοῦν ἐνεργῆ σαι μηδὲ τοῦ ἀποστῆσαι ἐκ τῶν παθῶν εἰς ἔννοιαν ἐρχομένων· τῶν δὲ μηδὲν πρὸς νοῦν ἐχουσῶν τὴν ἐνέργειαν, ἀλλὰ τῇ αὐτοῦ οὐσίᾳ εἰς συνδρομὴν ἀφιγμένων <>. διὸ καὶ ὁ μὲν κατὰ τὰς πρακτικὰς ἐνεργῶν σπουδαῖος ἦν ἄνθρωπος, ὁ δὲ κατὰ τὰς καθαρτικὰς δαιμόνιος ἄνθρωπος ἢ καὶ δαίμων ἀγαθός, ὁ δὲ κατὰ μόνας τὰς πρὸς τὸν νοῦν θεός, ὁ δὲ κατὰ τὰς παραδειγματικὰς θεῶν πατήρ. Ἐπιμελητέον οὖν μάλιστα τῶν καθαρτικῶν ἡμῖν σκεψαμένοις, ὅτι τούτων μὲν ἡ τεῦξις ἐν τῷ βίῳ τούτῳ, διὰ τούτων δὲ καὶ ἡ εἰς τὰς τιμιωτέρας ἄνοδος. διὸ θεωρητέον, ἄχρι τίνος καὶ ἐπὶ πόσον οἵα τε παραλαμβάνεσθαι ἡ κάθαρσις· ἔστι μὲν γὰρ ἀπόστασις σώματος καὶ τῆς ἀλόγου παθητικῆς κινήσεως. πῶς δ᾽ ἂν γένοιτο καὶ μέχρι τίνος, ῥητέον. πρῶτον μὲν οἷον θεμέλιος καὶ ὑποβάθρα τῆς καθάρσεως τὸ γνῶναι ἑαυτὸν ψυχὴν ὄντα ἐν ἀλλοτρίῳ πράγματι καὶ ἑτεροουσίῳ συνδεδεμένον. δεύτερον δὲ τὸ ἀπὸ τούτου ὁρμώμενον τοῦ πείσματος συνάγειν αὑτὸν ἀπὸ τοῦ σώματος καὶ τοῖς μὲν τόποις, πάντως γε μὴν ἀπαθῶς πρὸς αὐτὸ διατιθέμενον. ἐνεργῶν μὲν γάρ τις συνεχῶς κατ᾽ αἴσθησιν, κἂν μὴ μετὰ προσπαθείας καὶ τῆς τοῦ ἥδεσθαι ἀπολαύσεως τοῦτο ποιῇ, ἀλλ᾽ οὖν ἐσκέδασται περὶ τὸ σῶμα, συναφὴς αὐτῷ κατὰ ταύτην γινόμενος, προσπάσχων δὲ ταῖς τῶν αἰσθημάτων ἡδοναῖς ἢ λύπαις σὺν προθυμίᾳ καὶ ἐπινεύσει συμπαθεῖ· ἀφ᾽ ἧς δὴ μάλιστα διαθέσεως αὐτὸν προσήκει καθαίρειν. τοῦτο δ᾽ ἂν γένοιτο, εἰ καὶ τὰς ἀναγκαίας τῶν ἡδονῶν καὶ τὰς αἰσθήσεις ἰατρείας ἕνεκα μόνον τις παραλαμβάνοι ἢ ἀπαλλαγῆς πόνων, ἵνα μὴ ἐμποδίζοιτο. ἀφαιρετέον δὲ καὶ τὰς ἀλγηδόνας· εἰ δὲ μὴ οἷόν τε εἴη, πράως οἰστέον ἐλάττους τιθέντα τῷ μὴ συμπάσχειν. τὸν δὲ θυμὸν ὅσον οἷόν τε ἀφαιρετέον καὶ εἰ δυνατὸν πάντῃ· εἰ δὲ μή, μὴ αὐτὸν γοῦν συναναμιγνύναι τὴν προαίρεσιν, ἀλλ᾽ ἄλλου εἶναι τὸ ἀπροαίρετον, τὸ δ᾽ ἀπροαίρετον ἀσθενὲς καὶ ὀλίγον· τὸν δὲ φόβον πάντῃ· περὶ οὐδενὸς γὰρ φοβήσεται—τὸ δ᾽ ἀπροαίρετον καὶ ἐνταῦθα—χρηστέον δὲ ἄρα καὶ θυμῷ καὶ φόβῳ ἐν νουθετήσει. ἐπιθυμίαν δὲ παντὸς φαύλου ἐξοριστέον. σίτων δὲ καὶ ποτῶν οὐκ αὐτὸς ἕξει ᾗπερ αὐτός, ἀφροδισίων δὲ τῶν φυσικῶν οὐδὲ τὸ ἀπροαίρετον· εἰ δ᾽ ἄρα, ὅσον μέχρι φαντασίας προπετοῦς τῆς κατὰ τοὺς ὕπνους. ὅλως δὲ αὐτὴ μὲν πάντων ἡ ψυχὴ ἡ νοερὰ τοῦ καθαιρομένου τούτων ἔστω καθαρά. βουλέσθω δὲ καὶ τὸ κινούμενον πρὸς τὸ ἄλογον τῶν σωματικῶν παθῶν ἀσυμπαθῶς κινεῖσθαι καὶ ἀπροσέκτως, ὥστε καὶ τὰς κινήσεις εὐθύς τε λύεσθαι τῇ γειτνιάσει τοῦ λογιζομένου. οὐκ ἔσται τοίνυν μάχη προκοπτούσης τῆς καθάρσεως, ἀλλὰ λοιπὸν παρὼν ὁ λόγος ἀρκέσει, ὃν τὸ χεῖρον αἰδέ σεται, ὥστε καὶ αὐτὸ τὸ χεῖρον δυσχερᾶναι, ἂν ὅλως κινηθῇ, ὅτι μὴ ἡσυχίαν ἦγε παρόντος τοῦ δεσπότου, καὶ ἀσθένειαν ἑαυτῷ ἐπιτιμῆσαι. καὶ αὗται μὲν ἔτι μετριοπάθειαι ἐπίτασιν εἰς ἀπάθειαν λαμβάνουσαι· ὅταν δὲ παντελῶς τὸ συμπαθὲς ἐκκαθαρθῇ, σύνεστι τούτῳ τὸ ἀπαθές, ὅτι καὶ τὸ πάθος τὴν κίνησιν ἐλάμβανε τοῦ λογισμοῦ τὸ ἐνδόσιμον διὰ τῆς ῥοπῆς παρεσχηκότος.

[6] Άλλωστε και ο θειότατος Πλάτων λέγει αφενός ότι : «Αν, είπα, δεν βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι στις πόλεις, ή δεν φιλοσοφήσουν γνησίως και ικανώς αυτοί που σήμερα λέγονται βασιλείς και δυνάστες, και δεν συγκεντρωθούν στο ίδιο πρόσωπο η πολιτική δύναμη και η φιλοσοφία και δεν αναγκασθούν να αποκλειστούν όσοι σήμερα ακολουθούν χωριστά τον ένα από τον άλλο δρόμο, δεν θα παύσουν, φίλε Γλαύκων, τα κακά των πόλεων και νομίζω όλης της ανθρωπότητας, ούτε θα πραγματοποιηθεί κάποτε το πολίτευμα, που τώρα συζητήσαμε, ούτε θα δη το φώς του Ήλιου.» —Βλ. Πλάτων «Πολιτεία, 473.c.11–e.2». Αφετέρου ότι : «δεν μπορεί ούτε πόλη ούτε πολιτεία ούτε και ένας άνθρωπος να γίνει τέλειος ποτέ, εκτός και αν κάποιο τυχαίο γεγονός αναγκάσει αυτούς μεν τους λίγους φιλοσόφους, που τώρα ονομάζονται άχρηστοι μα όχι και πονηροί, να αναλάβουν θέλοντας και μη την διοίκηση της πόλεως, η πόλη δε να υποταχθεί σε αυτούς αναγκαστικά, ή από κάποια θεία επίπνοια αν καταλάβει την ψυχή αυτών που διοικούν ή βασιλεύουν σήμερα ή των παιδιών τους, ένας αληθινός έρωτας προς την αληθινή φιλοσοφία.» —- Βλ., Πλάτων «Πολιτεία, 499.b.2 – 499.c.2» —- Αλλλά και ότι : «δεν θα σταματήσουν τα κακά ούτε τηςπόλεως ούτε των πολιτών προτού το γένος των φιλοσόφων αναλάβει τη διοίκηση τηςπόλεως, ούτε θα λάβει πραγματική υπόσταση η πολιτεία που τώρα εμείς τηνμυθολογούμε με τα λόγια.» —- Βλ., Πλάτων «Πολιτεία, 501.e.2 – 501.e.5» —- Επίσης στην “Ζ’ Επιστολή λέγει : «τα ανθρώπινα γένη δεν θ’ απαλλαγούν από τα βάσανά τους, προτού έλθουν στην πολιτική εξουσία οι ορθώς και αληθώς φιλοσόφοι ή προτού γίνουν όντως φιλόσοφοι με τη βοήθεια κάποιας θείας μοίρας οι υπάρχοντες κυβερνήτες των κρατών.» — Βλ. Πλάτων «Επιστολές, “Ζ’ Επιστολή, 326.a.7 – 326.b.4» — Όλα αυτά είναι η αιτία που ο Πλάτων στην Επιστολή ΣΤ’ λέγει :Ο Πλάτων εύχεται στον Ερμεία, τον Έραστο και τον Κορίσκο ευ πράττειν. Μου φαίνεται ότι κάποιος Θεός σας ετοιμάζει, με τρόπο ευμενή & ικανοποιητικά, αγαθή τύχη, αρκεί να τη χρησιμοποιήσετε κατάλληλα. Ζείτε κοντά κι έτσι μπορείτε να βοηθάτε πολύ ο ένας τον άλλο, αν έχετε ανάγκη. Για τον Ερμεία ούτε οι πολλοί ίπποι, ούτε τα άφθονα στρατιωτικά εφόδια, ούτε το ίδιο το χρυσάφι θα αποτελέσουν ποτέ μεγαλύτερη πηγή δύναμης ως προς όλα από τους σταθερούς και ειλικρινείς φίλους του. Όσο για τον Έραστο και το Κορίσκο, πέρα από την καλή τους κατάρτιση για την σοφία των Ιδεών/Ειδών, υποστηρίζω, αν και ηλικιωμένος, ότι χρειάζονται επίσης τη σοφία που θα τους προφυλάξει από τους φαύλους και τους άδικους, και κάποια ακόμα αμυντική δύναμη, γιατί είναι άπειροι, καθώς έμεινα πολύ καιρό κοντά μας και δεν πέρασαν μεγάλο μέρος της ζωής τους μαζί με κακούς. Για τούτο λοιπόν είπα πως χρειάζονται τα παραπάνω, για να μην αναγκάζονται να παραμελούν την αληθινή σοφία και φροντίζουν την ανθρώπινη και καταναγκαστική περισσότερο από όσο πρέπει. Τη δύναμη, λοιπόν, αυτή μου φαίνεται πως έχει λάβει ο Ερμείας, όσο μπορώ να καταλάβω, καθώς δεν τον έχω συναναστραφεί ακόμη, από τη φύση και την εμπειρική εξάσκηση. Τί εννοώ λοιπόν; Εσένα, Ερμεία, επειδή γνωρίζω καλύτερα τον Έραστο και τον Κορίσκο, θέλω να σου πω, να σε πληροφορήσω και να σε βεβαιώσω ότι δεν θα βρεις εύκολα χαρακτήρες πιο αξιόπιστους από τους γείτονές σου τούτους. Σε συμβουλεύω να συνδεθείς στενά μαζί τους με κάθε τρόπο και να μην το θεωρείς έργο δευτερεύον. Τον Κορίσκο και τον Έραστο, πάλι, συμβουλεύω να έρθουν σε επαφή με τον Ερμεία, να συνδεθούν μαζί του και να δημιουργήσουν θερμή φιλία. Σε περίπτωση που κάποιος σκεφτεί να διασπάσει τη σχέση αυτή, καθώς η ανθρώπινη φύση δεν διακρίνεται για τη σταθερότητά της, στείλτε αμέσως επιστολή σε μένα και τους φίλους μου καταγγέλλοντας τον παραβάτη. Πιστεύω ότι, εκτός αν η ρήξη είναι πολύ σοβαρή, οι συμβουλές που θα έλθουν από εδώ, βασισμένες σε πνεύμα δικαιοσύνης & αιδούς, θα βοηθήσουν περισσότερο από κάποια επωδή να ξανασυνδέσετε την προϋπάρχουσα φιλότητα και κοινωνία (συναναστροφή). Αν λοιπόν όλοι μας, κι εμείς κι εσείς, ασκήσουμε τη φιλοσοφία τούτη, όσο είναι δυνατόν και εφικτό στον καθένα, τότε αυτά που σας γράφω σήμερα σαν χρησμούς θα γίνουν πραγματικότητα. Τι θα γίνει όμως αν αποτύχουμε, δεν το αναφέρω. Μαντεύω αγαθό αποτέλεσμα, και υποστηρίζω πως θα κάνουμε τα πάντα σωστά, αν Θεός εθέλη. Εσείς οι τρεις πρέπει να διαβάσετε την επιστολή τούτη όλοι μαζί ή έστω ανά δύο, όσο περισσότερες φορές μπορείτε. Χρησιμοποιήστε τη ως είδος συμβολαίου ή ως ισχύοντα νόμο, στον οποίο θα πρέπει να ορκίζεστε με σοβαρότητα και με ειλικρίνεια, που είναι αδελφή της πρώτης. Να επικαλείστε το Θεό, που είναι ηγεμών όλων των παρόντων και των μελλόντων, ηγεμών και πατέρας της πρώτης αιτίας, τον οποίο αν όντως φιλοσοφήσουμε, θα κατανοήσουμε, κατακτώντας τη δυνατότητα ευδαιμόνων ανθρώπων.

Resp 473.c.11 ` to Resp 473.e.2 Εὰν μή, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἢ οἱ φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν ἐν ταῖς πόλεσιν ἢ οἱ βασιλῆς τε νῦν λεγόμενοι καὶ δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τε καὶ ἱκανῶς, καὶ τοῦτο εἰς ταὐτὸν συμπέσῃ, δύναμίς τε πολιτικὴ καὶ φιλοσοφία, τῶν δὲ νῦν πορευομένων χωρὶς ἐφ᾽ ἑκάτερον αἱ πολλαὶ φύσεις ἐξ ἀνάγκης ἀποκλεισθῶσιν, οὐκ ἔστι κακῶν παῦλα, ὦ φίλε Γλαύκων, ταῖς πόλεσι, δοκῶ δ᾽ οὐδὲ τῷ ἀνθρωπίνῳ γένει, οὐδὲ αὕτη ἡ πολιτεία μή ποτε πρότερον φυῇ τε εἰς τὸ δυνατὸν καὶ φῶς ἡλίου ἴδῃ, ἣν νῦν λόγῳ διεληλύθαμεν.

Resp 499.b.2 ` to Resp 499.c.2 οὔτε πόλις οὔτε πολιτεία οὐδέ γ᾽ ἀνὴρ ὁμοίως μή ποτε γένηται τέλεος, πρὶν ἂν τοῖς φιλοσόφοις τούτοις τοῖς ὀλίγοις καὶ οὐ πονηροῖς, ἀχρήστοις δὲ νῦν κεκλημένοις, ἀνάγκη τις ἐκ τύχης περιβάλῃ, εἴτε βούλονται εἴτε μή, πόλεως ἐπιμεληθῆναι, καὶ τῇ πόλει κατηκόῳ γενέσθαι, ἢ τῶν νῦν ἐν δυναστείαις ἢ βασιλείαις ὄντων ὑέσιν ἢ αὐτοῖς ἔκ τινος θείας ἐπιπνοίας ἀληθινῆς φιλοσοφίας ἀληθινὸς ἔρως ἐμπέσῃ.

Resp 501.e.2 ` to Resp 501.e.5 πρὶν ἂν πόλεως τὸ φιλόσοφον γένος ἐγκρατὲς γένηται, οὔτε πόλει οὔτε πολίταις κακῶν παῦλα ἔσται, οὐδὲ ἡ πολιτεία ἣν μυθολογοῦμεν λόγῳ ἔργῳ τέλος λήψεται

Ep 326.a.7 ` to Ep 326.b.4 κακῶν οὖν οὐ λήξειν τὰ ἀνθρώπινα γένη, πρὶν ἂν ἢ τὸ τῶν φιλοσοφούντων ὀρθῶς γε καὶ ἀληθῶς γένος εἰς ἀρχὰς ἔλθῃ τὰς πολιτικὰς ἢ τὸ τῶν δυναστευόντων ἐν ταῖς πόλεσιν ἔκ τινος μοίρας θείας ὄντως φιλοσοφήσῃ.

Ep 322.c.2 ` to Ep 323.d.6 Πλάτων Ἑρμείᾳ καὶ Ἐράστῳ καὶ Κορίσκῳ εὖ πράττειν. Ἐμοὶ φαίνεται θεῶν τις ὑμῖν τύχην ἀγαθήν, ἂν εὖ δέξησθε, εὐμενῶς καὶ ἱκανῶς παρασκευάζειν· οἰκεῖτε γὰρ δὴ γείτονές τε ὑμῖν αὐτοῖς καὶ χρείαν ἔχοντες ὥστε ἀλλήλους εἰς τὰ μέγιστα ὠφελεῖν. Ἑρμείᾳ μὲν γὰρ οὔτε ἵππων πλῆθος οὔτε ἄλλης πολεμικῆς συμμαχίας οὐδ᾽ αὖ χρυσοῦ προσγενομένου γένοιτ᾽ ἂν μείζων εἰς τὰ πάντα δύναμις, ἢ φίλων βεβαίων τε καὶ ἦθος ἐχόντων ὑγιές· Ἐράστῳ δὲ καὶ Κορίσκῳ, πρὸς τῇ τῶν εἰδῶν σοφίᾳ τῇ καλῇ ταύτῃ, φήμ᾽ ἐγώ, καίπερ γέρων ὤν, προσδεῖν σοφίας τῆς περὶ τοὺς πονηροὺς καὶ ἀδίκους φυλακτικῆς καί τινος ἀμυντικῆς δυνάμεως. ἄπειροι γάρ εἰσι διὰ τὸ μεθ᾽ ἡμῶν μετρίων ὄντων καὶ οὐ κακῶν συχνὸν διατετριφέναι τοῦ βίου· διὸ δὴ τούτων προσδεῖν εἶπον, ἵνα μὴ ἀναγκάζωνται τῆς ἀληθινῆς μὲν ἀμελεῖν σοφίας, τῆς δὲ ἀνθρωπίνης τε καὶ ἀναγκαίας ἐπιμελεῖσθαι μειζόνως ἢ δεῖ. ταύτην δ᾽ αὖ τὴν δύναμιν Ἑρμείας μοι φαίνεται φύσει τε, ὅσα μήπω συγγεγονότι, καὶ τέχνῃ δι᾽ ἐμπειρίας εἰληφέναι. τί οὖν δὴ λέγω; σοὶ μέν, Ἑρμεία, πεπειραμένος Ἐράστου καὶ Κορίσκου πλέονα ἢ σύ, φημὶ καὶ μηνύω καὶ μαρτυρῶ μὴ ῥᾳδίως εὑρήσειν σε ἀξιοπιστότερα ἤθη τούτων τῶν γειτόνων· ἔχεσθαι δὴ παντὶ συμβουλεύω δικαίῳ τρόπῳ τούτων τῶν ἀνδρῶν, μὴ πάρεργον ἡγουμένῳ. Κορίσκῳ δὲ καὶ Ἐράστῳ πάλιν Ἑρμείου ἀντέχεσθαι σύμβουλός εἰμι καὶ πειρᾶσθαι ταῖς ἀνθέξεσιν ἀλλήλων εἰς μίαν ἀφικέσθαι φιλίας συμπλοκήν. ἂν δέ τις ὑμῶν ἄρα ταύτην πῃ λύειν δοκῇ—τὸ γὰρ ἀνθρώπινον οὐ παντάπασιν βέβαιον—δεῦρο παρ᾽ ἐμὲ καὶ τοὺς ἐμοὺς πέμπετε μομφῆς κατήγορον ἐπιστολήν· οἶμαι γὰρ δίκῃ τε καὶ αἰδοῖ τοὺς παρ᾽ ἡμῶν ἐντεῦθεν ἐλθόντας λόγους, εἰ μή τι τὸ λυθὲν μέγα τύχοι γενόμενον, ἐπῳδῆς ἡστινοσοῦν μᾶλλον ἂν συμφῦσαι καὶ συνδῆσαι πάλιν εἰς τὴν προϋπάρχουσαν φιλότητά τε καὶ κοινωνίαν, ἣν ἂν μὲν φιλοσοφῶμεν ἅπαντες ἡμεῖς τε καὶ ὑμεῖς, ὅσον ἂν δυνώμεθα καὶ ἑκάστῳ παρείκῃ, κύρια τὰ νῦν κεχρησμῳδημένα ἔσται. τὸ δὲ ἂν μὴ δρῶμεν ταῦτα οὐκ ἐρῶ· φήμην γὰρ ἀγαθὴν μαντεύομαι, καὶ φημὶ δὴ ταῦθ᾽ ἡμᾶς πάντ᾽ ἀγαθὰ ποιήσειν, ἂν θεὸς ἐθέλῃ. Ταύτην τὴν ἐπιστολὴν πάντας ὑμᾶς τρεῖς ὄντας ἀναγνῶναι χρή, μάλιστα μὲν ἁθρόους, εἰ δὲ μή, κατὰ δύο, κοινῇ κατὰ δύναμιν ὡς οἷόν τ᾽ ἐστὶν πλειστάκις, καὶ χρῆσθαι συνθήκῃ καὶ νόμῳ κυρίῳ, ὅ ἐστιν δίκαιον, ἐπομνύντας σπουδῇ τε ἅμα μὴ ἀμούσῳ καὶ τῇ τῆς σπουδῆς ἀδελφῇ παιδιᾷ, καὶ τὸν τῶν πάντων θεὸν ἡγεμόνα τῶν τε ὄντων καὶ τῶν μελλόντων, τοῦ τε ἡγεμόνος καὶ αἰτίου πατέρα κύριον ἐπομνύντας, ὅν, ἂν ὄντως φιλοσοφῶμεν, εἰσόμεθα πάντες σαφῶς εἰς δύναμιν ἀνθρώπων εὐδαιμόνων.

[7] Βλ. Πλούταρχος ο Χαιρονεύς «Περί Παίδων Αγωγής, 7.c.4 – 8.b.4»:

De liberis educandis 7.C.4 ` to De liberis educandis 8.B.4 Δεῖ τοίνυν τὸν παῖδα τὸν ἐλεύθερον μηδενὸς μηδὲ τῶν ἄλλων τῶν καλουμένων ἐγκυκλίων παιδευμάτων μήτ᾽ ἀνήκοον μήτ᾽ ἀθέατον ἐᾶν εἶναι, ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐκ παραδρομῆς μαθεῖν ὡσπερεὶ γεύματος ἕνεκεν (ἐν ἅπασι γὰρ τὸ τέλειον ἀδύνατον), τὴν δὲ φιλοσοφίαν πρεσβεύειν. ἔχω δὲ δι᾽ εἰκόνος παραστῆσαι τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην· ὥσπερ γὰρ περιπλεῦσαι μὲν πολλὰς πόλεις καλόν, ἐνοικῆσαι δὲ τῇ κρατίστῃ χρήσιμον· ἀστείως δὲ καὶ Βίων ἔλεγεν ὁ φιλόσοφος ὅτι ὥσπερ οἱ μνηστῆρες τῇ Πηνελόπῃ πλησιάζειν μὴ δυνάμενοι ταῖς ταύτης ἐμίγνυντο θεραπαίναις, οὕτω καὶ οἱ φιλοσοφίας μὴ δυνάμενοι κατατυχεῖν ἐν τοῖς ἄλλοις παιδεύμασι τοῖς οὐδενὸς ἀξίοις ἑαυτοὺς κατασκελετεύουσι. διὸ δεῖ τῆς ἄλλης παιδείας ὥσπερ κεφάλαιον ποιεῖν τὴν φιλοσοφίαν. περὶ μὲν γὰρ τὴν τοῦ σώματος ἐπιμέλειαν διττὰς εὗρον ἐπιστήμας οἱ ἄνθρωποι, τὴν ἰατρικὴν καὶ τὴν γυμναστικήν, ὧν ἡ μὲν τὴν ὑγίειαν, ἡ δὲ τὴν εὐεξίαν ἐντίθησι. τῶν δὲ τῆς ψυχῆς ἀρρωστημάτων καὶ παθῶν ἡ φιλοσοφία μόνη φάρμακόν ἐστι. διὰ γὰρ ταύτην ἔστι καὶ μετὰ ταύτης γνῶναι τί τὸ καλὸν τί τὸ αἰσχρόν, τί τὸ δίκαιον τί τὸ ἄδικον, τί τὸ συλλήβδην αἱρετόν, τί τὸ φευκτόν· πῶς θεοῖς πῶς γονεῦσι πῶς πρεσβυτέροις πῶς νόμοις πῶς ἀλλοτρίοις πῶς ἄρχουσι πῶς φίλοις πῶς γυναιξὶ πῶς τέκνοις πῶς οἰκέταις χρηστέον ἐστί· ὅτι δεῖ θεοὺς μὲν σέβεσθαι, γονέας δὲ τιμᾶν, πρεσβυτέρους αἰδεῖσθαι, νόμοις πειθαρχεῖν, ἄρχουσιν ὑπείκειν, φίλους ἀγαπᾶν, πρὸς γυναῖκας σωφρονεῖν, τέκνων στερκτικοὺς εἶναι, δούλους μὴ περιυβρίζειν· τὸ δὲ μέγιστον, μήτ᾽ ἐν ταῖς εὐπραγίαις περιχαρεῖς μήτ᾽ ἐν ταῖς συμφοραῖς περιλύπους ὑπάρχειν, μήτ᾽ ἐν ταῖς ἡδοναῖς ἐκλύτους εἶναι μήτ᾽ ἐν ταῖς ὀργαῖς ἐκπαθεῖς καὶ θηριώδεις. ἅπερ ἐγὼ πάντων τῶν ἐκ φιλοσοφίας περιγιγνομένων ἀγαθῶν πρεσβύτατα κρίνω. τὸ μὲν γὰρ εὐγενῶς εὐτυχεῖν ἀνδρός, τὸ δ᾽ ἀνεπιφθόνως εὐηνίου ἀνθρώπου, τὸ δὲ τοῖς λογισμοῖς περιεῖναι τῶν ἡδονῶν σοφοῦ, τὸ δ᾽ ὀργῆς κατακρατεῖν ἀνδρὸς οὐ τοῦ τυχόντος ἐστί. τελείους δ᾽ ἀνθρώπους ἡγοῦμαι τοὺς δυναμένους τὴν πολιτικὴν δύναμιν μεῖξαι καὶ κεράσαι τῇ φιλοσοφίᾳ, καὶ δυεῖν ὄντοιν μεγίστοιν ἀγαθοῖν ἐπηβόλους ὑπάρχειν ὑπολαμβάνω, τοῦ τε κοινωφελοῦς βίου πολιτευο μένους, τοῦ τ᾽ ἀκύμονος καὶ γαληνοῦ διατρίβοντας περὶ φιλοσοφίαν. τριῶν γὰρ ὄντων βίων ὧν ὁ μέν ἐστι πρακτικὸς ὁ δὲ θεωρητικὸς ὁ δ᾽ ἀπολαυστικός, ὁ μέν, ἔκλυτος καὶ δοῦλος τῶν ἡδονῶν ὤν, ζῳώδης καὶ μικροπρεπής ἐστιν, ὁ δὲ θεωρητικός, τοῦ πρακτικοῦ διαμαρτάνων, ἀνωφελής, ὁ δὲ πρακτικός, ἀμοιρήσας φιλοσοφίας, ἄμουσος καὶ πλημμελής. πειρατέον οὖν εἰς δύναμιν καὶ τὰ κοινὰ πράττειν καὶ τῆς φιλοσοφίας ἀντιλαμβάνεσθαι κατὰ τὸ παρεῖκον τῶν καιρῶν.

[8] Βλ. Μαρίνος Νεαπόλεως «Βίος Πρόκλου ή Περί αρετής. 14.1 – 14.19».

[9] Βλ. Μαρίνος Νεαπόλεως «Βίος Πρόκλου ή Περί αρετής. 15.1 – 15.11».

[10] Βλ. Μαρίνος Νεαπόλεως «Βίος Πρόκλου ή Περί αρετής. 17.1 – 17.20».

[11] Βλ. Μαρίνος Νεαπόλεως «Βίος Πρόκλου ή Περί αρετής. 18.1 – 22.31».

[12] Πρβλ. τα λεγόμενα του Πλάτωνα στην «Πολιτεία, 592.b.2 – 3» όταν αναφέρεται στο τελειότερο είδος πολιτείας:

«το υπόδειγμά της βρίσκεται εν ουρανώ ως παράδειγμα για εκείνον που θέλει να την βλέπει, και βλέποντάς την, τον εαυτό του να κατοιεκεί».

Resp 592.b.2 ` to Resp 592.b.3 Αλλ᾽, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐν οὐρανῷ ἴσως παράδειγμα ἀνάκειται τῷ βουλομένῳ ὁρᾶν καὶ ὁρῶντι ἑαυτὸν κατοικίζειν.

[13] Βλ. Πλάτων «Θεαίτητος, 176.a.5 – 177.a.8» :

Theaet 176.a.3 ` to Theaet 177.a.8 {ΘΕΟ.} Εἰ πάντας, ὦ Σώκρατες, πείθοις ἃ λέγεις ὥσπερ ἐμέ, πλείων ἂν εἰρήνη καὶ κακὰ ἐλάττω κατ᾽ ἀνθρώπους εἴη. {ΣΩ.} Ἀλλ᾽ οὔτ᾽ ἀπολέσθαι τὰ κακὰ δυνατόν, ὦ Θεόδωρε— ὑπεναντίον γάρ τι τῷ ἀγαθῷ ἀεὶ εἶναι ἀνάγκη—οὔτ᾽ ἐν θεοῖς αὐτὰ ἱδρῦσθαι, τὴν δὲ θνητὴν φύσιν καὶ τόνδε τὸν τόπον περιπολεῖ ἐξ ἀνάγκης. διὸ καὶ πειρᾶσθαι χρὴ ἐνθένδε ἐκεῖσε φεύγειν ὅτι τάχιστα. φυγὴ δὲ ὁμοίωσις θεῷ κατὰ τὸ δυνατόν· ὁμοίωσις δὲ δίκαιον καὶ ὅσιον μετὰ φρονήσεως γενέσθαι. ἀλλὰ γάρ, ὦ ἄριστε, οὐ πάνυ τι ῥᾴδιον πεῖσαι ὡς ἄρα οὐχ ὧν ἕνεκα οἱ πολλοί φασι δεῖν πονηρίαν μὲν φεύγειν, ἀρετὴν δὲ διώκειν, τούτων χάριν τὸ μὲν ἐπιτηδευτέον, τὸ δ᾽ οὔ, ἵνα δὴ μὴ κακὸς καὶ ἵνα ἀγαθὸς δοκῇ εἶναι· ταῦτα μὲν γάρ ἐστιν ὁ λεγόμενος γραῶν ὕθλος, ὡς ἐμοὶ φαίνεται· τὸ δὲ ἀληθὲς ὧδε λέγωμεν. θεὸς οὐδαμῇ οὐδαμῶς ἄδικος, ἀλλ᾽ ὡς οἷόν τε δικαιότατος, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτῷ ὁμοιότερον οὐδὲν ἢ ὃς ἂν ἡμῶν αὖ γένηται ὅτι δικαιότατος. περὶ τοῦτο καὶ ἡ ὡς ἀληθῶς δεινότης ἀνδρὸς καὶ οὐδενία τε καὶ ἀνανδρία. ἡ μὲν γὰρ τούτου γνῶσις σοφία καὶ ἀρετὴ ἀληθινή, ἡ δὲ ἄγνοια ἀμαθία καὶ κακία ἐναργής· αἱ δ᾽ ἄλλαι δεινότητές τε δοκοῦσαι καὶ σοφίαι ἐν μὲν πολιτικαῖς δυναστείαις γιγνόμεναι φορτικαί, ἐν δὲ τέχναις βάναυσοι. τῷ οὖν ἀδικοῦντι καὶ ἀνόσια λέγοντι ἢ πράττοντι μακρῷ ἄριστ᾽ ἔχει τὸ μὴ συγχωρεῖν δεινῷ ὑπὸ πανουργίας εἶναι· ἀγάλλονται γὰρ τῷ ὀνείδει καὶ οἴονται ἀκούειν ὅτι οὐ λῆροί εἰσι, γῆς ἄλλως ἄχθη, ἀλλ᾽ ἄνδρες οἵους δεῖ ἐν πόλει τοὺς σωθησομένους. λεκτέον οὖν τἀληθές, ὅτι τοσούτῳ μᾶλλόν εἰσιν οἷοι οὐκ οἴονται, ὅτι οὐχὶ οἴονται· ἀγνοοῦσι γὰρ ζημίαν ἀδικίας, ὃ δεῖ ἥκιστα ἀγνοεῖν. οὐ γάρ ἐστιν ἣν δοκοῦσιν, πληγαί τε καὶ θάνατοι, ὧν ἐνίοτε πάσχουσιν οὐδὲν ἀδικοῦντες, ἀλλὰ ἣν ἀδύνατον ἐκφυγεῖν. {ΘΕΟ.} Τίνα δὴ λέγεις; {ΣΩ.} Παραδειγμάτων, ὦ φίλε, ἐν τῷ ὄντι ἑστώτων, τοῦ μὲν θείου εὐδαιμονεστάτου, τοῦ δὲ ἀθέου ἀθλιωτάτου, οὐχ ὁρῶντες ὅτι οὕτως ἔχει, ὑπὸ ἠλιθιότητός τε καὶ τῆς ἐσχάτης ἀνοίας λανθάνουσι τῷ μὲν ὁμοιούμενοι διὰ τὰς ἀδίκους πράξεις, τῷ δὲ ἀνομοιούμενοι. οὗ δὴ τίνουσι δίκην ζῶντες τὸν εἰκότα βίον ᾧ ὁμοιοῦνται· ἐὰν δ᾽ εἴπωμεν ὅτι, ἂν μὴ ἀπαλλαγῶσι τῆς δεινότητος, καὶ τελευτήσαντας αὐτοὺς ἐκεῖνος μὲν ὁ τῶν κακῶν καθαρὸς τόπος οὐ δέξεται, ἐνθάδε δὲ τὴν αὑτοῖς ὁμοιότητα τῆς διαγωγῆς ἀεὶ ἕξουσι, κακοὶ κακοῖς συνόντες, ταῦτα δὴ καὶ παντάπασιν ὡς δεινοὶ καὶ πανοῦργοι ἀνοήτων τινῶν ἀκούσονται.

[14] Βλ. Πλωτίνος «Ενεάδες, : Ενεάδα 1η – ”Περί αρετών”, 1.2.1.1 – 1.2.7.30» :

Enneades 1.2.1.1 ` to Enneades 1.2.7.30 Ἐπειδὴ <τὰ κακὰ> ἐνταῦθα καὶ <τόνδε τὸν τόπον περιπολεῖ ἐξ ἀνάγκησ>, βούλεται δὲ ἡ ψυχὴ φυγεῖν τὰ κακά, <φευκτέον ἐντεῦθεν>. Τίς οὖν ἡ φυγή; <θεῷ>, φησιν, <ὁμοιωθῆναι>. Τοῦτο δέ, εἰ <δίκαιοι καὶ ὅσιοι μετὰ φρονήσεως γενοίμεθα> καὶ ὅλως ἐν ἀρετῇ. Εἰ οὖν ἀρετῇ ὁμοιούμεθα, ἆρα ἀρετὴν ἔχοντι; Καὶ δὴ καὶ τίνι θεῷ; Ἆρ᾽ οὖν τῷ μᾶλλον δοκοῦντι ταῦτα ἔχειν καὶ δὴ τῇ τοῦ κόσμου ψυχῇ καὶ τῷ ἐν ταύτῃ ἡγουμένῳ ᾧ φρόνησις θαυμαστὴ ὑπάρχει; Καὶ γὰρ εὔλογον ἐνταῦθα ὄντας τούτῳ ὁμοιοῦσθαι. ῍Η πρῶτον μὲν ἀμφισβητήσιμον, εἰ καὶ τούτῳ ὑπάρχουσι πᾶσαι· οἷον σώφρονι ἀνδρείῳ εἶναι, ᾧ μήτε τι δεινόν ἐστιν· οὐδὲν γὰρ ἔξωθεν· μήτε προσιὸν ἡδὺ οὗ καὶ ἐπιθυμία ἂν γένοιτο μὴ παρόντος, ἵν᾽ ἔχῃ ἢ ἕλῃ. Εἰ δὲ καὶ αὐτὸς ἐν ὀρέξει ἐστὶ τῶν νοητῶν ὧν καὶ αἱ ἡμέτεραι, δῆλον ὅτι καὶ ἡμῖν ἐκεῖθεν ὁ κόσμος καὶ αἱ ἀρεταί. Ἆρ᾽ οὖν ἐκεῖνο ταύτας ἔχει; ῍Η οὐκ εὔλογον τάς γε πολιτικὰς λεγομένας ἀρετὰς ἔχειν, φρόνησιν μὲν περὶ τὸ λογιζόμενον, ἀνδρίαν δὲ περὶ τὸ θυμούμενον, σωφροσύνην δὲ ἐν ὁμολογίᾳ τινὶ καὶ συμφωνίᾳ ἐπιθυμητικοῦ πρὸς λογισμόν, δικαιοσύνην δὲ τὴν ἑκάστου τούτων ὁμοῦ <οἰκειοπραγίαν ἀρχῆς πέρι καὶ τοῦ ἄρχεσθαι>. Ἆρ᾽ οὖν οὐ κατὰ τὰς πολιτικὰς ὁμοιούμεθα, ἀλλὰ κατὰ τὰς μείζους τῷ αὐτῷ ὀνόματι χρωμένας; Ἀλλ᾽ εἰ κατ᾽ ἄλλας, κατὰ τὰς πολιτικὰς ὅλως οὔ; ῍Η ἄλογον μηδ᾽ ὁπωσοῦν ὁμοιοῦσθαι κατὰ ταύτας—τούτους γοῦν καὶ θείους ἡ φήμη λέγει καὶ λεκτέον ἀμῃγέπῃ ὡμοιῶσθαι —κατὰ δὲ τὰς μείζους τὴν ὁμοίωσιν εἶναι. Ἀλλ᾽ ἑκατέρως γε συμβαίνει ἀρετὰς ἔχειν κἂν εἰ μὴ τοιαύτας. Εἰ οὖν τις συγχωρεῖ, [κἂν εἰ μὴ τοιαύτας] ὁμοιοῦσθαι δύνασθαι, ἄλλως ἡμῶν ἐχόντων πρὸς ἄλλας, οὐδὲν κωλύει, καὶ μὴ πρὸς ἀρετὰς ὁμοιουμένων, ἡμᾶς ταῖς αὑτῶν ἀρεταῖς ὁμοιοῦσθαι τῷ μὴ ἀρετὴν κεκτημένῳ. Καὶ πῶς; Ὧδε· εἴ τι θερμότητος παρουσίᾳ θερμαίνεται, ἀνάγκη καὶ ὅθεν ἡ θερμότης ἐλήλυθε θερμαίνεσθαι; Καὶ εἴ τι πυρὸς παρουσίᾳ θερμόν ἐστιν, ἀνάγκη καὶ τὸ πῦρ αὐτὸ πυρὸς παρουσίᾳ θερμαίνεσθαι; Ἀλλὰ πρὸς μὲν τὸ πρότερον εἴποι ἄν τις καὶ ἐν τῷ πῦρ εἶναι θερμότητα, ἀλλὰ σύμφυτον, ὥστε τὸν λόγον ποιεῖν τῇ ἀναλογίᾳ ἑπόμενον ἐπακτὸν μὲν τῇ ψυχῇ τὴν ἀρετὴν, ἐκείνῳ δέ, ὅθεν μιμησαμένη ἔχει, σύμφυτον· πρὸς δὲ τὸν ἐκ τοῦ πυρὸς λόγον τὸ ἐκεῖνον ἀρετὴν εἶναι· ἀρετῆς δὲ ἀξιοῦμεν εἶναι μείζονα. Ἀλλ᾽ εἰ μὲν οὗ μεταλαμβάνει ψυχὴ τὸ αὐτὸ ἦν τῷ ἀφ᾽ οὗ, οὕτως ἔδει λέγειν· νῦν δὲ ἕτερον μὲν ἐκεῖνο, ἕτερον δὲ τοῦτο. Οὐδὲ γὰρ οἰκία ἡ αἰσθητὴ τὸ αὐτὸ τῇ νοητῇ, καίτοι ὡμοίωται· καὶ τάξεως δὲ καὶ κόσμου μεταλαμβάνει ἡ οἰκία ἡ αἰσθητὴ κἀκεῖ ἐν τῷ λόγῳ οὐκ ἔστι τάξις οὐδὲ κόσμος οὐδὲ συμμετρία. Οὕτως οὖν κόσμου καὶ τάξεως καὶ ὁμολογίας μεταλαμβάνοντες ἐκεῖθεν καὶ τούτων ὄντων τῆς ἀρετῆς ἐνθάδε, οὐ δεομένων δὲ τῶν ἐκεῖ ὁμολογίας οὐδὲ κόσμου οὐδὲ τάξεως, οὐδ᾽ ἂν ἀρετῆς εἴη χρεία, καὶ ὁμοιούμεθα οὐδὲν ἧττον τοῖς ἐκεῖ δι᾽ ἀρετῆς παρουσίαν. Πρὸς μὲν οὖν τὸ μὴ ἀναγκαῖον κἀκεῖ ἀρετὴν εἶναι, ἐπείπερ ἡμεῖς ἀρετῇ ὁμοιούμεθα, ταυτί· δεῖ δὲ πειθὼ ἐπάγειν τῷ λόγῳ μὴ μένοντας ἐπὶ τῆς βίας. Πρῶτον τοίνυν τὰς ἀρετὰς ληπτέον καθ᾽ ἅς φαμεν ὁμοιοῦσθαι, ἵν᾽ αὖ τὸ αὐτὸ εὕρωμεν ὃ παρ᾽ ἡμῖν μὲν μίμημα ὂν ἀρετή ἐστιν, ἐκεῖ δὲ οἷον ἀρχέτυπον ὂν οὐκ ἀρετή, ἐπισημηνάμενοι ὡς ἡ ὁμοίωσις διττή· καὶ ἡ μέν τις ταὐτὸν ἐν τοῖς ὁμοίοις ἀπαιτεῖ, ὅσα ἐπίσης ὡμοίωται ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ· ἐν οἷς δὲ τὸ μὲν ὡμοίωται πρὸς ἕτερον, τὸ δὲ ἕτερόν ἐστι πρῶτον, οὐκ ἀντιστρέφον πρὸς ἐκεῖνο οὐδὲ ὅμοιον αὐτοῦ λεγόμενον, ἐνταῦθα τὴν ὁμοίωσιν ἄλλον τρόπον ληπτέον οὐ ταὐτὸν εἶδος ἀπαιτοῦντας, ἀλλὰ μᾶλλον ἕτερον, εἴπερ κατὰ τὸν ἕτερον τρόπον ὡμοίωται. Τί ποτε οὖν ἐστιν ἡ ἀρετὴ ἥ τε σύμπασα καὶ ἑκάστη; Σαφέστερος δὲ ὁ λόγος ἔσται ἐφ᾽ ἑκάστης· οὕτω γὰρ καὶ ὅ τι κοινόν, καθ᾽ ὃ ἀρεταὶ πᾶσαι, δῆλον ῥᾳδίως ἔσται. Αἱ μὲν τοίνυν πολιτικαὶ ἀρεταί, ἃς ἄνω που εἴπομεν, κατακοσμοῦσι μὲν ὄντως καὶ ἀμείνους ποιοῦσιν ὁρίζουσαι καὶ μετροῦσαι τὰς ἐπιθυμί ας καὶ ὅλως τὰ πάθη μετροῦσαι καὶ ψευδεῖς δόξας ἀφαιροῦσαι τῷ ὅλως ἀμείνονι καὶ τῷ ὡρίσθαι καὶ τῶν ἀμέτρων καὶ ἀορίστων ἔξω εἶναι κατὰ τὸ μεμετρημένον· καὶ αὐταὶ ὁρισθεῖσαι, ᾗ μέτρα γε ἐν ὕλῃ τῇ ψυχῇ, ὡμοίωνται τῷ ἐκεῖ μέτρῳ καὶ ἔχουσιν ἴχνος τοῦ ἐκεῖ ἀρίστου. Τὸ μὲν γὰρ πάντη ἄμετρον ὕλη ὂν πάντη ἀνωμοίωται· καθ᾽ ὅσον δὲ μεταλαμβάνει εἴδους, κατὰ τοσοῦτον ὁμοιοῦται ἀνειδέῳ ἐκείνῳ ὄντι. Μᾶλλον δὲ τὰ ἐγγὺς μεταλαμβάνει· ψυχὴ δὲ ἐγγυτέρω σώματος καὶ συγγενέστερον· ταύτῃ καὶ πλέον μεταλαμβάνει, ὥστε καὶ ἐξαπατᾶν θεὸς φαντασθεῖσα, μὴ τὸ πᾶν θεοῦ τοῦτο ᾖ. Οὕτω μὲν οὖν οὗτοι ὁμοιοῦνται. Αλλ᾽ ἐπεὶ τὴν ὁμοίωσιν ἄλλην ὑποφαίνει ὡς τῆς μείζονος ἀρετῆς οὖσαν, περὶ ἐκείνης λεκτέον· ἐν ᾧ καὶ σαφέστερον ἔσται μᾶλλον καὶ τῆς πολιτικῆς ἡ οὐσία, καὶ ἥτις ἡ μείζων κατὰ τὴν οὐσίαν, καὶ ὅλως, ὅτι ἔστι παρὰ τὴν πολιτικὴν ἑτέρα. Λέγων δὴ ὁ Πλάτων τὴν <ὁμοίωσιν> τὴν πρὸς τὸν <θεὸν φυγὴν> τῶν ἐντεῦθεν εἶναι, καὶ ταῖς ἀρεταῖς ταῖς ἐν πολιτείᾳ οὐ τὸ ἁπλῶς διδούς, ἀλλὰ προστιθεὶς <πολιτικάς γε>, καὶ ἀλλαχοῦ <καθάρσεισ> λέγων ἁπάσας δῆλός τέ ἐστι διττὰς τιθεὶς καὶ τὴν ὁμοίωσιν οὐ κατὰ τὴν πολιτικὴν τιθείς. Πῶς οὖν λέγομεν ταύτας καθάρ σεις καὶ πῶς καθαρθέντες μάλιστα ὁμοιούμεθα; ῍Η ἐπειδὴ κακὴ μέν ἐστιν ἡ ψυχὴ <συμπεφυρμένη> τῷ σώματι καὶ ὁμοπαθὴς γινομένη αὐτῷ καὶ πάντα συνδοξάζουσα, εἴη ἂν ἀγαθὴ καὶ ἀρετὴν ἔχουσα, εἰ μήτε συνδοξάζοι, ἀλλὰ μόνη ἐνεργοῖ—ὅπερ ἐστὶ νοεῖν τε καὶ φρονεῖν—μήτε ὁμοπαθὴς εἴη—ὅπερ ἐστὶ σωφρονεῖν—μήτε φοβοῖτο ἀφισταμένη τοῦ σώματος—ὅπερ ἐστὶν ἀνδρίζεσθαι—ἡγοῖτο δὲ λόγος καὶ νοῦς, τὰ δὲ μὴ ἀντιτείνοι—δικαιοσύνη δ᾽ ἂν εἴη τοῦτο. Τὴν δὴ τοιαύτην διάθεσιν τῆς ψυχῆς καθ᾽ ἣν νοεῖ τε καὶ ἀπαθὴς οὕτως ἐστίν, εἴ τις ὁμοίωσιν λέγοι πρὸς θεόν, οὐκ ἂν ἁμαρτάνοι· καθαρὸν γὰρ καὶ τὸ θεῖον καὶ ἡ ἐνέργεια τοιαύτη, ὡς τὸ μιμούμενον ἔχειν φρόνησιν. Τί οὖν οὐ κἀκεῖνο οὕτω διάκειται; ῍Η οὐδὲ διάκειται, ψυχῆς δὲ ἡ διάθεσις. Νοεῖ τε ἡ ψυχὴ ἄλλως· τῶν δὲ ἐκεῖ τὸ μὲν ἑτέρως, τὸ δὲ οὐδὲ ὅλως. Πάλιν οὖν τὸ νοεῖν ὁμώνυμον; Οὐδαμῶς· ἀλλὰ τὸ μὲν πρώτως, τὸ δὲ παρ᾽ ἐκείνου ἑτέρως. Ὡς γὰρ ὁ ἐν φωνῇ λόγος μίμημα τοῦ ἐν ψυχῇ, οὕτω καὶ ὁ ἐν ψυχῇ μίμημα τοῦ ἐν ἑτέρῳ. Ὡς οὖν μεμερισμένος ὁ ἐν προφορᾷ πρὸς τὸν ἐν ψυχῇ, οὕτω καὶ ὁ ἐν ψυχῇ ἑρμηνεὺς ὢν ἐκείνου πρὸς τὸ πρὸ αὐτοῦ. Ἡ δὲ ἀρετὴ ψυχῆς· νοῦ δὲ οὐκ ἔστιν οὐδὲ τοῦ ἐπέκεινα. Ζητητέον δέ, εἰ ἡ κάθαρσις ταὐτὸν τῇ τοιαύτῃ ἀρετῇ, ἢ προηγεῖται μὲν ἡ κάθαρσις, ἕπεται δὲ ἡ ἀρετή, καὶ πότερον ἐν τῷ καθαίρεσθαι ἡ ἀρετὴ ἢ ἐν τῷ κεκαθάρ θαι. Ἀτελεστέρα τῆς ἐν τῷ κεκαθάρθαι <ἡ ἐν τῷ καθαίρεσθαι· τὸ γὰρ κεκαθάρθαι> οἷον τέλος ἤδη. Ἀλλὰ τὸ κεκαθάρθαι ἀφαίρεσις ἀλλοτρίου παντός, τὸ δὲ ἀγαθὸν ἕτερον αὐτοῦ. ῎Η, εἰ πρὸ τῆς ἀκαθαρσίας ἀγαθὸν ἦν, ἡ κάθαρσις ἀρκεῖ· ἀλλ᾽ ἀρκέσει μὲν ἡ κάθαρσις, τὸ δὲ καταλειπόμενον ἔσται τὸ ἀγαθόν, οὐχ ἡ κάθαρσις. Καὶ τί τὸ καταλειπόμενόν ἐστι, ζητητέον· ἴσως γὰρ οὐδὲ τὸ ἀγαθὸν ἦν ἡ φύσις ἡ καταλειπομένη· οὐ γὰρ ἂν ἐγένετο ἐν κακῷ. Ἆρ᾽ οὖν ἀγαθοειδῆ λεκτέον; ῍Η οὐχ ἱκανὴν πρὸς τὸ μένειν ἐν τῷ ὄντως ἀγαθῷ· πέφυκε γὰρ ἐπ᾽ ἄμφω. Τὸ οὖν ἀγαθὸν αὐτῆς τὸ συνεῖναι τῷ συγγενεῖ, τὸ δὲ κακὸν τὸ τοῖς ἐναντίοις. Δεῖ οὖν καθηραμένην συνεῖναι. Συνέσται δὲ ἐπιστραφεῖσα. Ἆρ᾽ οὖν μετὰ τὴν κάθαρσιν ἐπιστρέφεται; ῍Η μετὰ τὴν κάθαρσιν ἐπέστραπται. Τοῦτ᾽ οὖν ἡ ἀρετὴ αὐτῆς; ῍Η τὸ γινόμενον αὐτῇ ἐκ τῆς ἐπιστροφῆς. Τί οὖν τοῦτο; Θέα καὶ τύπος τοῦ ὀφθέντος ἐντεθεὶς καὶ ἐνεργῶν, ὡς ἡ ὄψις περὶ τὸ ὁρώμενον. Οὐκ ἄρα εἶχεν αὐτὰ οὐδ᾽ ἀναμιμνήσκεται; ῍Η εἶχεν οὐκ ἐνεργοῦντα, ἀλλὰ ἀποκείμενα ἀφώτιστα· ἵνα δὲ φωτισθῇ καὶ τότε γνῷ αὐτὰ ἐνόντα, δεῖ προσβαλεῖν τῷ φωτίζοντι. Εἶχε δὲ οὐκ αὐτά, ἀλλὰ τύπους· δεῖ οὖν τὸν τύπον τοῖς ἀληθινοῖς, ὧν καὶ οἱ τύποι, ἐφαρμόσαι. Τάχα δὲ καὶ οὕτω λέγεται ἔχειν, ὅτι ὁ νοῦς οὐκ ἀλλότριος καὶ μάλιστα δὲ οὐκ ἀλλότριος, ὅταν πρὸς αὐτὸν βλέπῃ· εἰ δὲ μή, καὶ παρὼν ἀλλότριος. Ἐπεὶ κἀν † ταῖς ἐπιστήμαις· ἐὰν μηδ᾽ ὅλως ἐνεργῶμεν κατ᾽ αὐτάς, ἀλλότριαι. Ἀλλ᾽ ἐπὶ πόσον ἡ κάθαρσις λεκτέον· οὕτω γὰρ καὶ ἡ ὁμοίωσις τίνι <θεῷ> φανερὰ καὶ ἡ ταυτότης [τίνι θεῷ]. Τοῦτο δέ ἐστι μάλιστα ζητεῖν θυμὸν πῶς καὶ ἐπιθυμίαν καὶ τἆλλα πάντα, λύπην καὶ τὰ συγγενῆ, καὶ τὸ χωρίζειν ἀπὸ σώματος ἐπὶ πόσον δυνατόν. Ἀπὸ μὲν δὴ σώματος ἴσως μὲν καὶ τοῖς οἷον τόποις συνάγουσαν πρὸς ἑαυτήν, πάντως μὴν ἀπαθῶς ἔχουσαν καὶ τὰς ἀναγκαίας τῶν ἡδονῶν αἰσθήσεις μόνον ποιουμένην καὶ ἰατρεύσεις καὶ ἀπαλλαγὰς πόνων, ἵνα μὴ ἐνοχλοῖτο, τὰς δὲ ἀλγηδόνας ἀφαιροῦσαν καί, εἰ μὴ οἷόν τε, πράως φέρουσαν καὶ ἐλάττους τιθεῖσαν τῷ μὴ συμπάσχειν· τὸν δὲ θυμὸν ὅσον οἷόν τε ἀφαιροῦσαν καί, εἰ δυνατόν, πάντη, εἰ δὲ μή, μὴ γοῦν αὐτὴν συνοργιζομένην, ἀλλ᾽ ἄλλου εἶναι τὸ ἀπροαίρετον, τὸ δὲ ἀπροαίρετον ὀλίγον εἶναι καὶ ἀσθενές· τὸν δὲ φόβον πάντη· περὶ οὐδενὸς γὰρ φοβήσεται—τὸ δὲ ἀπροαίρετον καὶ ἐνταῦθα—πλήν γ᾽ ἐν νουθετήσει. Ἐπιθυμίαν δέ; Ὅτι μὲν μηδενὸς φαύλου, δῆλον· σίτων δὲ καὶ ποτῶν πρὸς ἄνεσιν οὐκ αὐτὴ ἕξει· οὐδὲ τῶν ἀφροδισίων δέ· εἰ δ᾽ ἄρα, φυσικῶν, οἶμαι, καὶ οὐδὲ τὸ ἀπροαίρετον ἔχουσαν· εἰ δ᾽ ἄρα, ὅσον μετὰ φαντασίας προτυποῦς καὶ ταύτης. Ὅλως δὲ αὕτη μὲν πάντων τούτων καθαρὰ ἔσται καὶ τὸ ἄλογον δὲ βουλήσεται καὶ αὐτὸ καθαρὸν ποιῆσαι, ὥστε μηδὲ πλήττεσθαι· εἰ δ᾽ ἄρα, μὴ σφόδρα, ἀλλ᾽ ὀλίγας τὰς πληγὰς αὐτοῦ εἶναι καὶ εὐθὺς λυομένας τῇ γειτονήσει. ὥσπερ εἴ τις σοφῷ γειτονῶν ἀπολαύοι τῆς τοῦ σοφοῦ γειτνιάσεως ἢ ὅμοιος γενόμενος ἢ αἰδούμενος, ὡς μηδὲν τολμᾶν ποιεῖν ὧν ὁ ἀγαθὸς οὐ θέλει. Οὔκουν ἔσται μάχη· ἀρκεῖ γὰρ παρὼν ὁ λόγος, ὃν τὸ χεῖρον αἰδέσεται, ὥστε καὶ αὐτὸ τὸ χεῖρον δυσχερᾶναι, ἐάν τι ὅλως κινηθῇ, ὅτι μὴ ἡσυχίαν ἦγε παρόντος τοῦ δεσπότου, καὶ ἀσθένειαν αὑτῷ ἐπιτιμῆσαι. Εστι μὲν οὖν οὐδὲν τῶν τοιούτων ἁμαρτία, ἀλλὰ κατόρθωσις ἀνθρώπῳ· ἀλλ᾽ ἡ σπουδὴ οὐκ ἔξω ἁμαρτίας εἶναι, ἀλλὰ θεὸν εἶναι. Εἰ μὲν οὖν τι τῶν τοιούτων ἀπροαίρετον γίνοιτο, θεὸς ἂν εἴη ὁ τοιοῦτος καὶ δαίμων διπλοῦς ὤν, μᾶλλον δὲ ἔχων σὺν αὐτῷ ἄλλον ἄλλην ἀρετὴν ἔχοντα· εἰ δὲ μηδέν, θεὸς μόνον· θεὸς δὲ τῶν ἑπομένων τῷ πρώτῳ. Αὐτὸς μὲν γάρ ἐστιν ὃς ἦλθεν ἐκεῖθεν καὶ τὸ καθ᾽ αὑτόν, εἰ γένοιτο οἷος ἦλθεν, ἐκεῖ ἐστιν· ᾧ δὲ συνῳκίσθη ἐνθάδε ἥκων, καὶ τοῦτον αὐτῷ ὁμοιώσει κατὰ δύναμιν τὴν ἐκείνου, ὥστε, εἰ δυνατόν, ἄπληκτον εἶναι ἢ ἄπρακτόν γε τῶν μὴ δοκούντων τῷ δεσπότῃ. Τίς οὖν ἑκάστη ἀρετὴ τῷ τοιούτῳ; ῍Η σοφία μὲν καὶ φρόνησις ἐν θεωρίᾳ ὧν νοῦς ἔχει· νοῦς δὲ τῇ ἐπαφῇ. Διττὴ δὲ ἑκατέρα, ἡ μὲν ἐν νῷ οὖσα, ἡ δὲ ἐν ψυχῇ. Κἀκεῖ μὲν οὐκ ἀρετή, ἐν δὲ ψυχῇ ἀρετή. Ἐκεῖ οὖν τί; Ἐνέργεια αὐτοῦ καὶ ὅ ἐστιν· ἐνταῦθα δὲ τὸ ἐν ἄλλῳ ἐκεῖθεν ἀρετή. Οὐδὲ γὰρ αὐτοδικαιοσύνη καὶ ἑκάστη ἀρετή, ἀλλ᾽ οἷον παράδειγμα· τὸ δὲ ἀπ᾽ αὐτῆς ἐν ψυχῇ ἀρετή. Τινὸς γὰρ ἡ ἀρετή· αὐτὸ δὲ ἕκαστον αὑτοῦ, οὐχὶ δὲ ἄλλου τινός. Δικαιοσύνη δὲ εἴπερ οἰκειοπραγία, ἆρα αἰεὶ ἐν πλήθει μερῶν; ῍Η ἡ μὲν ἐν πλήθει, ὅταν πολλὰ ᾖ τὰ μέρη, ἡ δὲ ὅλως οἰκειοπραγία, κἂν ἑνὸς ᾖ. Ἡ γοῦν ἀληθὴς αὐτοδικαιοσύνη ἑνὸς πρὸς αὐτό, ἐν ᾧ οὐκ ἄλλο, τὸ δὲ ἄλλο· ὥστε καὶ τῇ ψυχῇ δικαιοσύνη ἡ μείζων τὸ πρὸς νοῦν ἐνεργεῖν, τὸ δὲ σωφρονεῖν ἡ εἴσω πρὸς νοῦν στροφή, ἡ δὲ ἀνδρία ἀπάθεια καθ᾽ ὁμοίωσιν τοῦ πρὸς ὃ βλέπει ἀπαθὲς ὂν τὴν φύσιν, αὐτὴ δὲ ἐξ ἀρετῆς, ἵνα μὴ συμπαθῇ τῷ χείρονι συνοίκῳ. Αντακολουθοῦσι τοίνυν ἀλλήλαις καὶ αὗται αἱ ἀρεταὶ ἐν ψυχῇ, ὥσπερ κἀκεῖ τὰ πρὸ τῆς ἀρετῆς [αἱ] ἐν νῷ ὥσπερ παραδείγματα. Καὶ γὰρ ἡ νόησις ἐκεῖ ἐπιστήμη καὶ σοφία, τὸ δὲ πρὸς αὐτὸν ἡ σωφροσύνη, τὸ δὲ οἰκεῖον ἔργον ἡ οἰκειοπραγία, τὸ δὲ οἷον ἀνδρία ἡ ἀυλότης καὶ τὸ ἐφ᾽ αὑτοῦ μένειν καθαρόν. Ἐν ψυχῇ τοίνυν πρὸς νοῦν ἡ ὅρασις σοφία καὶ φρόνησις, ἀρεταὶ αὐτῆς· οὐ γὰρ αὐτὴ ταῦτα, ὥσπερ ἐκεῖ. Καὶ τὰ ἄλλα ὡσαύτως ἀκολουθεῖ· καὶ τῇ καθάρσει δέ, εἴπερ πᾶσαι καθάρσεις κατὰ τὸ κεκαθάρθαι, ἀνάγκη πάσας· ἢ οὐδεμία τελεία. Καὶ ὁ μὲν ἔχων τὰς μείζους καὶ τὰς ἐλάττους ἐξ ἀνάγκης δυνάμει, ὁ δὲ τὰς ἐλάττους οὐκ ἀναγκαίως ἔχει ἐκείνας. Ὁ μὲν δὴ προηγούμενος τοῦ σπουδαίου βίος οὗτος. Πότερα δὲ ἐνεργείᾳ ἔχει καὶ τὰς ἐλάττους ὁ τὰς μείζους ἢ ἄλλον τρόπον, σκεπτέον καθ᾽ ἑκάστην· οἷον φρόνησιν· εἰ γὰρ ἄλλαις ἀρχαῖς χρήσεται, πῶς ἔτι ἐκείνη μένει κἂν εἰ μὴ ἐνεργοῦσα; Καὶ εἰ ἡ μὲν φύσει τοσόνδε, ἡ δὲ τοσόνδε, καὶ ἡ σωφροσύνη ἐκείνη μετροῦσα, ἡ δὲ ὅλως ἀναιροῦσα; Ταὐτὸν δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ὅλως τῆς φρονήσεως κινηθείσης. ῍Η εἰδήσει γε αὐτὰς καὶ ὅσον παρ᾽ αὐτῶν ἕξει; τάχα δέ ποτε περιστατικῶς ἐνεργήσει κατά τινας αὐτῶν. Ἐπὶ μείζους δὲ ἀρχὰς ἥκων καὶ ἄλλα μέτρα κατ᾽ ἐκεῖνα πράξει· οἷον τὸ σωφρονεῖν οὐκ ἐν μέτρῳ ἐκείνῳ τιθείς, ἀλλ᾽ ὅλως κατὰ τὸ δυνατὸν χωρίζων καὶ ὅλως ζῶν οὐχὶ τὸν ἀνθρώπου βίον τὸν τοῦ ἀγαθοῦ, ὃν ἀξιοῖ ἡ πολιτικὴ ἀρετή, ἀλλὰ τοῦτον μὲν καταλιπών, ἄλλον δὲ ἑλόμενος τὸν τῶν θεῶν· πρὸς γὰρ τούτους, οὐ πρὸς ἀνθρώπους ἀγαθοὺς ἡ ὁμοίωσις. Ὁμοίωσις δὲ ἡ μὲν πρὸς τούτους, ὡς εἰκὼν εἰκόνι ὡμοίωται ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ ἑκατέρα. Ἡ δὲ πρὸς ἄλλον ὡς πρὸς παράδειγμα.

[15] Βλ. Ολυμπιόδωρος στο «Υπόμνημα στον Πλατωνικό Φαίδωνα, 8.2.14 – 20» :

In Platonis Phaedonem commentaria 8.2.19 ` to In Platonis Phaedonem commentaria 8.2.20 καὶ φιλοσοφίας μὲν ἔργον νοῦν ἡμᾶς ποιῆσαι, θεουργίας δὲ ἑνῶσαι ἡμᾶς τοῖς νοητοῖς, ὡς ἐνεργεῖν παραδειγματικῶς.

[16] Ιερή τελείωση είναι η εξομοίωση με τον θεό.

[17] Bibl 251.464b.1 ` to Bibl 251.464b.7 Οτι ἀποδιδούς, φησίν, ὁ Πλάτων φιλοσόφου καὶ ἐρωτικοῦ διαφοράν, καὶ πῶς ἰσοτίμως ἀνάγεσθαι λέγονται, φιλοσοφῆσαι μὲν ἀδόλως λέγει τὸν θεωρίαν ἄνευ πράξεως πολιτικῆς ἀγαπήσαντα, καὶ πάντα τὰ ἄλλα παρ᾽ οὐδὲν θέμενον, καὶ ταῖς καθαρτικαῖς ἀρεταῖς ἑαυτὸν παραδόντα τῇ πρὸς μόνην τὴν ἱερὰν τελείωσιν ἀναγωγῇ, ὡς ἐν Θεαιτήτῳ διέξεισιν.

[18] Βλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα στα Πυθαγορικά έπη, αποκαλούμενα χρυσά, 1.1 – 2.1»:

In aureum carmen p.1.1 ` to In aureum carmen p.2.1 Η φιλοσοφία ἐστὶ ζωῆς ἀνθρωπίνης κάθαρσις καὶ τελειότης, κάθαρσις μὲν ἀπὸ τῆς ὑλικῆς ἀλογίας καὶ τοῦ θνητοειδοῦς σώματος, τελειότης δέ, τῆς οἰκείας εὐζωΐας ἀνάληψις, πρὸς τὴν θείαν ὁμοίωσιν ἐπανάγουσα. ταῦτα δὲ πέφυκεν ἀρετὴ καὶ ἀλήθεια μάλιστα ἀπεργάζεσθαι, ἡ μὲν τὴν ἀμετρίαν τῶν παθῶν ἐξορίζουσα, ἡ δὲ τὸ θεῖον εἶδος τοῖς εὐφυῶς ἔχουσι προσκτωμένη.

[19] Βλ. Στοβαίος «Ανθολόγιο : από την επιστολή του Ιάμβλιχου στον Σώπατρο για την αρετή, 3.1.17.3 – 3.1.17.8» :

Anthologium 3.1.17.3 ` to Anthologium 3.1.17.8 Ψυχῆς μὲν οὖν ἂν εἴη ἀρετὴ τελεότης καὶ εὐμετρία τῆς ζωῆς, λόγου τε καὶ νοῦ καὶ διανοήσεως ἡ ἀκροτάτη καὶ καθαρωτάτη ἐνέργεια. τὰ δ᾽ ἔργα τῆς ἀρετῆς ἀγαθοειδῆ, κάλλιστα, νοερά, σπουδαῖα, πλήρη μεσότητος, εὐκαιρίας μετέχοντα, προηγούμενα, τέλους ἀρίστου στοχαζόμενα, χαρίεντα ὅτι μάλιστα θεωρείσθω.

[20] Βλ. Ιάμβλιχος στο «Περί Μυστηρίων, 3.31.68 – 3.31.70» :

Myst 3.31.68 ` to Myst 3.31.70 ἡ πρὸς τὸ νοητὸν πῦρ ἄνοδος, ὃ δὴ καὶ τέλος δεῖ πάσης μὲν προγνώσεως πάσης δὲ θεουργικῆς πραγματείας

[21] Βλ. Ιάμβλιχος στο «Περί Μυστηρίων, 5.6.1 – 5.6.7» :

Myst 5.6.1 ` to Myst 5.6.7 Τὸ δὲ μέγιστον τὸ δραστήριον τῶν θυσιῶν, καὶ διὰ τί μάλιστα τοσαῦτα ἐπιτελεῖ, ὡς μήτε λοιμῶν παῦλαν μήτε λιμῶν ἢ ἀφορίας χωρὶς αὐτῶν γίγνεσθαι, μήτε ὄμβρων αἰτήσεις, μήτε τὰ τιμιώτερα τούτων, ὅσα εἰς ψυχῆς κάθαρσιν ἢ τελείωσιν ἢ τὴν ἀπὸ τῆς γενέσεως ἀπαλλαγὴν συμβάλλεται, ταῦτα δὴ οὖν οὐδ᾽ ὅλως ἐνδείκνυνται οἱ τοιοῦτοι τρόποι τῶν θυσιῶν.

[22] Βλ. Ιάμβλιχος «Περί Μυστηρίων, 10.7.5 – 10.7.8»:

Myst 10.7.5 ` to Myst 10.7.8 οὐδὲ περὶ σμικρῶν οἱ θεουργοὶ τὸν θεῖον νοῦν ἐνοχλοῦσιν, ἀλλὰ περὶ τῶν εἰς ψυχῆς κάθαρσιν καὶ ἀπόλυσιν καὶ σωτηρίαν ἀνηκόντων·

[23] Testimonia et fragmenta c6.31 ` to Testimonia et fragmenta c6.32 ὁδοῦ πάρεργον οὔτε εἰσιτέον εἰς ἱερὸν οὔτε προσκυνητέον τὸ παράπαν, οὐδ᾽ εἰ πρὸς ταῖς θύραις αὐταῖς παριὼν γένοιο.

[24] Βλ. Ιάμβλιχος «Προτρεπτικός επί Φιλοσοφία, 109.9 – 109.22» :

Protr 109.9 ` to Protr 109.22 Τούτῳ δὲ συνῳδόν ἐστι καὶ τὸ ἑξῆς τὸ <ὁδοῦ πάρεργον οὐκ εἰσιτέον εἰς ἱερὸν οὐδὲ προσκυνητέον τοπαράπαν, οὐδ᾽ εἰ πρὸς ταῖς θύραις αὐταῖς παριὼν γένοιο>. εἰ γὰρ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον φίλον τέ ἐστι καὶ προσήγορον, δῆλον ὅτι καὶ ἀρχηγικωτάτην οὐσίαν ἐχόντων τῶν θεῶν ἐν τοῖς ὅλοις, προηγουμένην αὐτῶν δεῖ ποιεῖσθαι τὴν θεραπείαν· εἰ δ᾽ ἄλλου τις ἕνεκα αὐτὴν ποιοῖτο, δεύτερον οὕτω θήσεται τὸ πάντων προηγούμενον καὶ ἀναστρέψει τὴν ὅλην τάξιν τῆς ὅλης θεραπείας τε καὶ γνώσεως. ἔτι γὰρ τὰ τίμια ἀγαθὰ οὐ δεῖ τῶν ἀνθρωπίνων χρησίμων ἐν ὑστέρᾳ μοίρᾳ τίθεσθαι, οὐδὲ ἐν τέλους μὲν τάξει τὰ ἡμέτερα, ἐν προσθήκης δὲ μέρει τὰ κρείττονα οὔτε ἔργα οὔτε διανοήματα.

Advertisements