Ο ΠΟΛΥΘΕΪΣΤΗΣ «ΕΛΛΗΝΑΣ» LOUIS MENARD

LOUISMENARD[1]

(Πρόλογος του Βλάση Γ. Ρασσιά στο βιβλίο του Λουϊ Μενάρ «Ονειροπολήσεις ενός Μυστικιστού Ειδωλολάτρου»)

Το γεγονός ότι, παρά την υπερδεκαετή μου μελέτη των περί την Αρχαία Ελλάδα πραγμάτων, μέσα από ξεσκόνισμα υπερχιλίων σχετικών βιβλίων, ανακάλυψα τελικά την υπέροχη πνευματική μορφή του Λουϊ Μενάρ μόλις πριν από δύο χρόνια, και μάλιστα μέσα από ένα χριστιανικό βιβλίο που τον κατέτασσε ανάμεσα στους υποτιθέμενους “αντίχριστους” διανοητές που ταύτισαν κατά τον περασμένο αιώνα τον Ιουδαιοχριστιανισμό με την άρνηση του ανθρώπου και της ελευθερίας (Gilbert Highet “Η Κλασσική Παράδοση”, ΜΙΕΤ, Αθήναι 1988), στάθηκε για εμένα υπεραρκετό στο να μου εγείρει υποψίες ότι αυτή η συνομωσία σιωπής των σύγχρονων index γύρω από το όνομα του Μενάρ δεν είναι διόλου τυχαία. Αναζητώντας περισσότερα στοιχεία γι’αυτόν, διαβάζοντας την μοναδική περί αυτόν βιογραφία που έχει εκδοθεί στον τόπο μας, και μετά εντοπίζοντας και αγοράζοντας μετά από επίπονη αναζήτηση κάποια σπάνια πλέον και πανάκριβα βιβλία του, σύντομα δικαιώθηκα, αφού ο λόγος αυτής της συνομωσίας σιωπής έγινε κάτι περισσότερο από σαφής. Ο Λουϊ Μενάρ υπήρξε ο ευρωπαίος των τελευταίων αιώνων που μελέτησε και κατενόησε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, τον εθνικό Πολυθεϊσμό των Ελλήνων, που, όπως έχει πλέον αποδειχθεί, είναι αδύνατον να γίνει μήτε καν κατανοητός από ανθρώπους που ο εγκέφαλός τους έχει καταστραφεί από τον μονοθεϊστικό αταβισμό και δυϊσμό.  

Ο Λουϊ Μενάρ, τολμώντας “να γίνει πολυθεϊστής για να καταλάβει τους Έλληνες” έγινε πολύ γρήγορα ένας Έλληνας αυθεντικός, όπως και εκείνοι οι αυθεντικοί Έλληνες της αρχαιότητος. Έγινε ενεργός θρησκευτής των Θεών του Ολύμπου και κατενόησε ότι ο Όλυμπος είναι το θείο πρότυπο για την ελεύθερη Πολιτεία των Ελλήνων, όπως ακριβώς η τυραννία του δικτάτορος των Ουρανών εθνικού Θεού των Ιουδαίων και Χριστιανών, στάθηκε το πρότυπο για την για πάνω από 1500 χρόνια απόλυτη αυταρχία (ικανό ποσοστό της οποίας εξακολουθεί να υπάρχει δυστυχώς ανέπαφο ακόμη και σήμερα) στη σφαίρα του πολιτικού και κοινωνικού βίου των ανθρώπων. 

Ο γράφων, αισθάνεται κάτι παραπάνω από υπερήφανος που οι εκδόσεις “Ανοιχτή Πόλη”, βρήκαν και ήδη μεταφράζουν κάποια σημαντικά έργα αυτού του υπέροχου ανθρώπου (που τον εθαύμασαν μεγάλα ονόματα του καιρού του, όπως λ.χ. Ρενάν, Μισελέ, Φρανς, Γκωτιέ, Κλεμανσώ, Ντε Λιλ), και έτσι θα είναι οι πρώτες που θα γνωρίσουν τον λόγο του στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Μέχρι την έκδοση όλων αυτών των βιβλίων λοιπόν, ας παρουσιάσουμε εδώ, ως προλόγισμα του ανά χείρας πρώτου εκδοθέντος, αυτή την πολύ μεγάλη μορφή μέσα από ένα σύντομο βιογραφικό.  

Αυτός ο “παραγνωρισμένος αναγνωρισμένος” (meconu reconnu) -όπως χαρακτηριστικά τον ονομάζει ο καθηγητής Henri Payre- ποιητής, πεζογράφος, φιλόσοφος, ζωγράφος, χημικός (ανακάλυψε το εκρηκτικό κολλόδιον), ιστορικός και μυθογράφος, γεννήθηκε στο Παρίσι στις 19 Οκτωβρίου του 1822. Η μητέρα του καταγόταν από γένος ευγενών και ο πατέρας του ήταν τραπεζίτης και βιβλιοπώλης. Το 1842 μπήκε στην περίφημη Ecole Normale Superieure που για πολλά έτη υπήρξε το φυτώριο των μεγαλυτέρων πνευμάτων της γαλλικής διανοήσεως, αλλά σύντομα την εγκατέλειψε εξ αιτίας της υπερβολικής αυστηρότητός της. Μετέτρεψε το σπίτι του στην Πλατεία Σορβόνης σε κέντρο συγκεντρώσεων διανοουμένων και αφιερώθηκε ο ίδιος στη συγγραφή. Εκεί πρωτοδιαβάσθηκαν στους φίλους του από τον ίδιο τον Μπωντλαίρ τα πρώτα ποιήματα της γνωστής συλλογής “Τα Άνθη Του Κακού”. 

Ο πολύπλευρος νεαρός Μενάρ (στον οποίο η φίλη του Juliette Lambert έλεγε ότι έβλεπε να συνυπάρχουν.. 5 με 6 πρόσωπα ! ) πήρε ενεργό μέρος στη μεγάλη Επανάσταση του 1848, συνεργάσθηκε με τον αναρχικό Προυντόν στην έκδοση της εφημερίδος του τελευταίου και το επόμενο έτος καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 15 μηνών για το βιβλίο του “Πρόλογος Μίας Επαναστάσεως”. Κατέφυγε στο Λονδίνο και τις Βρυξέλλες, όπου συναναστράφηκε με τους διεθνείς επαναστάτες της εποχής, και το 1852 μία πολιτική αμνηστεία του επέτρεψε να γυρίσει στο Παρίσι. Έκτοτε ο Μενάρ εγκαταλείπει την επαναστατική δράση και αφιερώνεται στη μελέτη και συγγραφή σχετικά με τον Αρχαίο Κόσμο και κυρίως σχετικά με την Αρχαία Ελλάδα, την οποία αποκαλεί “Πνευματική Μητέρα του Ανθρώπου”. 

Το 1859 καταθέτει στα αρχαία ελληνικά τη διδακτορική του διατριβή “Η Ηθική Προ Των Φιλοσόφων” και από τον επόμενο χρόνο αρχίζει την έκδοση αλλεπάλληλων βιβλίων του με θέμα αποκλειστικά αρχαιοελληνικό και κορυφαίο όλων το περίφημο “Ο Ελληνικός Πολυθεϊσμός”. Εκεί, ο Μενάρ αναλύει και εξυμνεί τον Πολυθεϊσμό των Ελλήνων, ως την ευγενέστερη και ανώτατη στιγμή της προσπάθειας των ανθρώπων να προσεγγίσουν το θείο, να κάνουν δηλαδή θεολογία, και επίσης εξηγεί πολύ σωστά την ελευθεροπρεπή θέσμιση των κοινωνιών των Ελλήνων ως προερχόμενη από την εικόνα που είχαν σχηματίσει για τον Κόσμο των Αθανάτων. Μέσα στο ίδιο βιβλίο κάνει επίσης μία σφοδροτάτη επίθεση κατά των θεωριών του Ευημέρου που, ως γνωστόν, συνετέλεσαν τα μάλα στην αποϊεροποίηση της Θρησκείας των Ολυμπίων, αρκετά πριν την καταστρέψουν δια πυρός και σιδήρου οι εκχριστιανισμένοι Ρωμαίοι της Νέας Ρώμης του Βοσπόρου. 

Μέχρι τον θάνατό του, στις 9 Φεβρουαρίου 1901, ο Μενάρ συνέγραψε πάνω από είκοσι βιβλία και άπειρα άρθρα του υπέρ της αρχαίας Θρησκείας στην οποία και θρησκευόταν εμπράκτως με έναν μικρό κύκλο φίλων και συγγενών (αναφέρονται ρητώς τα ανήψια του). Μετά από έναν σύντομο γάμο το 1875 με μία κατά 34 χρόνια νεώτερή του γυναίκα, αφοσιώθηκε από το 1889 στη διδασκαλία του Ελληνικού Πολυθεϊσμού στην “Έδρα Ανωτέρας Λαϊκής Εκπαιδεύσεως” του Δημαρχείου των Παρισίων. Παρά το ότι όμως υπήρξε πνευματικό σύμβολο για πολλές προσωπικότητες της εποχής εκείνης (λ.χ. για τον Clemenceau με μεγάλη επιρροή στο βιβλίο του “Le Grand Pan”, για τους φιλέλληνες Rierre Quillard και Barres μαζί με τους οποίους διήγειραν το φιλελληνικό αίσθημα των Γάλλων κατά τον άτυχο πόλεμο του 1897, για τον ποιητή Cheylack, κ.ά.), τόσο η όλη κατεύθυνση των καιρών που απομακρύνονταν όλο και περισσότερο από τα φιλάρχαια ιδανικά, όσο και οι πρωτοπορειακές του θρησκευτικές και πολιτικές απόψεις οι οποίες σαφώς δεν ικανοποιούσαν φυσικά κανένα πολιτικό κόμμα της εποχής, τον κράτησαν μακριά από την αναγνώριση των μεγάλων μαζών, ως έναν meconu reconnu όπως πολύ επιτυχημένα το είπε ο Ρayre και ήδη αναφέραμε πιό πάνω.   

Θα πρέπει ίσως ν’αναφέρουμε επίσης κάπου εδώ ότι, αντίθετα από αρκετά πνεύματα της εποχής του (Νίτσε, Ντε Λιλλ, Καρντούτσι κ.ά.), ο Μενάρ φάνηκε κατά έναν περίεργο τρόπο, ίσως εξηγούμενο από τις σοσιαλιστικές καταβολές του, πολύ ανεκτικός στο πρόσωπο του Ιουδαίου Τζεσούα (Χριστού) παρά την κάθετη ρήξη του με τον Χριστιανισμό και απέδιδε επίσης τον αφανισμό των Ολυμπίων όχι τόσο στους γνωστούς φορούντες τα φαιά ιμάτια ναοπυρπολητές των πρώτων χριστιανικών χρόνων, αλλά πολύ νωρίτερα, στους μετασωκρατικούς φιλοσόφους και σοφιστές, οι οποίοι υπέσκαψαν καίρια τα εθνικά θρησκευτικά νομιζόμενα των Ελλήνων.  

Μία χειμωνιάτικη ημέρα του 1901, στην αυγή αυτού του καταστροφικού αιώνα που τώρα εμείς αποχαιρετούμε, ο άγιος απόστολος του Ελληνικού Πολυθεϊσμού Λουϊ Μενάρ πέθανε μέσα σε μία στωϊκή ηρεμία και λιτότητα, καλώντας τον ψυχοπομπό Ερμή να οδηγήσει την ψυχή του στους ήρεμους τόπους που  αναπαύονται  εδώ και αιώνες οι ψυχές των φωτεινών και υπέροχων αυθεντικών Ελλήνων που τόσο πολύ θαύμασε, τίμησε και ερωτεύθηκε πνευματικά. Ο ίδιος είχε ζητήσει ν’ αποτεφρωθεί και η επιθυμία του αυτή έγινε σεβαστή και επί πλέον κράτησε μακριά τους αδιάκριτους και βεβηλωτές ιερείς του Ιουδαιοχριστιανισμού που, αντιθέτως, έδωσαν τη δική τους νεκρώσιμη τελετή στην κηδεία του φίλου του και ξεκάθαρα μη χριστιανού Λεκόντ ντε Λιλλ, παρά την αντίθετη επιθυμία του τελευταίου. Ο νεαρός φίλος του Philippe Berthelot έβαλε στο χέρι του νεκρού οραματιστή έναν αθηναϊκό οβολό για να πληρώσει τον “μαύρο βαρκάρη” και ο Henri Roujon διάβασε έναν αντάξιο στο μέγεθος του μεγάλου θανόντος επικήδειο.

Βλάσης Γ. Ρασσιάς

Advertisements