ΟΜΗΡΙΚΟΙ ΥΜΝΟΙ (ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ)

ΟΜΗΡΙΚΟΙ ΥΜΝΟΙ (Σύγχρονη Ελληνική)

1. Εἲς Διώνυσον (1)
2. Εἲς Δήμητραν
3. Εἲς Ἀπόλλωνα Δήλιον / Εἲς Ἀπόλλωνα Πύθιον
4. Εἲς Ἑρμῆν
5. Εἲς Ἀφροδίτην (1)
6. Εἲς Ἀφροδίτην (2)
7. Εἲς Διώνυσον (2)
8. Εἲς Ἄρεα
9. Εἲς Ἄρτεμιν (1) Εἲς Ἀφροδίτην (3)
10. Εἲς Ἀθηνᾶν
11. Εἲς Ἥραν
12. Εἲς Δήμητραν (2)
13. Εἲς Μητέρα Θεῶν
14. Εἲς Ἡρακλέα Λεοντόθυμον
15. Εἲς Ἀσκληπιόν
16. Εἲς Διοσκούρους
17. Εἲς Ἑρμῆν (2)
18. Εἲς Πᾶνα
19. Εἲς Ἥφαιστον
20. Εἲς Ἀπόλλωνα (2)
21. Εἲς Ποσειδῶνα
22. Εἲς Ὕπατον Κρονίδην
23. Εἲς Ἑστίαν
24. Εἲς Μούσας καὶ Ἀπόλλωνα
25. Εἲς Διόνυσον (3)
26. Εἲς Ἄρτεμιν (2)
27. Εἲς Ἀθήναν (2)
28. Εἲς Ἑστίαν (2)
29. Εἲς Γῆν Μητέρα Πάντων
30. Εἲς Ἥλιον
31. Εἲς Σελήνην
32. Εἲς Διοσκούρους (2)

 

Εἲς Διώνυσον

Άλλοι στο Δράκανον κι άλλοι στην ανεμόδαρτη Ικαρία
λένε, άλλοι στη Νάξο, ω θείο γένος ειραφιώτη,
κι άλλοι στον Αλφειό τον βαθυστρόβιλο
ότι σε γέννησε κυοφορώντας σε η Σεμέλη για τον Δία τον φιλοκέραυνο,
κι άλλοι στις Θήβες λένε ότι εσύ γεννήθηκες
ψευδόμενοι, ενώ σένα ο πατέρας των ανθρώπων και των θεών σε γέννησε
από τη λευκοχέρα Ήρα κρύβοντας σε, απ’ τους ανθρώπους μακριά.
Υπάρχει κάποια Νύση όρος ψηλό κατάφυτο από δάσος
απ’ τη Φοινίκη μακριά, σχεδόν στα ρείθρα της Αιγύπτου
Κι αγάλματα πολλά θα στήσουνε γι’ αυτόν μες στους ναούς.
Κι όταν στα τρία σε τεμάχισε, στις τριετηρίδες πάντοτε
θα θυσιάζουνε σε σένα οι άνθρωποι εκατόμβες τελεσφόρες.
Είπε και με τα μαύρα του τα φρύδια συγκατένευσε ο Κρονίων,
και τότε βόστρυχοι θεϊκοί κυμάτισαν απ’ του άνακτα
το αθάνατο κεφάλι, και τον μεγάλον Όλυμπο τον τράνταξε.
Έτσι μιλώντας πρόσταξε ο συνετός ο Ζεύς με το κεφάλι του.
Ελέησε μας ειραφιώτη γυναικομανή, κι εμείς οι αοιδοί
με σε αρχινώντας και τελειώνοντας υμνούμε, και δυνατόν δεν είναι
εσένα λησμονώντας ιερή ωδή να θυμηθούμε.
Έτσι κι εσύ λοιπόν χαίρε Διόνυσε ειραφιώτη
με τη μητέρα σου Σεμέλη που την καλούν και Θυώνη.

Εἲς Δήμητραν

Τη Δήμητρα τη σεβαστή καλλίκομη θεάν αρχίζω να εξυμνώ,
αυτήν και τη λυγεροπόδαρη τη θυγατέρα της που ο Αϊδωνεύς
την άρπαξε, και του την έδωσε ο βαρύγδουπος παντόπτης Ζευς,
όταν μακριά απ’ την χρυσοδρέπανη λαμπρόκαρπη τη Δήμητρα
έπαιζε με του Ωκεανού τις κόρες τις ορθόστηθες,
δρέποντας ρόδα, κρόκους κι άνθη κι όμορφους μενεξέδες
στον τρυφερό λειμώνα, σπαθόχορτα και υάκινθο
και νάρκισσο που ως δόλωμα τον βλάστησε για το κορίτσι
το ροδαλόμορφο η Γη με βούληση του Δία χάρη του πολυδέκτη,
θαυμάσιο άνθος που έθαλλε και θάμπωσε όσους τόβλεπαν
απ΄τους αθάνατους θεούς κι απ’ τους θνητούς ανθρώπους,
κι απ΄ρίζα του εκατό ξεφύτρωσαν βλαστάρια,
και σκόρπαε οσμή γλυκύτατη κι όλος ψηλά ο διάπλατος εγέλασε ουρανός
και σύμπασα η γη και το αλμυρό κύμα της θάλασσας.
Κι έκθαμβη αυτή τα δυο της χέρια τ’ άπλωσε
το πάγκαλο άθυρμα να πιάσει, κι άνοιξε η γη τότε η πλατύδρομη
στο Νύσιον όρμησε το πεδίον ο πολυδέγμων άρχοντας
ο ένδοξος γιός του Κρόνου με τ’ αθάνατα άλογα.
Κι αφού την άρπαξε άθελά της πάνω σε ολόχρυσο όχημα
την πήγαινε κλαμμένη, εκείνη τότε κραύγασε μρε δυνατή φωνή
καλώντας τον πατέρα της, τον άριστο και ύπατο του Κρόνου γιό.
Κανείς απ’ τους αθάνατους ούτε κανείς από τους θνητούς ανθρώπους
δεν άκουσε την φωνή, μήτε οι καλλίκαρπες ελιές,
μόνο του Πέρση η θυγατέρα που τρυφερά αισθανόταν
η Εκάτη η λαμπροκρήδεμνη άκουσε από το άντρο,
μαζί κι ο άναξ Ήλιος, ο λαμπρός γιός του Υπερίωνα,
την κόρη που καλούσε τον πατέρα της Κρονίδη, εκείνος όμως
μακριά και χώρια απ΄ τους θεούς στον πολυσύχναστο καθότανε ναό
δεχόμενος απ’ τους θνητούς ανθρώπους πλούσια αφιερώματα.
Κι αυτήν ακούσια οδήγαγε με προτροπή του Δία
ο πολυδέγμων άρχων των νεκρών πατράδερφος της
ο ένδοξος γιός του Κρόνου με τ’ αθάνατα άλογα.
Όσο λοιπόν τη γη και τον ορμητικό ιχθυοτρόφο πόντο
και τις αχτίδες του ήλιου, ήλπιζε ακόμη τη μητέρα της την ένδοξη
να ιδεί και των αθανάτων θεών το γένος,
τόσο μέσα στη θλίψη της τον νου της τον ξαπλάνευε η ελπίδα,
κορφές βουνών αντήχησαν και τα βαθιά του πόντου
απ’ την αθάνατη φωνή, και τη φωνή την άκουσε η σεβαστή μητέρα.
Άλγος πικρό κυρίεψε την καρδιά της, κι απ’ τα θεία μαλλιά
ξεσκίσε με τα χέρια της το κρήδεμνο,
και μαύρο κάλυμμα έρριξε στους ώμους,
κι ωσάν γεράκι όρμησε σε γη και θάλασσα
γυρεύοντας τη, όμως κανείς να της αποκαλύψει την αλήθεια
δεν ήθελε, ούτε απ’ τους θεούς ούτε από τους θνητούς ανθρώπους,
κι ούτε απ΄τους οιωνούς ήλθε κανείς αληθινός αγγελιοφόρος.
Ύστερα η σεβαστή Δηώ περιπλανιότανε στη γη εννέα ημέρες
στα χέρια της κρατώντας δάδες αναμμένες,
ούτε ποτέ αμβροσία και ούτε ποτέ νέκταρ ηδύποτο
δεν γεύτηκε θλιμμένη, ουτ’ έβαζε το σώμα στα λουτρά.
Αλλά σαν έφτασε την δέκατην ημέρα η φωτοφόρα Ηώς,
η Εκάτη την συνάντησε κρατώντας φως στα χέρια,
κι άγγελμα φέρνοντάς της μίλησε και είπε,
Σεβαστή Δήμητρα λαμπρόδωρη, συ η ωριμάστρια των καρπών,
ποιός απ΄τους ουρανίους θεούς κι απ΄τους θνητούς ανθρώπους
την Περσεφόνη άρπαξε και ράισε την καρδιά σου;
γιατί τη φωνή άκουσα, όμως δεν είδα με τα μάτια μου
ποιός ήτανε, σου λέω με συντομία την πάσα αλήθεια.
Έτσι λοιπόν είπε η Εκάτη, όμως σ’ αυτήν δεν αποκρίθηκε
της καλλίκομης Ρέας η θυγατέρα, αλλά γοργά μαζί της
έτρεξε μες στα χέρια της κρατώντας δάδες αναμμένες,
Και φτάσανε στον Ήλιο τον φρουρό θεών και ανθρώπων,
μπροστά στους ίππους στάθηκαν και η πάνσεπτη θεά τον ρώτησε,
Ήλιε, σεβάσου εμένα τη θεά, αν κάποτε εγώ
με λόγο ή μ’ έργο επράϋνα την καρδιά και την ψυχή σου.
Την κόρη αυτή τη γέννησα γλυκό φυντάνι με θωριά καμαρωτή
Άκουσα τον παντέρημο αιθέρα τη γοερή κραυγή της,
σαν να την εξανάγκαζαν, αλλ’ όμως με τα μάτια μου δεν είδα.
Όμως εσύ τον πόντο, κι όλη τη στεριά και τον αιθέρα
από ψηλά με τις αχτίδες που εποπτεύεις,
πες μου στ’ αλήθεια αν έχεις δει κάπου το προσφιλές μου τέκνο
που κάποιος μακριά μου αθέλητα της άρπαξε και πάει
κάποιος απ’ τους θεούς ή απ’ τους θνητούς ανθρώπους.
Έτσι, είπε, και σ΄ αυτήν ο γιός του Υπερίωνος αποκρίθη,
Της καλλίκομης Ρέας θυγατέρα ω Δήμητρα άνασσα
Θα μάθεις, γιατί σέβομαι πολύ και συμπονώ
Την βαριολυπημένη εσέ για το καλλίσφυρο παιδί σου, άλλος κανείς
απ’ τους αθάνατους δεν είναι ο αίτιος πάρεξ ο νεφεληγερέτης Ζευς,
που την παρέδωσε στον αδερφό του Άδη θαλερή του ομόκλινη
να του είναι, αυτός μες στ’ ομιχλώδες σκότος
αφού την άρπαξε την πήγαινε με τ’ άλογα ενώ εκείνη δυνατά ξεφώνιζε.
Αλλά θεά πάψε τον μέγα θρήνο, ούτε σου πρέπει
Ανώφελα έτσι να εξοργίζεσαι, μήτε για σένα ανάξιος
είναι ο γαμπρός μες στους αθάνατους ο άρχων των νεκρών ο Αϊδωνεύς
ο αδερφός και ομόσπορός σου, του έλαχε η τιμή
πρώτη φορά όταν έγινε η μοιρασιά στα τρία,
σε κείνους που μαζί τους κατοικεί του έλαχε ναναι ο άρχοντας τους.
Σαν μίλησε έτσι τ’ άλογα του κάλεσε κι αυτά στην πρoσταγή του
γοργόσυραν πλατύφτερα το ευκίνητο άρμα ως όρνεα,
τότε δεινότερο και πιο άγριο άλγος στην καρδιά της φώλιασε.
Έπειτα χολωμένη με το μαυρονέφελο του Κρόνου τέκνο
αφήνοντας τη σύναξη των θεών και τον πανύψηλο Όλυμπο
στις πόλεις και στους εύφορους αγρούς έφτασε των ανθρώπων
παίρνοντας για πολύ καιρό αλλιώτικη όψη, απ’ τους άνδρες
κι απ’ τις βαθύζωστες γυναίκες που την κοίταζαν κανείς τους δεν τη γνώρισε
μέχρι στο ανάκτορο να φτάσει του ανδρείου Κελεού
που τότε της ευώδους Ελευσίνας ήταν ο άρχοντας.
Και με θλιμμένη την ψυχή της κάθισε στο δρόμο
κοντά στο φρέαρ το Παρθένιον, όπου οι πολίτες έπαιρναν νερό
στη σκιά, που είχε φυτρώσει επάνωθε θάμνος ελιάς,
ολόιδια με πολύχρονη γριά, που πια από τοκετό
κι από της φιλοστέφανης της Αφροδίτης δώρα έχει αποκλεισθή,
παρόμοιες είναι και οι τροφοί για τα παιδιά των δίκαιων βασιλιάδων
και οι οικονόμες στα πολύβουα τ’ ανάκτορα.
Τότε την είδανε του Ελευσινίου Κελεού οι θυγατέρες
καθώς ερχόνταν για να φέρουνε το ευάντλητο νερό
με χάλκινες υδρίες στα πατρικά τους δώματα,
και οι τέσσερις ωσάν θεές στης νιότης τους το άνθος,
η Καλλιδίκη, η Κλεισιδίκη και η Δημώ η ελκυστική
και η Καλλιθόη, η πιο μεγάλη απ’ όλες που ήταν,
μα δεν την γνώρισαν, δύσκολο στους θνητούς να δούνε τους θεούς.
Κι αφού πλησίασαν της είπαν λόγια φτερωτά,
ποιά κι από που είσαι γριά, συ απ’ τους μακρόζωους ανθρώπους;
Γιατί μακριά απ’ την πόλη έμεινες και ούτε τις κατοικίες
πλησιάζεις; σε μέγαρα σκιερά εκεί γυναίκες βρίσκονται
της ίδιας ηλικίας με σε κι ακόμα νεώτερες σου,
που θα σου δείξουν την αγάπη τους με λόγια όσο και μ’ έργα.
Έτσι είπανε, και η πάνσεπτη θεά μ’ αυτά τα λόγια απάντησε,
παιδιά μου, όποιες κι αν είστε σεις από τις τρυφερόλιγνες γυναίκες
χαίρετε, εγώ θα σας τ’ αφηγηθώ, καθόλου δεν είν’ άπρεπο
απάντηση να δώσω αληθινή σε σας που με ρωτάτε.
Δως είναι τ’ όνομά μου, η σεβαστή μου τόδωσε μητέρα,
μόλις τώρα, περνώντας την πλατιά θάλασσα από την Κρήτη
ήλθα, χωρίς να θέλω, γιατί με βία κι εξαναγκασμό
μ’ άρπαξαν άνδρες πειρατές. Κι έπειτα αυτοί
στο Θορικό με γοργό πλοίο προσάραξαν, όπου γυναίκες της στεριάς
όλες μαζί ανεβήκανε και τότε εκείνοι
δείπνο ετοιμάσανε κοντά στου πλοίου τα παλαμάρια,
όμως εγώ δεν είχα καμιά όρεξη για γλυκό δείπνο,
και κρυφά ορμώντας μέσα από τη σκοτεινόμαυρη στεριά
ξέφυγα απ’ τους θρασείς αυθέντες, γιατί θέλαν
αφού με δώσουν, όχι βέβαια χωρίς λύτρα, να κερδίσουν.
Έτσι έφτασα εδώ περιπλανώμενη, δίχως να ξέρω
ποιός είναι αυτός ο τόπος και ποιοί τον κατοικούν.
Αλλά σε σας, όλοι που τα Ολύμπια εκείνα δώματα κατέχουν,
νόμιμους άνδρες είθε να σας δώσουνε και τέκνα να γεννήσετε
όπως τα θέλουν οι γονείς, εμένα πάλι κόρες λυπηθείτε με
να φτάσω ευπρόσδεκτη, ω παιδιά μου, σε μια κατοικία
ανδρός και γυναικός, για να εργασθώ σ’ αυτούς
πρόθυμη να προσφέρω έργα υπερήλικης γυναίκας,
και νεογέννητο παιδί κρατώντας το στην αγκαλιά
καλά θ’ ανάθρεφα και δώματα θα επιτηρούσα
και θα ΄στρωνα στο βάθος των καλόχτιστων θαλάμων το κρεβάτι
του νοικοκύρη, και θα επόπτευα τις γυναικείες δουλειές.
Έτσι είπεν η θεά, κι ευθύς της αποκρίθηκε το ανύπαντρο κορίτσι
η Καλλιδίκη, η πιο όμορφη απ’ τις θυγατέρες του Κελεού,
Κυρούλα, ο,τι οι θεοί μας δίνουνε και λυπημένοι ακόμα
οι άνθρωποι εμείς τα υπομένουμε, γιατί είναι παντοδύναμοι.
Αυτά ξεκάθαρα θα πω σε σένα, και θα ονοματίσω
τους άνδρες που πολύ τιμούνται εδώ
και του λαού είναι προύχοντες, και τα οχυρά της πόλης
έχουν σωθεί με τις βουλές και με τις δίκαιες κρίσεις τους.
Τ’ όνομα του Τριπτόλεμου του συνετού και του Διόκλου
και του Πολύξεινου και του αξιέπαινου Ευμόλπου
και του Δολίχου και του θαρραλέου πατέρα μας
όλων αυτών οι σύζυγοι φροντίζουνε τα σπίτια,
ούτε κανένας απ΄αυτούς που θα σε πρωτοδεί
θα σε περιφρονήσει κι απ’ το σπίτι θα σε διώξει,
αλλά θα σε καλοδεχτούν, γιατί είσαι όμοια με θεά.
Αν όμως θες, περίμενε να πάμε στου πατέρα
τ’ ανάκτορα και στη βαθύζωνη μητέρα μας Μετάνειρα
λεπτομερώς τα πάντα να της πούμε, κι αν τούτη σε καλέσει
νάρθεις στο σπίτι το δικό μας, σε άλλων μην ψάξεις σπίτια.
Μες στο καλόχτιστο τ’ ανάκτορο ακριβός γιός
στερνόπαιδο ανατρέφεται, πολύ ακριβό κι αγαπημένο.
Αν βέβαια το ανάθρεψες εσύ και στην ακμή της ήβης έφτανε
Όποια κι αν σ’ έβλεπεν από τις τρυφερές γυναίκες, εύκολα
θα ζήλευε, τόση αμοιβή θα σου δινόταν.
Έτσι είπανε, κι αυτή με το κεφάλι συγκατάνευσε και κείνες τα στιλπνά
γεμίζοντας νερό αγγεία τα σήκωναν καμαρωτές.
Γρήγορα φτάσαν στου πατέρα τους τ’ ανάκτορο κι αμέσως στη μητέρα
Είπαν ό,τι είδαν κι άκουσαν. Εκείνη τότε στη στιγμή
τις προέτρεψε να την καλέσουν με απεριόριστο μισθό.
Κι αυτές, όπως λαφίνες ή δαμάλες σε έαρος εποχή
πηδάνε στο λιβάδι αφού κορέσαν την καρδιά τους με τροφή,
ανασηκώνοντας των θελκτικών εσθήτων τις πτυχές
τρέξαν στον αμαξόδρομο ενώ γύρω στους ώμους
κυμάτιζαν, όμοια κροκόχρωο άνθος, τα μαλλιά τους.
Και τη θεά την ένδοξη συνάντησαν στο δρόμο εκεί ακριβώς
που την αφήσαν, κι έπειτα στ’ ανάκτορα τα πατρικά
πορεύτηκαν, κι εκείνη πίσωθε με λυπημένη την ψυχή της
περπάταε σκεπασμένη απ΄την κορφή ως τα νύχια, και κατάμαυρο
πέπλο γύρω απ’ τα πόδια της θεάς τα λυγερά κυμάτιζε.
Κι ευθύς φτάσαν στ’ ανάκτορα του θεϊκού Κελεού,
περάσανε στην αίθουσα, όπου η σεπτή μητέρα τους
κοντά στο στύλο κάθονταν της καλοκαμωμένης στέγης
έχοντας στην αγκάλη της το νέο βλαστάρι, το παιδί της, τότε αυτές
σιμά της τρέξαν, κι η θεά πάτησε στο κατώφλι, και στη σκεπή
έφτανε το κεφάλι της και φως θεϊκό πλημμύρισε τη θύρα.
Ντροπή σέβας και δέος πελιδνό κυρίεψε τη μητέρα,
δίφρο της πρόσφερε και την προτρέπει να καθίσει.
Όμως η ωριμάστρια των καρπών η Δήμητρα η λαμπρόδωρη
δεν ήθελε στο στιλπνό δίφρο να καθίσει,
αλλ’ έμενε άφωνη ρίχνοντας χαμηλά τα ωραία της μάτια,
έως ότου η έμπιστη Ιάμβη της προσέφερε
στέρεο σκαμνί και πάνω του έστρωσε αργυρόστιλπνη προβιά.
Εκεί σαν κάθησε κράτησε μπρος της με τα χέρια την καλύπτρα,
για πολλήν ώρα αμίλητη και λυπημένη κάθονταν στο δίφρο,
ούτε καλοχαιρέτησε κανέναν καν με λόγο ή κάποια κίνηση,
μα αγέλαστη ολονήστικη από τροφή κι από νερό
καθόταν λειώνοντας απ’ τον καημό της θυγατέρας της βαθύζωνης,
μέχρι που με τ’ αστεία της η έμπιστη Ιάμβη
και τα πολλά της σκώμματα κατάφερε την πάναγνη κυρά
σε γέλια να ξεσπάσει και ν’ αποκτήσει ευχάριστη διάθεση,
αλλά κι αργότερα πάλι με τέτοια την ευχαριστούσε.
Τότε η Μετάνειρα της δίνει κύπελλο, γλυκό κρασί
γεμίζοντάς το, όμως αυτή τ’ αρνήθηκε, γιατί της είπε θεμιτό δεν είναι
να πίνει κόκκινο κρασί, και ζήτησε κριθάλευρο και ύδωρ
αφού αναμείξουν με καλοτριμμένο δυόσμο να της δώσουνε να πιεί.
Κι εκείνη όταν ετοίμασε τον κυκεώνα, στη θεά τον πρόσφερε ως επρόσταξε,
κι αφού κατά τα θέσμια τον δέχτηκε η πολυσέβαστη Δηώ
τότε μ’ αυτούς τους λόγους άρχισε η καλλίζωστη Μετάνειρα,
Χαίρε γυναίκα, εσύ που ελπίζω νασαι από καλούς γονιούς
κι όχι κακούς, γιατί στα μάτια σου διακρίνεται η σεμνότητα
και η χάρη, όπως στων δίκαιων βασιλιάδων.
Αλλ’ οι θεοί ό,τι δίνουνε και λυπημένοι εμείς ακόμα
οι άνθρωποι τα υπομένουμε, γιατί ζυγός σκλαβιάς μας σφίγγει τον αυχένα.
Τώρα που έφτασες εδώ, θα ανατεθούν σ’ εσέ, όσα σε μένα ανήκουν.
Ανάθρεψέ μου τούτο το παιδί, το στερνοπαίδι και το ανέλπιστο
που μούδωσαν οι αθάνατοι και είναι χιλιάκριβο για μένα.
Αν το μεγάλωνες εσύ και στην ακμή της ήβης έφτανε
Όποια κι αν σ’ έβλεπε από τις τρυφερές γυναίκες εύκολα
θα ζήλευε, τόση αμοιβή θα σου δινόταν.
Τότε σ’ αυτή πάλι αποκρίθηκεν η Δήμητρα η ευστέφανη,
και συ κυρά ναχεις χαρά μεγάλη κι οι θεοί ας σου δίνουν αγαθά.
Πρόθυμα το παιδί σου θ’ αναλάβω, ως με προτρέπεις,
θα το αναθρέψω ελπίζω δίχως τις πονηρίες τροφού
κι ούτε μαγγάνιες και βοτάνια θα το βλάψουν,
γιατί γνωρίζω αντίδοτο πιο δραστικό για το κακό,
γνωρίζω την κατάλληλη προφύλαξη από γητειά ολέθρια.
Έτσι αφού μίλησε, στο ευωδιαστό της στήθος το παιδί
κράτησε με τα αθάνατά της χέρια, και η ψυχή χάρηκε της μητέρας.
Έτσι του γενναιόφρονα Κελεού τον λαμπρό γιο
τον Δημοφώντα, που η καλλίζωστη Μετάνειρα τον γέννησε,
εκείνη τον ανάθρεψε στ’ ανάκτορα, κι αυτός μεγάλωνε όμοιος με θεό.
δεν έτρωγε τροφή, ούτε μητέρας γάλα θήλαζε
η Δήμητρα τον έχριε μ’ αμβροσία σαν ναχε γεννηθή από θεό
γλυκά φυσώντας τον καθώς τον κράταγε στην αγκαλιά,
τις νύχτες όμως σαν δαυλό τον έκρυβε μες στη φωτιά
κρυφά από τους γονιούς του, ήσαν γι’ αυτούς μεγάλο θαύμα
το πόσο αναπτυσσότανε κι έμοιαζε τέλεια στους θεούς.
Και θα τον έκαμνε κι αγέραστο κι αθάνατο
αν η καλλίζωστη Μετάνειρα στην αφροσύνη της
τη νύχτα απ’ τον ευώδη θάλαμό της καιροφυλακτώντας
δεν ταβλεπε, έσκουξε κι έπληξε τότε τους μηρούς
φοβούμενη για το παιδί τυφλώθη από σφοδρό θυμό.
Κι ύστερα ολοφυρμένη λόγια φτερωτά ξεστόμισε,
τέκνο μου Δημοφών εσένα η ξένη αυτή μες σε τρανή φωτιά σε κρύβει,
κι εμένα μες σε γόο με ρίχνει και σ’ ολέθριες λύπες.
Έτσι είπε κλαίγοντας, και η πάνσεπτη θεά την άκουσε.
Τότε μ’ αυτήν η καλλιστέφανη Δήμητρα χολωμένη
το ανέλπιστο, που γέννησε στ΄ανάκτορα παιδί της,
με χέρια αθάνατα το απόθεσε στο δάπεδο
τραβώντας το απ’ τη φωτιά σφοδρά οργισμένη,
και είπε συγχρόνως στην καλλίζωστη Μετάνειρα,
άνθρωποι ανόητοι και άφρονες, ούτε του επερχόμενου καλού
ούτε και του κακού την μοίρα είστε ικανοί να προνοήσετε,
γι’ αυτό και συ πολύ ζημιώθηκες από την αφροσύνη σου.
Και μάρτυς μου ο όρκος των θεών στ’ αμείλικτο ύδωρ της Στυγός
θάκανα αθάνατο κι αγέραστο για πάντα
το προσφιλές παιδί σου κι άφθαρτη θα τούδινα τιμή,
τώρα δεν θα αποφύγει συμφορές και θάνατο.
Αλλ’ όμως άφθαρτη τιμή του θαναι πάντα, που στα γόνατα
κάθησε τα δικά μου κι εκοιμήθη στην αγκάλη μου.
Στην εποχή του ενώ θάρχονται και θα φεύγουνε τα χρόνια
των Ελευσινίων τα παιδιά φοβερές μάχες και πολέμους
θα ξεσηκώνουν μεταξύ τους πάντοτε.
Η πολυτίμητη είμαι η Δήμητρα, η πιο μεγάλη
σε αθάνατους και σε θνητούς ωφέλεια κι ευχαρίστηση,
Εμπρός λοιπόν ναό μεγάλο και βωμό κάτω απ’ αυτόν
για μένα ας χτίσει ο λαός κάτω απ’ την πόλη και το απότομα το τείχος
απάνω απ’ την Καλλίχορη πηγή στο λόφο που δεσπόζει,
και τότε η ίδια εγώ τελετουργίες θα υποδειθώ ώστε έπειτα
εσείς με αγνότητα θυσιάζοντας θα εξευμενίσετε το νου μου.
Έτσι αφού μίλησε η θεά το ανάστημα και τη μορφή της άλλαξε
τα γηρατειά αποδιώχνοντας, κι ολόγυρά της ομορφιά κυμάτιζε,
θεσπέσια οσμή απ΄τα πέπλα της τα ευωδιαστά
σκορπίζονταν, και της θεάς το αθάνατο κορμί ως πέρα
εφεγγοβόλαε και σκεπάζανε τους ώμους τα ξανθά μαλλιά,
και λάμψη σαν από αστραπή γέμισε το καλοχτισμένο δώμα.
Βγήκε απ΄τα ανάκτορα και τότε της Μετάνειρας μεμιάς τα γόνατα
Λυθήκανε, κι ώρα πολλή παρέμεινε άλαλη, και το παιδί ούτε καν
Σκέφτηκε το χιλιάκριβο να το σηκώσει από το δάπεδο.
Τότε οι αδερφές του τη σπαραχτική φωνή του άκουσαν
και πήδηξαν απ’ τις καλοστρωμένες κλίνες, έπειτα η μιά
παίρνοντας το παιδί στα χέρια τόκρυψε στον κόρφο της,
η άλλη άναψε φωτιά κι η Τρίτη έσπευσε με πόδια ελαφροπάτητα
να βγάλει τη μητέρα απ’ τον ευώδη θάλαμο.
Κι αφού μαζεύτηκαν τριγύρω απ’ το παιδί που σπαρταρούσε, τόλουζαν
γεμάτες τρυφερότητα, μα του παιδιού η ψυχή δεν ηρεμούσε
γιατί το βάσταγαν αδέξιες τροφοί και παραμάνες.
Κι αυτές όλη τη νύχτα εξευμενίζανε την ένδοξη θεά
τρέμοντας από φόβο, κι όταν φάνηκε η αυγή
είπαν στον κρατεό Κελεό την όλη αλήθεια,
για όσα παράγγειλεν η Δήμητρα η καλλιστέφανη θεά.
Κι εκείνος σε συνάθροιση αφού κάλεσε όλο τον γύρω λαό
πρόσταξε πλούσιο ναό για την ωραιόμαλλη τη Δήμητρα
να χτίσουν, και βωμό πάνω στο λόφο που δεσπόζει.
Κι όλοι τους πείσθηκαν ευθύς και υπάκουσαν στα λόγια του,
κι έκαναν ό,τι πρόσταξε, κι ο ναός υψώνονταν με τη θεϊκή βουλή.
Μόλις αυτοί τελειώσανε κι απόδιωξαν τον κάματο
Καθένας κίναε για το σπίτι του, μα η ξανθομάλλα Δήμητρα
έμεινε καθισμένη εκεί απ’ όλους τους αθάνατους μακριά
να λειώνει απ’ τον καημό της θυγατέρας της βαθύζωστης.
Τότε άγονη και ολέθρια χρονιά στην πολυθρέφτρα γη
για τους ανθρώπους έκαμε, κι ούτε το έδαφος
φύτρωνε σπόρο, γιατί η Δήμητρα η ευστέφανη τον έκρυβε.
Πολλά καμπύλα αλέτρια μάταια τα βόδια τράβαγαν στη γη,
πολύ λευκό κριθάρι έπεσε άχρηστο στο χώμα.
Και θα εξαφάνιζε ασφαλώς το γένος όλο των φθαρτών ανθρώπων
με φοβερό λιμό, και το λαμπρό προνόμιο δώρων και θυσιών
θα το στερούσεν απ’ αυτούς που κατοικούν τα Ολύμπια ανάκτορα,
εάν ο Ζευς δεν το εννοούσε και δεν το συλλογιόταν.
Και πρώτα τη χρυσόφτερη την Ίριδα πρόσταξε να φωνάξει
την ωραιομάλλα Δήμητρα με τη θωριά την πολυπόθητη.
Έτσι είπε, τότε αυτή στον μαυρονέφελο του Κρόνου γιο τον Δία
πειθάρχησε και με τα πόδια της γοργά το διάστημα διέτρεξε.
Κι ήλθε στην πόλη της ευωδούς Ελευσίνας,
και βρήκε τη μαυρόπεπλη Δήμητρα στο ναό,
και προσφωνώντας τη της είπε λόγια φτερωτά
Δήμητρα σε καλεί ο πατέρας Ζευς τ΄άφθαρτα που γνωρίζει
να ρθεις κοντά στο γένος των αθανάτων θεών.
Έλα, μη κι ανεκτέλεστη απομείνει η προσταγή που μου δωσεν ο Ζευς.
Έτσι ικετεύοντας εμίλησε, μα εκείνης δεν της λύγισε η καρδιά.
Έπειτα τους ευδαίμονες θεούς τους πάντοτε παρόντες ο πατέρας
όλους τους έστειλε, κι αυτοί ένας-ένας που πήγαιναν
την προσκαλούσαν και της πρόσφεραν πλούσια δώρα,
κι όσες τιμές αν θα θελε θα χε μες στους αθανάτους,
αλλά κανείς να της γυρίσει το μυαλό δεν μπόραγε κι ούτε τη γνώμη
γιατί ήταν χολωμένη και με πείσμα αρνιόταν τις προτάσεις,
και είπε πως πια στον εύοσμο Όλυμπο ποτέ της
δεν θα ανέβει, κι ούτε ποτέ καρπό θα δώσει η γης,
προτού αντικρύσει την ωραιόφθαλμή της κόρη.
Όμως αυτό σαν άκουσε ο βροντερός ο παντεπόπτης Ζευς
στο Έρεβος τον χρυσόραβδο Αργειφόντην έπεμπε,
να ξεπλανέψει με γλυκά λόγια τον Άδη
και την αγνή την Περσεφόνη απ’ το κατάμαυρο σκοτάδι
στο φως να ξαναφέρει στους θεούς κοντά, για να ‘παυε η μητέρα,
όταν την έβλεπε με τα ίδια της τα μάτια, την οργή.
Κι ο Ερμής πειθάρχησε κι ευθύς στης γης τα τρίσβαθα
βιαστικά κατέβηκε αφήνοντας την κατοικία του Ολύμπου.
Τότε συνάντησε τον άρχοντα μέσα στ’ ανάκτορά του
στην κλίνη του να κάθεται κοντά στην ντροπαλή του σύζυγο
που δυσαρεστημένη ήταν πολύ απ’ τον καημό για την μητέρα της,
εκείνη όμως μακριά για των μακάριων θεών τις πράξεις μηχανεύονταν κακά.
Κι αφού κοντοπλησίασε ο κρατερός Αργεϊφόντης είπε,
ω Άδη μαυρομάλλη στους νεκρούς εσύ που βασιλεύεις,
ο πατήρ Ζευς επρόσταξε απ’ το Έρεβος
τη λαμπρή Περσεφόνη ν’ ανεβάσεις στους αθάνατους,
για να ‘παυε η μητέρα σαν την έβλεπε με τα ίδια της τα μάτια
τον φοβερό θυμό και την οργή για τους αθάνατους, γιατί μέγα κακό
σχεδιάζει ν’ αφανίσει την αδύναμη φυλή των χοϊκών ανθρώπων
κρύβοντας μες στη γη το σπόρο κι αφαιρώντας έτσι τις τιμές
για τους αθανάτους. Έχει άγρια οργή, ούτε με τους θεούς
αναμειγνύεται, αλλά μακριά στο βάθος του εύοσμου ναού
κάθεται την πετρώδη πόλη εξουσιάζοντας της Ελευσίνας.
Έτσι είπε, κι ο άρχοντας των υπογήινων Αιδωνεύς μειδίασε
σαλεύοντας τα φρύδια, και στου Δία την εντολή πειθάρχησε.
Κι αμέσως πρότρεψε τη γνωστική την Περσεφόνη,
πήγαινε Περσεφόνη στην μαυρόπεπλη μητέρα σου
έχοντας μες στα στήθια σου ήπια οργή και διάθεση
κι ούτε περίσσια να σαι δύσθυμη περισσότερο απ’ τους άλλους.
Εγώ μες στους αθανάτους δεν θα σου είμαι σύζυγος ανάξιος,
αδερφός γνήσιος του πατρός σου Δία, εδώ σαν μένεις
στα πάντα σε όσα ζούνε και κινούνται θα δεσπόζεις,
και τιμές θα χεις μέγιστες μες στους αθάνατους,
για πάντα απ’ όσους σ’ αδικήσανε θα τιμωρούνται εκείνοι
που δεν θα εξευμενίσουν την οργή σου με θυσίες
τελώντας τες με αγνότητα και δώρα πρέποντα προσφέροντας.
Αυτά είπε, τότε η Περσεφόνη η συνετή αναγάλιασε
κι ορμητικά πήδηξε από χαρά, όμως αυτός
της έδωκε κρυφά να γάει γλυκό σπυρί ροδιού
τραβώντας την παράμερα, για να μη μείνει αυτή για πάντα
κοντά στη σεβαστή Δήμητρα τη μαυρόπεπλη.
Κι έζευξε τότε μπρος στο ολόχρυσο άρμα
τ’ αθάνατα άλογα ο άρχων των νεκρών ο Αιδωνεύς.
Και στο άρμα ανέβηκαν εκείνη και δίπλα ο κρατερός Αργεϊφόντης
παίρνοντας το μαστίγιο και τα ηνία στα χέρια του
όρμησε μες από τα ανάκτορα, και τ’ άλογα με προθυμία πετάξαν.
Και διάνυσαν γοργά τους μακριούς δρόμους, κι ούτε η θάλασσα
και το νερό των ποταμών, ούτε τα χλοερά φαράγγια
ούτε οι βουνοκορφές ανέκοψαν των αθανάτων ίππων την ορμή,
αλλ’ από πάνω τους πετώντας σχίζαν τον πυκνό αγέρα.
Κι ο Ερμής στάθηκε εκεί που η Δήμητρα η ευστέφανη περίμενε
μπροστά στον εύοσμο ναό, και κείνη βλέποντας τους
όρμησε σα μαινάδα απ’ το βουνό μες σε βαθύσκιο δάσος.
Και η Περσεφόνη απ’ τ’ άλλο μέρος, όταν είδε
τα όμορφα μάτια της μητέρας της, άλογα και άρμα παρατώντας
έτρεξε, και στο λαιμό της έπεσε αγκαλιάζοντας την,
κι εκείνη ενώ στα χέρια ακόμα κράταγε το προσφιλές παιδί της
αιφνίδια ο νους της καταπαύοντας ξαφνικά ρώτησε,
Τέκνο μου μη και γεύτηκες όσο εκεί κάτω ήσουν
κάποια τροφή; Μίλα, μη μου το κρύβεις, για να ξέρουμε κι οι δυο,
γιατί αν δεν γεύτηκες κι ανέβηκες από τον μισητό Άδη
κοντά μου και στον μαυρονέφελο πατέρα τον Κρονίωνα
θα μείνεις τιμημένη μέσα σ’ όλους τους αθανάτους.
Αλλιώς, ξαναγυρίζοντας στα τρίσβαθα της γης
θα κατοικείς εκεί τη μια εποχή από τις τρεις του χρόνου,
ενώ τις άλλες δυο κοντά μου και στους άλλους αθανάτους.
Κι όποτε η γης απ’ άνθη ευωδιαστά ανοιξιάτικα
κάθε λογής θ’ ανθοβολάει, τότε απ’ το ολόμαυρο σκοτάδι
πάλι για τους θεούς και τους ανθρώπους θ’ ανεβαίνεις μέγα θαύμα.
Και με τι δόλο σ’ εξαπάτησε ο κρατερός ο Πολυδέγμων;
και σ’ αυτήν πάλι απάντησε η Πεσεφόνη η πάγκαλη,
λοιπόν μητέρα θα σου πω την όλη αλήθεια,
όταν σ’ εμένα ήρθε ο Ερμής ταχύς σωτήριος αγγελιοφόρος
απ’ τον πατέρα μου Κρονίδη και τους λοιπούς επουράνιους
να με τραβήξει απ’ το Έρεβος, και σαν με δεις με τα ίδια σου τα μάτια
να πάψεις το θυμό και την φριχτή σου οργή για τους αθάνατους,
τότες εγώ πήδηξα από χαρά, κι έπειτα αυτός κρυφά
στο χέρι μου βαλε σπυρί ροδιού, μελίγευστη τροφή,
και μ’ εξανάγκασε να το γευθώ με βία κι άθελά μου.
Το πως με του πατέρα μου Κρονίδη τη σοφή βουλλη αρπάζοντάς με
με τράβηξε και πήγε μες στης γης τα τρίσβαθα,
θα σου το αποκαλύψω κι όλα θα σου τα πω, αφού ρωτάς.
Εμείς όλες μαζί μέσα στο περιπόθητο λιβάδι
η Ηλέκτρα, η Λευκίππη και η Φαινώ και η Ρόδεια
η Ιάνθη, η Καλλιρόη, η Ιάχη και η Τύχη
η Ιάνειρα, η Μελίτη, η Χρυσηίς, η Ακάστη
και η Μηλόβασις, η Άδμητη και η ροδόχροη Ωκυρόη
η Πλουτώ, η Στυξ και η Ροδόπη, η θελκτική η Καλυψώ
η Ουρανία και η Γαλαξαύρα η ευπρόσδεκτη
και η Παλλάς η εγερσιμάχα και η τοξότρια Άρτεμις
επαίζαμε και με τα χέρια δρέπαμε άνθη ποθητά
τρυφερό κρόκο και μαζί σπαθόχορτο και υάκινθο
τριανταφυλλιάς μπουμπούκια και λευκόκρινα, θαύμα να βλέπεις,
και νάρκισσο που βλάστησεν όμοιο με κρόκο ο απέραντος ο τόπος.
Ευθύς εγώ από χαρά τον έδρεψα, και τότε η γης
κάτω υποχώρησε, κι ο κρατερός ο πολυδέγμων άρχοντας πήδηξε πάνω
και πήγε φέροντάς με κάτω από τη γη με ολόχρυσο άρμα
χωρίς καθόλου να το θέλω, και με φωνή αναβοήσα δυνατή.
Αν κι αναστατωμένη, όλα μου αυτά στα λέω στ’ αλήθεια.
Και τότε όλη τη μέρα ίδια διάθεση έχοντας κι οι δυο
η μια της άλλης την ψυχή και την καρδιά θερμαίναν
ενώ σφιχταγκαλιάζονταν κι αναπαυόταν η ψυχή απ’ τα βάσανα.
Και η μια στην άλλη δίνανε και δέχονταν χαρές.
Τότε κοντά τους ήρθε η λαμπροκρήδεμνη Εκάτη,
αυτή πολύ αγάπησε της αγνής Δήμητρας την κόρη,
τούτη η βασίλισσα έκτοτε έγινε προστάτρια και οπαδός της.
Τότε σ’ αυτές αγγελιοφόρον έστειλε ο βροντώδης παντεπόπτης Ζευς
τη Ρέα την καλλίκομη, για να οδηγήσει τη μαυρόπεπλη μητέρα
στο γένος των θεών, και υποσχέθηκε τιμές
να δώσει, όσες κι αν θα θελε μες στους αθάνατους θεούς,
και συγκατένευσε στη διάρκεια του έτους να ναι η κόρη
κατά το τρίτο μέρος του κάτω στ’ ολόμαυρο σκοτάδι
και στ’ άλλα δυο να ναι μαζί με τη μητέρα και τους άλλους αθανάτους.
Έτσι είπε, κι η θεά στ’ αγγέλματα του Δία δεν απείθησε.
Κι αμέσως γοργοδρόμησε απ’ τις κορφές του Ολύμπου
και ήρθε στο Ράριο, μαστό της γης ζωοδότη άλλοτε,
αλλά όμως τώρα πια δεν είναι ζωογόνο μα χερσότοπος
στέκεται δίχως φύλλα, έκρυβε το κριθάρι το λευκό
με της ομορφοστράγαλης Δήμητρας τη βουλή, αλλ’ όμως έπειτα
μέλλονταν να φουντώσει ξαφνικά με στάχυα ορθόλιγνα
όσο θα προχωρούσε η άνοιξη και στην πεδιάδα οι εύφοροι αγροί
θα γέμιζαν με στάχυα, που θα δένονταν με καλαμόσχοινα.
Εδώ πάτησε πρώτα απ’ τον απέραντο αιθερα,
Αλληλοκοιταχτήκανε με αγάπη και αναγάλλιασαν βαθιά τους.
Και τότε αυτά της είπε η Ρλεα η λαμπροκρήδεμνη,
τέκνο μου έλα, σε καλεί ο βροντώδης παντεπόπτης Ζευς
να ρθεις στο γένος των αθάνατων, και υποσχέθηκε τιμές
να δώσει, όσες κι αν θα θελες μες στους αθάνατους θεούς.
Και συγκατένευσε στη διάρκεια του έτους να ναι η κόρη σου
κατά το τρίτο μέρος του κάτω στ’ ολόμαυρο σκοτάδι,
και στ’ άλλα δυο μαζί σου και μαζί με τους αθάνατους τους άλλους.
Έτσι είπε ότι θα γίνουν, και με την κεφαλή του συγκατένευσε.
Τέκνο μου εμπρός, πειθάρχησε, κι ας μη τόσο πολύ
είσαι οργισμένη αδιάκοπα με τον μελανοσύννεφο Κρονίωνα,
κι αύξησε τον καρπό τον ζωοδότη στους ανθρώπους γρήγορα.
Έτσι είπε, και η ευστέφανη Δήμητρα δεν απείθησε
και γρήγορα ξανάδωσε καρπό απ’ τα εύφορα χωράφια.
Και τότε η απέραντη όλη η γης με φύλλα και άνθη
εγέμισε, κι αυτή πηγαίνοντας στους δίκαιους βασιλιάδες
έδειξε στον Τριπτόλεμο και στον ιππέα τον Διοκλή
και στον πανίσχυρο Εύμολπο και στον ηγέτη του λαού Κελεό,
τις ιεροπραξίες, κι αποκάλυψε σ’ όλους αυτούς
και στον Τριπτόλεμο και στον Πολύξενο καθώς και στον Διοκλή
τα πάνσεπτα όργια, που κανείς δεν πρέπει να ερευνά κι ούτε να παραβαίνει,
ούτε να τα κοινολογεί, γιατί το μέγα σέβας στους θεούς δένει τη γλώσσα.
Ευτυχής όποιος από τους γήινους ανθρώπους τα χει δει,
ο αμύητος όμως στα ιερά και ο αμέτοχος δεν έχει όμοια
μοίρα ακόμα και νεκρός στο μουχλιασμένο σκότος.
Μόλις αυτά συμβούλεψε όλα η πάνσεπτη θεά,
οι δυο τους κίνησαν να παν’ στον Όλυμπο στων άλλων θεών τη σύναξη.
Κι εκεί μένουν κοντά στον Δία τον φιλοκέραυνο
σεβάσμιες κι αξιότιμες, τρισόλβιος απ΄τους γήινους ανθρώπους
αυτός που εκείνες αγαπούν αληθινά,
ευθύς τότε του στέλνουνε στον οίκο του τον Πλούτο,
που δίνει στους θνητούς ανθρώπους περιουσία.
Όμως ελάτε σεις που τον λαό της αρωματισμένης Ελευσίνας κυβερνάτε
και την περίβρεχτη Πάρο και τον πετρώδη Αντρώνα,
σεβάσμια λαμπρόδωρη καρποφόρα ω Δηώ βασίλισσα
εσύ και η πάγκαλή σου κόρη Περσεφόνη
για χάρη τούτης της ωδής ευνοϊκές χαρίστε βίον ευχάριστον.
Όμως εγώ και με άλλο μου άσμα θα σε μνημονεύσω.

Εἲς Ἀπόλλωνα Δήλιον

Τόν ᾿Απόλλωνα φέρνω στό νοῦ καί δέν ξεχνῶ, τό μακροβόλο,
πού κι οἱ θεοί τόν τρέμουνε σάν φτάνει στ᾿ ἀνάκτορο τοῦ Δία,
κι ὅλοι εὐθύς σηκώνονται ἀπό τά ἕδρανα καθώς σιμώνει
καί τ᾿ ἀστραφτερά τόξα του τεντώνει .
Μόνο ἡ Λητώ στόν φιλοκέραυνο πλάϊ το Δία μένει.
Τή χορδή χαλαρώνει καί τήν φαρέτρα σφαλεῖ.
Μέ τά χέρια της ἀπ᾿ τούς ρωμαλέους ὤμους τό τόξο κατεβάζει
καί τό κρεμᾶ στοῦ πατρικοῦ κίονα πάσσαλο χρυσό
καί σέ θρονί τόν ὁδηγεί.
Κι ὁ πατέρας καλωσορίζοντας τόν ἀγαπημένο γυιό
νέκταρ τοῦ δίνει σέ κύπελλο χρυσό.
Τότε καθίζουν ὁλόγυρα κι οἱ ἄλλοι θεοί.
Καί χαίρεται ἡ σεβαστή Λητώ πού ᾿καμε γυιό τοξοφόρο καί ἰσχυρό.
Χαῖρε Λητώ μακαριστή, πού γέννησες τέκνα λαμπρά
τόν ἄνακτα ᾿Απόλλωνα καί τήν τοξεύτρα ῎Αρτεμη
αὐτήν στήν ᾿Ορτυγία καί κεῖνον στήν πετρώδη Δῆλο,
πλαγιασμένη σέ ὅρος ψηλό, στόν Κύνθιο λόφο
δίπλα σέ φοινικιά, στά ρεῖθρα τοῦ ᾿Ινωποῦ.
Μά πῶς νά σέ ὑμνήσω πολυτραγουδισμένε μου;
Χάρη σέ σένα Φοῖβε ἔγινε ἡ ὠδή κανόνας παντοῦ
στή στεριά τή δαμαλοτρόφα καί στά νησιά.
᾿Σένα πού τέρπουν οἱ βίγλες κι οἱ ἀκροκορφές
καί τῶν ψηλῶν βουνῶν οἱ ποταμοί στή θάλασσα σάν πέφτουν
κι οἱ ἀκτές στό κῦμα πού ἀκουμποῦν,
καί τά λιμάνια τῆς θαλάσσης.
Χάρμα τῶν ἀνθρώπων!
Πῶς σέ γέννησε ἡ Λητώ σάν πλάγιασε στοῦ Κύνθου τό ὅρος
πάνω στό πετρόνησο, τή Δῆλο τήν περίβρεχτη:
Μαῦρο κύμα ἀπ᾿ τίς δυό μεριές ἔδερνε τή στεριά
κι οἱ ἄνεμοι σφυρίζαν.
Από δῶ λοιπόν κινῶντας, βασιλεύεις σ᾿ ὅλους τούς θνητούς.
Κι ὅσους ἡ Κρήτη ἐντός της ἔχει κι ὁ δῆμος τῆς ᾿Αθήνας
καί τό νησί τῆς Αἴγινας κι ἡ καραβοξακουσμένη Εὔβοια
κι οἱ Αἰγές, οἱ Εἰρεσίες,
ἡ παράλια Πεπάρηθος κι ὁ θρακικός ὁ ῎Αθως,
τοῦ Πηλίου οἱ ἀκροκορφές κι ἡ Σαμοθράκη,
τῆς ῎Ιδης τά βαθύσκια ὅρη,
ἡ Σκῦρος καί ἡ Φώκαια,
τ᾿ ἀπόκρημνο τῆς Αὐτοκάνης ὅρος,
ἡ ῎Ιμβρος ἡ καλοχτισμένη, ἡ Λῆμνος ἡ ὀμιχλώδης
καί ἡ πανίερη Λέσβος, ἕδρα τοῦ Μάκαρος Αἰολίωνος,
ἡ Χίος, ἡ εὐφορώτερη ἀπ᾿ τά νησιά τοῦ πελάγους
κι ὁ ἀπότομος ὁ Μίμας,
τοῦ Κωρύκου τ᾿ ἀκροβούνια,
ἡ ἀχτιδοβόλα ἡ Κλάρος,
τ᾿ ἀπόκρημνο τῆς Αἰσαγέης ὅρος,
ἡ Σάμος ἡ ὑδρηλή,
τῆς Μυκάλης οἱ ἀπότομες κορφές,
ἡ Μίλητος καί ἡ Κῶς, πατρίδα τῶ Μερόπων ἀνθρώπων
ἡ Κνίδος ἡ ἀπόκρημνη κι ἡ Κάρπαθος ἡ ἀνεμόεσσα,
ἡ Νάξος, ἡ Πάρος καί ἡ πετρώδης Ρήναια:
τόσους τόπους ἱκέτευεν ἡ Λητώ κοιλοπονῶντας στόν ῾Εκηβόλο,
ποιός θά θελήσει τοῦ γυιοῦ της γενέτειρα νά γίνει.
Τρομάζαν ὅμως πολύ καί δείλιαζαν
κι οὔτε κανείς τους τόλμαγε τό Φοῖβο νά δεχτεῖ, κι ἄς ἦσαν εὔφοροι.
Μέχρι πού πάτησε στή Δῆλο ἡ σεβαστή Λητώ,
καί ρώτησε βγάζοντας λόγια φτερωτά:
῎Αχ Δῆλος, δέ θά ᾿θελες νά γίνεις ἕδρα ἐσύ τοῦ δικοῦ μου γυιοῦ ,
τοῦ Φοίβου ᾿Απόλλωνα,
καί πλούσιο ναό νά τοῦ ἱδρύσεις;
Κανένας ἄλλος δέν πρόκειται ποτέ νά σέ πλησιάσει
οὔτε νά σέ προσέξει,
κι οὔτε νομίζω πώς θ᾿ ἀποχτήσεις ποτέ βόδια πολλά ἤ πρόβατα,
ἀλλ’ οὔτε ἀμπέλια οὔτε καί τά μύρια φυτά θά φυτρώνεις.
῎Αν ὅμως ἔχεις πάνω σου τό ναό τοῦ μακροβόλου ᾿Απόλλωνα,
οἱ ἄνθρωποι θά σπεύδουν ὅλοι μέ ἑκατόμβες καί δῶ θά μαζεύονται.
Καί τσίκνα ἄφθονη χωρίς σταματημό ἀπ᾿ τό λίπος θ᾿ ἀνεβαίνει
καί τούς κατοίκους σου θά τρέφουν ξένα χέρια
κι ἄς εἶναι ἡ γῆ σου ἄγονη᾿᾿.
Αὐτά εἶπε.
Χάρηκε τότε ἡ Δῆλος κι ἀπάντησε:
῾Λητώ ἐνδοξώτατη, τοῦ μεγάλου Κοίου θυγατέρα
μετά χαρᾶς μου θά δεχόμουν πάνω μου
τοῦ μακροβόλου ἄνακτα τή γέννα.
Γιατί παρά τό κακό μου ὄνομα στούς ἀνθρώπους,
θά γινόμουν ἀμέσως πολυτίμητη.
Μόνο Λητώ μου, δέν στό κρύβω,
τρομάζω καί μέ τή σκέψη.
Λένε, ὁ ᾿Απόλλων πολύ ἀτίθασος πώς θά ᾿ναι
καί κρατερά θά πρυτανεύει στούς ἀθανάτους
καί στούς θνητούς ἀνθρώπους πάνω στή ζωοδότρα γῆ.
Γι᾿ αὐτό καί γώ στό νοῦ καί στήν ψυχή φοβᾶμαι
μήν, ἀντικρύζοντας αὐτός ἐδῶ γιά πρώτη φορά τοῦ ἥλιου τό φῶς,
τή νῆσο ἐπιτιμήσει,
πού ᾿μαι βλέπεις πετρόσπαρτη,
καί δίνοντας μιά μέ τά πόδια μέ τουμπάρει
καί μέ κλωτσήσει στῆς θαλάσσης τά πελάγη.
Τότε ἐμένα τό μέγα κῦμα γιά πάντα θά καταπιεῖ
καί κεῖνος, ἄλλη γῆ θά βρεῖ τοῦ γούστου του γιά νά φτιάξει ναό
καί ἄλση δεντρόφυτα.
Χταπόδια στά θαλάμια μου καί μαῦρες φώκιες,
ἀνενόχλητες ἀπό ἀνθρώπους, θά φωλιάζουν.
῎Αν ὅμως, μεγάλη θεά,
εὐδοκήσεις ὅρκο βαρύ νά πάρεις
πώς πρῶτα ἐδῶ ἐκεῖνος ναό θά στήσει περικαλλῆ,
χρηστήριο νά ᾿ναι τῶν ἀνθρώπων, κι ὅλης μετά τῆς οἰκουμένης,
ἀφοῦ θά ᾿ναι πολυθρύλητος…᾿᾿.
Αὐτά εἶπε, κι ἡ Λητώ τό μέγα ὅρκο τῶν θεῶν ὡρκίστη:
῾Μάρτυράς μου ἡ γῆς αὐτή κι ὁ εὐρύς οὐρανός πάνωθέ μας,
καί τό ἀργοκύλιστο τῆς Στυγός νερό,
πού ᾿ναι ὁ μέγιστος κι ὁ δεινότατος ὅρκος στούς μακάριους θεούς.
᾿Εδῶ θέ νά ᾿ναι παντοτεινά τοῦ Φοίβου ὁ βωμός ὁ εὐωδιαστός
καί τό τέμενος,
καί σένα ἔξοχα θά τιμήσει πάνω ἀπ᾿ ὅλους᾿᾿.
Κι ἅμα ὡρκίστηκε καί ἀποτέλειωσε τόν ὅρκο,
ἡ Δῆλος καταχάρηκε γιά τοῦ μακροβόλου ἄνακτα τή γέννα.
Εννέα μέρες τή Λητώ κι ἐννέα νύχτες
ἀπέλπιδες ὠδίνες περονιάζουν.
Κι ὅλες οἱ μεγαλύτερες θεές ἦσαν ἐκεῖ παροῦσες:
ἡ Διώνη κι ἡ Ρέα, ἡ ᾿Ιχναία Θέμις κι ἡ πολύπαθη ᾿Αμφιτρίτη,
κι ἄλλες ἀθάνατες,
ἐκτός τῆς ἀσπροχέρας ῞Ηρας
πού ᾿μεινε στά μέγαρα τοῦ νεφεληγερέτη Δία.
Μόνη ἡ Εἰλείθυια, ἡ μαμή, δέν τό ᾿ξερε,
γιατί στίς ἄκρες καθόταν τοῦ ᾿Ολύμπου κάτω ἀπό σύννεφα χρυσά,
ἀπό πρόνοια τῆς λευκοχέρας ῞Ηρας ἐμποδισμένη, λόγῳ ζήλειας,
πού τέτοιο γυιό, τέλειο καί κρατερό,
ἡ καλλιπλόκαμη Λητώ ἔμελλε νά γεννήσει.
Τότε αὐτές, ἀπ᾿ τήν ὀμορφοχτισμένη νῆσο
τήν ῎Ιριδα στείλανε νά φέρει τήν Εἰλείθυια,
τάζοντας μέγα περιδέραιο ἐννιάπηχο, μέ χρυσές κλωστές ὑφασμένο.
Τήν ὁρμήνεψαν νά τήν καλέσει κρυφά ἀπ᾿ τήν ἀσπροχέρα ῞Ηρα,
μήν τήν ἀποτρέψει πάλι μέ τά λόγια της νά ᾿ρθεῖ.
Καί σάν τ᾿ ἄκουσε ἡ ἀνεμοπόδαρη, ἡ ταχεῖα ῎Ιρις
ἄρχισε νά τρέχει καί γρήγορα τό διάστημα ὅλο διάνυσε.
Καί φτάνοντας στῶν θεῶν τήν ἕδρα, τόν ἀπόκρημνο ῎Ολυμπο,
τήν Εἰλείθυια φώναξε εὐθύς ἔξω ἀπ᾿ τή θύρα τοῦ μεγάρου
καί λόγια φτερωτά τῆς εἶπε,
ὅσα παράγγειλαν αὐτές πού τά ὀλύμπια δώματα κατέχουν,
καί τήν καρδιά της ἔπεισε μέσα στά στήθια.
῎Ετσι κινῆσαν καί περπατοῦσαν σάν φοβισμένες περιστέρες.
Κι ὅπως στή Δῆλο ἡ μαμή πλησίαζε, ἡ Εἰλείθυια,
οἱ πόνοι τή μάνα σφίξανε κι ἤτανε νά γεννήσει.
᾿Αγκάλιασε τό φοίνικα ,
τό γόνα στήριξε στό μαλακό χορτάρι,
μειδίασε ἡ γῆς ἀπό κάτω.
Βγῆκε τότε ἐκεῖνος πρός τό φῶς
κι ὅλες μαζί ὀλόλυξαν οἱ θεές.
Σέ λοῦσαν, Φοῖβε μου λαμπρέ,
μέ γάργαρο νερό,
ἁγνά καί καθαρά σέ νέο ὕφασμα λευκό, λεπτοϋφασμένο,
σέ σπαργανῶσαν οἱ θεές
καί σέ χρυσή φασκιά τυλίξαν.
Κι οὔτε πού θήλασε ἡ μάνα τόν χρυσάρματο ᾿Απόλλωνα,
μόνο ἡ Θέμις νέκταρ καί ἀμβροσία θεϊκιά
μέ χέρια ἀθάνατα τοῦ πρόσφερε.
Χαιρόταν τότε ἡ Λητώ πού γέννησε γυιό τοξοφόρο καί ἰσχυρό.
Σάν καταβρόχθισες λοιπόν Φοῖβε μου τήν ἀθάνατη τροφή,
σπαρτάραγες.
Δέν σέ κρατοῦσαν ἄλλο οἱ χρυσές φασκιές
κι οὔτε δεσμά σ᾿ ἐμποδίζαν
μόνο λύνονταν τά σπάργανα ὅλα.
Κι εὐθύς στίς ἀθάνατες μίλησε ὁ Φοῖβος ᾿Απόλλων:
῾Φίλη μου ἡ κιθάρα καί τά καμπύλα τόξα.
Τοῦ Δία τήν ἀλάνθαστη βούληση στούς ἀνθρώπους θ᾿ ἀποκαλύψω᾿᾿.
Εἶπε, καί περπάτησε τήν πολύδρομη τή γῆ
ὁ Φοῖβος, ὁ μακρυμάλλης, ὁ μακροβόλος
κι ὅλες οἱ ἀθάνατες θαμπώθηκαν
κι ἡ Δῆλος ἔγινε χρυσῆ, τοῦ Δία κοιτάζοντας τό γόνο καί τῆς Λητοῦς,
χαρούμενη πού αὐτήν προτίμησε γιά σπιτικό του
ἀπό στεριές καί νήσους,
καί τήν ἀγάπησε βαθειά μές στήν καρδιά του.
Μέ ἄνθη τοῦ δάσους, ὅπως στοῦ ὅρους τήν κορφή
λουλούδιασε τό νησί.
Καί σύ, ἄναξ ἀργυρότοξε ἑκατηβόλε ᾿Απόλλων,
ἄλλοτε τόν Κύνθο τόν πετρώδη πατοῦσες,
κι ἄλλοτε πλανιόσουν στά νησιά
κι ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους.
Πολλοί στή χάρη σου οἱ ναοί καί τά πυκνά τά ἄλση,
κι οἱ βίγλες ὅλες δικές σου,
κι οἱ μυτερές κορφές τῶν ὑψηλῶν βουνῶν,
κι οἱ ποταμοί πού χύνονται στή θάλασσα.
῞Ομως στή Δῆλο πιό πολύ Φοῖβε μου χαίρεται ἡ ψυχή σου.
Κεῖ πού συνάζονται οἱ μακροχίτωνες ῎Ιωνες
μέ τά παιδιά καί τίς σοβαρές κυράδες τους.
Μέ πυγμαχία, μέ χορό καί μέ τραγούδι
στήνουν ἀγῶνες πρός τιμήν σου καί σέ τέρπουν.
Κι ὅποιος βρεθεῖ στή σύναξή τους,
θά ᾿λεγε πώς εἶν᾿ ἀθάνατοι οἱ ῎Ιωνες καί πάντ᾿ ἀγέραστοι.
Βλέποντας τή χάρη τους θ᾿ ἀγάλλιαζε ἡ ψυχή του,
τούς ἄντρες θαυμάζοντας καί τίς καλλίζωνες γυναῖκες,
καί τά γοργά καράβια τους καί τά πολλά καλά τους.
Καί προπαντός, τό μέγα θαῦμα,
πού τό κλέος του ποτέ δέ θά χαθεῖ,
τίς Δηλιάδες κόρες, τοῦ μακροβόλου ἀκόλουθες.
Αφοῦ αὐτές τόν ᾿Απόλλωνα πρῶτα ὑμνήσουν καί τή Λητώ
καί τήν τοξεύτρα ῎Αρτεμη,
ἄντρες ἀρχαίους καί γυναῖκες ἀναθυμοῦνται καί τραγουδοῦν,
καί τά γένη τῶν ἀνθρώπων καταμαγεύουν.
Τῶν θνητῶν ὅλων τή λαλιά καί τῶν κροτάλων παίξιμο
ξέρουν νά μιμοῦνται,
κι ὁ καθένας θά ᾿λεγε πώς εἶν᾿ ὁ ἴδιος πού μιλεῖ,
τόσο σωστό εἶν᾿ τό τραγούδι τους.
῎Ας δείχνουν ἔλεος ᾿Απόλλων κι ῎Αρτεμις μαζί, κι ὅλες ἐσείς χαρεῖτε.
Κι ὕστερις θυμηθεῖτε με,
σάν κάποιος γήινος θνητός, ταλαίπωρος καί ξένος,
φτάνοντας δῶ ρωτήσει:
Ποιός εἶν᾿ βρέ κόρες, ἀπ᾿ τούς ἀοιδούς ὁ πιό γλυκός,
πού γύρω ἐδῶ συχνάζει καί πιό πολύ σᾶς τέρπει;᾿᾿
Γιά μένα ἐσεῖς ὅλες μαζί ἀπόκριση δῶστε εὐνοϊκή:
Εἶναι ὁ ἄντρας ὁ τυφλός
ἀπ᾿ τήν πετρώδη Χίο,
πού τ᾿ ἄσματά του θά ᾿ρθει καιρός,
θά ᾿χουνε τό πρωτεῖο.
῞Οσο γιά μᾶς, τή φήμη σου στή γῆς ἐπάνω ὅλη
γυρνῶντας θά διαδώσουμε σέ κάθε ἔμορφη πόλη.
Κι ὅλοι σ᾿ αὐτό θά πείθονται, γιατί ᾿ναι ἡ πᾶσα ἀλήθεια᾿᾿.
῞Ομως ἐγώ δέ σταματῶ
τόν ἑκηβόλο ᾿Απόλλωνα, τόν ἀργυρότοξο νά ὑμνῶ,
πού ᾿καμε ἡ καλλίκομη Λητώ:
῏Ω, βασιλιά, πού τή Λυκία ἔχεις καί τήν πανέμορφη Μαιονία
καί τήν παράλια Μίλητο, πόλη ὀνειρεμένη,
στή Δῆλο ἐσύ ὅλα κυβερνᾶς
τή θαλασσοκλεισμένη.

Εἲς Ἀπόλλωνα Πύθιον

Τή φόρμιγγα παίζοντας τή βαθουλή
τῆς ἔνδοξης Λητοῦς ὁ γυιός
γιά τήν πετρώδη κίνησε Πυθώ
μέ ροῦχο ἄφθαρτο καί μοσχομυριστό.
Κι ἡ φόρμιξ κάτω ἀπ᾿ τό πλῆκτρο τό χρυσό
ἦχο ἀφήνει θελκτικό.
Από τή γῆ στόν ῎Ολυμπο εὐθύς, σάν σκέψη γοργός
στῶν ἄλλων θεῶν τήν ὁμήγυρη, στ᾿ ἀνάκτορο φτάνει τοῦ Διός.
Κιθάρα καί τραγούδι γίνεται πιά τῶν ἀθανάτων συντροφιά.
Κι ὅλες οἱ Μοῦσες στή σειρά, μ᾿ ὡραία φωνή
τίς ἀθάνατες τῶν θεῶν χάρες ὑμνοῦν
καί τῶν θνητῶν τά βάσανα
πού ἀπό κείνους τραβοῦν,
ἄφρονες κι ἀνήμποροι μιά ζωή
δίχως θανάτου φάρμακο νά ξέρουνε νά βροῦν
οὔτε καί γειρατειῶν ἀσπίδα.
Οἱ Χάρες οἱ καλοπλέξουδες λοιπόν κι οἱ χαρούμενες ῟Ωρες,
ἡ ῾Αρμονία, ἡ ῎Ηβη, τοῦ Δία ἡ κόρη ἡ ᾿Αφροδίτη
στήνουν χορό, ἡ μιά τῆς ἄλλης τά χέρια κρατῶντας στόν καρπό.
Κι ἀνάμεσά τους ὄχι πιό ἄσχημη ἤ ταπεινή
μά στήν ὄψη τρανή, σ᾿ ὀμορφιά θαυμαστή
ἡ ῎Αρτεμις ἡ σαϊτορίχτρα τραγουδεῖ,
τοῦ ᾿Απόλλωνα ὁμότροφη.
Κι ὁ ῎Αρης μ᾿ αὐτές χορεύει μαζί
κι ὁ ᾿Αργεϊφόντης πού δέν ἀστοχεῖ
καθώς ὁ Φοῖβος ᾿Απόλλων τήν κιθάρα ἠχεῖ
μέ χάρη ψηλοπατῶντας στή γῆ.
Αἴγλη γύρω του φέγγει λαμπρή,
σπίθες πετιοῦνται σάν πατεῖ
κι ὁ καλοκλωσμένος του χιτών ἀστροβολεῖ.
᾿Αναγαλλιάζει ἡ μεγάλη τους ψυχή
τοῦ σοφοῦ Διός καί τῆς χρυσοπλέξουδης Λητοῦς,
καμαρώνοντας τό λατρεμένο γυιό
νά παίζει μέ τούς άθάνατους θεούς.
Μά πῶς νά σέ ὑμνήσω πολυύμνητε
πού ἀπό ἔρωτα τήν ᾿Αζαντίδα κόρη ἐπῆρες γιά μνηστή
καί σένα ἀνάμεσα σ᾿ ὅλους τούς γαμπρούς νά τραγουδήσω,
τόν ῎Ισχυ τόν ἰσόθεο, τοῦ ῎Ελατου γυιό μέ τά ὡραῖα ἄτια
ἤ τόν Φόρβαντα, ἀπ᾿ τοῦ Τρίοπα τή γενηά,
καί τόν ᾿Ερευθέα καί τόν Λεύκιππο καί τοῦ Λεύκιππου τό ταῖρι,
πεζός ἐσύ καί κεῖνος μέ ἄλογα,
ὄχι πού κι ὁ Τρίοπας βέβαια / καθόλου ὑστεροῦσε.
῎Η πού τή γῆ περπάτησες ἑκατηβόλε ᾿Απόλλων
σάν ἄρχισες γυρεύοντας χρηστήριο στούς ἀνθρώπους.
Στήν Πιερία στήν ἀρχή ἀπ᾿ τόν ῎Ολυμπο ἐκατέβης
τό Λέκτο τόν ἀμμουδερό παρέκαμψες
καί τούς Αἰνιᾶνες, μέσα ἀπ᾿ τῶν Περραιβῶν τή χώρα,
κι εὐθύς στήν ᾿Ιωλκό ἀφίχθης
καί στό Κηναῖο τῆς καραβοξακουσμένης Εὔβοιας ἀποβιβάστης.
Στοῦ Ληλάντου τήν πεδιάδα ἐστάθης,
ὅμως δέ σ᾿ ἄρεσε δῶ ναό κι ἄλση δεντρόφυτα νά φτιάσης.
῎Ετσι τόν Εὔριπο περνᾶς ἑκατηβόλε ᾿Απόλλων
στό ἅγιον ὅρος τό χλοερό ἀνεβαίνεις
καί στή Μηκαλησσό ἀπό αὐτό διαβαίνεις
καί στήν Τευμησσό, μέ τό παχύ χορτάρι.
Στῆς Θήβας τής πυκνόδασης τόν τόπο καταφθάνεις
ὅπου ἄνθρωπος δέν ἔμενε κανείς στήν ἅγια ἀκόμα Θήβα
κι οὔτε ὑπῆρχαν ἀτραποί οὔτε ὑπῆρχαν δρόμοι
μά ἕνα δάσος ἤτανε ὁ σιτοβολών τῆς Θήβας.
Μπροστά προχώρησες λοιπόν ἑκατηβόλε ᾿Απόλλων
στήν ᾿Ογχηστό ἐστάθης,
στοῦ Ποσειδῶνα τό ἄλσος τό λαμπρό.
Κεῖ τό νεοδάμαστο πουλάρι ξανασαίνει
ὡς εἶναι φορτωμένο, ἅρματα ὡραῖα τραβῶντας
ἐνῶ ὁ ἄξιος ἠνίοχος πάει πεζός ἀπ᾿ τό δίφρο στή γῆ πηδῶντας,
καί τά πουλάρια μέ θόρυβο τά ὀχήματα χτυποῦν
λεύτερα ἀπό ἀναβάτες.
Κι ἄν συντριφτοῦνε τ᾿ ἅρματα στό δασωμένο ἄλσος,
τ᾿ ἄλογα τά φροντίζουνε,
τά ἅρματα ὅμως παρατοῦν ἀκουμπισμένα χάμω.
Γιατί ἀπ᾿ τά χρόνια τά παλιά ἔτσι εἶναι ἱερό συνήθειο.
Στόν ἄνακτα προσεύχονται
καί δίφρο, δώρο τοῦ θεοῦ ἀφήνουνε μερίδιο.
Κι ἄλλο προχώρησες μπροστά ἑκατηβόλε ᾿Απόλλων.
Στόν Κηφισό εὑρέθηκες μέ τήν ὡραία κοίτη
πού ἀπ᾿ τή Λίλαια τό καλλίρροο νερό του ἀναβρύζει.
Τόν πέρασες ῾Εκάεργε ὡς καί τήν πολύπυργη ᾿Ωκαλέη,
στόν ῾Αλίαρτο ἔφτασες ἀπό κεῖ, μέ τό πολύ χορτάρι
πάτησες στήν Τελφοῦσα.
Σωτήριος τόπος καί σ᾿ ἄρεζε
ναό, πολύδεντρα ἄλση νά στήσεις.
῎Ετσι κοντά της στάθηκες, τά λόγια τοῦτα εἶπες:
῾῾Τελφοῦσα,
σ᾿ αὐτόν τόν τόπο λέω ἐγώ λαμπρό ναό νά φτιάξω
χρηστήριο ἀνθρώπων νά γενῆ,
γιά χάρη μου παντοτεινά χρησμό ζητῶντας
τελεσφόρες νά προσφέρουν ἑκατόμβες
ὅσοι τήν πλούσια Πελλοπόνησο οἰκοῦν
καί ὅσοι τήν Εὐρώπη ἤ τά περίβρεχτα νησιά.
Κι ἐγώ τήν ἀλάνθαστη βουλή σ᾿ ὅλους θά μαρτυρῶ
χρησμοδοτῶντας μέσ’ στόν πλούσιο ναό᾿᾿.
῎Ετσι εἶπε καί θεμέλια ἔβαλε ὁ Φοῖβος ὁ ᾿Απόλλων
φαρδειά, μακρά κι ἀτέλειωτα.
Σάν τά ᾿δε αὐτά, μές στήν καρδιά χολώθηκε ἡ Τελφοῦσα
καί λέει:
᾿Αφέντη Φοῖβε ῾Εκάεργε,
μιά ἰδέα στό νοῦ σου μέσα νά βάλω ἐγώ,
μιᾶς κι ἐννοεῖς ναό ἐδῶ περικαλλῆ νά φτιάξεις,
χρηστήριο ἀνθρώπων νά γενῆ,
ὅπου γιά σέ παντοτεινά τέλειες νά φέρνουν ἑκατόμβες.
Γι᾿ αὐτό καί γώ θά σοῦ τό πῶ καί μές στό νοῦ σου βάλτο.
Θά σέ ταράζει πάντα ἐδῶ γοργῶν ἀλόγων χτύπος,
τῶν μουλαριῶν τό πότισμα στίς ἱερές πηγές μου.
Κι ἴσως καί κάποιος ἄνθρωπος θελήσει νά προσέξει
ἀντί τό μέγα σου ναό κι ὅλους τούς θησαυρούς του,
καλοφτιαγμένα ἅρματα, γοργόποδων ἀλόγων γδοῦπο.
Μ’ ἂν εἶν’ σέ κάτι νά πειστεῖς,
ἄναξ ἀνώτερος ἀπό μέ καί πιό τρανός κι ἂν εἶσαι
καί δύναμη ἔχεις περισσή,
στήν Κρίσα φτιάξε τό ναό,
στοῦ Παρνασσοῦ ἀποκάτω τήν πτυχή.
Ἁμάξια ὄμορφα ἐκεῖ τόν καλόχτιστο ναό δέν θά δονοῦν
μήτε ἵππων γοργών τά ποδοβολητά,
ἀλλά σέ σέ, τόν ᾿Ιηπαήονα, δῶρα θά κουβαλοῦν
ἀνθρώπων γένη ξακουστά.
Μέ χορτασμένη σύ τήν ψυχή
τάματα ὡραῖα τῶν γύρω ἀνθρώπων θά κάνεις δεκτά᾿᾿.
Εἶπε, καί τού ῾Εκάτου γύρισε τό νοῦ,
ὥστε στήν Τελφοῦσα νά μείνει ἡ τιμή στή γῆς αὐτή
κι ὄχι ἐκεινοῦ.
Προχώρησες λοιπόν ἑκατηβόλε ᾿Απόλλων ἀπό κεῖ
καί στῶν Φλεγύων τῶν ὑβριστῶν ἔφτασες τήν πόλη,
πού Δία δέν ψηφοῦν αὐτοί καί κάθουνται πάνω στή γῆ
στήν Κηφησίδα λίμνη κοντά, σέ ὡραῖο φαράγγι.
Οργίλος εὐθύς ἀπό κεῖ κινᾶς κι ὁροσειρά ἀνεβαίνεις,
στήν Κρίσα, κάτω ἀπ᾿ τό χιονισμένο Παρνασσό διαβαίνεις,
πού ὁ γκρεμός του στό Ζέφυρο κυττᾶ.
Βράχος κρεμιέται πάνω του, καί κάτω
κοίλη χαράδρα ἁπλώνεται τραχειά.
Εδῶ ᾿ναι πού ᾿κρινε λοιπόν ὁ ἄναξ Φοῖβος ᾿Απόλλων,
ναό νά φτιάξει λατρευτό κι εἶπε τά λόγια αὐτά:
Στό μέρος τοῦτο λέω ἐγώ νά στήσω ὄμορφο ναό
χρηστήριο ἀνθρώπων νά γενῆ,
τέλειες σέ μένα πάντα ἐδῶ ἑκατόμβες νά ὁδηγοῦν
χρησμούς ζητῶντας,
ὅσοι τήν πλούσια Πελλοπόνησο οἰκοῦν
καί ὅσοι τήν Εὐρώπη ἤ τά περίβρεχτα νησιά.
Γιά ὅλους δίνοντας χρησμό μέσα στόν πλούσιο ναό
τήν ἀλάνθαστη βουλή θά μαρτυρῶ᾿᾿.
῎Ετσι ὁ Φοῖβος εἶπε ὁ ᾿Απόλλων καί τά θεμέλια βάζει
πλατειά, μακρά κι ἀτέλειωτα.
Κατώφλι πάνω πέτρινο ὁ Τροφώνιος κι ὁ ᾿Αγαμήδης στήνει,
τοῦ ᾿Εργίνου οἱ γυιοί, τῶν ἀθάνατων θεῶν ἀγαπημένοι.
Ναό γύρω χτίσαν λαξευτό ἄπειρα ἀνθρώπων γένη
εἰς τόν αἰῶνα ἀοίδιμος πάντα νά παραμένει.
Κι ἢτανε μιά καλλίρροη κρήνη ἐκεῖ κοντά
ὅπου ὁ ἇναξ, τοῦ Δία ὁ γυιός
τή Δράκαινα ἐσκότωσε μέ τόξο κρατερό
τέρας μεγάλο κι ἄγριο, χοντρό καλοθρεμμένο.
Πολλά κακά προξέναγε σ’ ἀνθρώπους πάνω στή γῆς
κι ἔξω ἀπ᾿ αὐτούς στά λιγνόποδα τ᾿ ἀρνιά
μάστιγα ἦταν αἱμοσταγής.
Αὐτή κάποτε δέχτηκε ἀπ᾿ τή χρυσόθρονη ῞Ηρα
κατάρα ἐπικίνδυνη γι᾿ ἀνθρώπους ν᾿ ἀναθρέψει,
τόν ἐπίφοβο Τυφάονα πού γέννησεν ἡ ῞Ηρα
σάν κάποτε χολώθηκε μέ τόν πατέρα Δία
καθώς τοῦ Κρόνου ὁ γυιός μέσ᾿ ἀπ᾿ τήν κεφαλή του
τήν πολυδόξαστη ᾿Αθηνᾶ εἶχε κι αὐτός γεννήσει.
Γι᾿ αὐτό λοιπόν θυμώνοντας ἡ παντοκράτειρα ῞Ηρα,
γυρνᾶ καί στούς ἀθάνατους τούς συναγμένους λέει:
Ακοῦτε με ὅλοι ἐσεῖς θεοί καί θέαινές μου ὅλες,
πῶς ἔπιασε ὁ νεφεληγερέτης Ζεύς ἐμένα ν᾿ ἀτιμάζει.
Κι ἄρχισε πρῶτος,
ἀφοῦ πιστή του σύζυγο μ᾿ ἔμαθε πρῶτα νά ᾿μαι.
Τώρα λοιπόν μακρυά ἀπό μέ,
τή γαλανή ᾿Αθηνᾶ γεννάει
πού σ᾿ ὅλους τούς μακάριους ἀθάνατους διαπρέπει.
Μόνο ὁ δικός μου γυιός γεννήθηκε σακάτης
ἀνάμεσα σ᾿ ὅλους τούς θεούς,
ὁ ῞Ηφαιστος, στραβοκάνης,
πού σάν τόν γένναγα εὐθύς ἅδραξα μέ τό χέρι
στόν εὐρύ πόντο νά ρίξω.
Η Θέτις τόν μάζεψε λοιπόν,
ἡ ἀσημόποδη τοῦ Νηρέα θυγατέρα
μ ὅλες τίς ἀδερφάδες της μαζί γιά νά φροντίσει,
πού ἄλλη καλλίτερα στούς θεούς χάρη νά εἶχε κάμει.
Τί ἄλλο μηχανεύεσαι σκληρέ τώρα πανοῦργε;
Πῶς τόλμησες μονάχος σου τή γαλανῆ ᾿Αθηνᾶ νά κάνεις;
Δέν θά τήν γένναγα ἐγώ, πού δική σου βλέπεις μέ λένε
καί βρίσκομαι ἀνάμεσα στούς ἀθανάτους ὅλους
πού τόν πλατύ τόν οὐρανό κατέχουν;
Γιά μίλα τώρα τό λοιπόν,
μήν καί σκεφτῶ κανά κακό γιά σένανε πιό πίσω.
Μά πρῶτα ἐγώ θά σκαρφιστῶ πῶς νά ᾿ναι νά γεννήσω
παιδί δικό μου, πού στούς ἀθάνατους θεούς θέ νά διαπρέπει,
δίχως τήν ἅγια κλίνη σου νά γίνει ν᾿ ἀτιμάσω
οὔτ’ ὅμως καί τή δική μου, μηδέ μέ σέ νά ξαπλωθῶ.
Αλάργα σου νά βρίσκομαι μ᾿ ἀθάνατους παρέα᾿᾿.
Αὐτά σάν εἶπε ἔφυγε, μακρυά ἀπό θεούς χολωμένη
καί προσευχήθηκε εὐθύς ἡ βοϊδομάτα ἀφέντρα ῞Ηρα.
Τήν παλάμη κρούοντας στή γῆ τά λόγια ἐτοῦτα εἶπε:
῎Ακου με Γῆ τώρα ἐσύ, πλατιέ Οὐρανέ πάνωθέ μας
καί σεῖς Τιτᾶνες μου θεοί πού ὑπόγεια κατοικεῖτε
γύρω στόν μέγα Τάρταρο, θνητῶν καί θεῶν προγόνοι.
᾿Ακοῦστε με ὅλοι καί δῶστε μου παιδί δίχως τό Δία,
σέ τίποτε κατώτερο στή δύναμη ἐκείνου
ἀλλ᾿ ἀντιθέτως πιό ἰσχυρό
ὅπως κι ὁ παντεπόπτης Ζεύς πιό ἰσχυρός εἶν᾿ τοῦ Κρόνου᾿᾿.
Μόλις ἐφώναξε αὐτά,
τή γῆ χτυπᾶ μέ τό βαρύ της χέρι.
Κούνησε εὐθύς ἡ ζωοδότρα γῆς
κι αὐτή σάν τό ᾿δε ἐχάρη,
ἐννόησε πώς θά γίνει.
῎Ετσι ἀπό τότε γιά μιά χρονιά ὅσο ἡ ὥρα νά ᾿ρθει
ποτέ της δέν ἐσίμωσε τοῦ ἔξυπνου Δία κρεβάτι
κι οὔτε σέ θρόνο πλουμιστό ὅπως στά περασμένα
ν᾿ ἀκούει κάθισε δίπλα του τίς συνετές βουλές του
μά σέ ναούς πολύβουους ἡ βοϊδομάτα ῞Ηρα
ἔμενε καί ἀγάλλονταν μέ τάματα ἡ ἀφέντρα.
῞Οταν λοιπόν σωθήκανε οἱ μῆνες καί οἱ μέρες
καί συμπληρώθηκε ἡ χρονιά καί ἔφτασεν ἡ ὥρα,
τόν κακό Τυφάονα, τόν ἀπαίσιο γεννᾶ
εἰς τούς θνητούς κατάρα,
πού σέ θεούς δέν ἔμοιαζε οὔτε καί σέ ἀνθρώπους.
Η βοϊδομάτα τότε εὐθύς, ἡ παντοκράτειρα ῞Ηρα
τόν πῆρε καί τῆς τόν ἔφερε, κακό στό κακό κολλῶντας.
Κι ἡ Δράκαινα τόν κράτησε,
μύρια κακά νά προξενεῖ σ᾿ ἀνθρώπων ἔνδοξα γένη.
Ὅποιος τήν ἐσυντύχαινε εἶχε τή μοιραῖα του ὥρα
μέχρι πού βέλος κρατερό ρίχνει ὁ ἑκάεργος ἄναξ ὁ᾿Απόλλων.
Μ᾿ ὀδύνες αὐτή ἀβάσταχτες σπαράσσοντας κυλιόταν
ἀπό βαθειά ἀσθμαίνοντας κι ὅλο στριφογυρνῶντας.
Ο τρομερός της ὀλολυγμός ἀπερίγραπτος ἐγίνει
βαθειά στό δάσος, πιό βαθειά σφιχτοκουλουριαζόταν
καί τήν πνοή της ἄφησε τό αἷμα ξεφυσῶντας.
Τότε εἶναι πού καυχήθηκε ὁ Φοῖβος ὁ ᾿Απόλλων:
Τώρα δῶ χάμω σάπιζε στή γῆ τήν τροφοδότρα
ᾶλλο ἐσύ στούς ζωντανούς κακή άρά/ κατάρα κακή δέ θά ᾿σαι
Τῆς γαίας τής πολύτροφης θά τρώγουν τόν καρπό
καί τελεσφόρες πιά ἐδῶ θά φέρνουν ἑκατόμβες.
Τόν κακοπλάγιαστο θάνατο κανείς δέν σοῦ γλυτώνει
οὔτε κι αὐτός ὁ Τυφωεύς, ἡ Χίμαιρα ἡ καταραμένη.
Νά σέ σαπίζει ἡ μαύρη γῆς κι ὁ φλογερός ῾Υπερίων᾿᾿.
῎Ετσι μιλῶντας κόμπαζε
καθώς τά μάτια ἐκεινῆς κάλυψε τό σκοτάδι.
Τήν κατασάπισε αὐτοῦ τό ἱερό μένος τοῦ ῞Ηλιου
ἐξ οὗ Πυθώ καί τώρα πιά ὀνομάζεται τό μέρος.
Μέ παρατσούκλι Πύθιο τόν ἄνακτα καλοῦνε
ἀφοῦ τό τέρας σάπισε κεῖ τ᾿ ὀξύ μένος τοῦ ῞Ηλιου.
Ὅταν λοιπόν ἐννόησε ὁ Φοῖβος ὁ ᾿Απόλλων
γιατί τόν ἐξαπάτησε ἡ καλλίρροη ἡ κρήνη.
Γιά τήν Τελφοῦσα κίνησε κι ἤτανε χολωμένος
καί γρήγορα ἔφτασεν ἐκεῖ.
Κοντά της τότε στάθηκε, τά λόγια αὐτά τῆς εἶπε:
Τελφοῦσα, δέν ἔμελλες ἐσύ τό νοῦ μου ἐξαπατῶντας
νά ἔχεις χῶρο ζηλευτό, καλό νερό νά χύνεις.
Δική μου ἡ δόξα θά ᾿ναι καί δῶ, κι ὄχι μόνο δική σου᾿᾿.
Εἶπε, τό ψήλωμα ἔσπρωξε κι ἔκρυψε τά ρυάκια
μέ πέτρες κι ἀναχώματα ὁ ἑκάεργος ἄναξ ᾿Απόλλων
κι ἕνα βωμό ἔφτιαξε κεῖ στά δασωμένα ἄλση
κοντά σ᾿ αὐτή τήν καλλίρροη, πολύ σιμά τήν κρήνη.
Στόν τόπο αὐτό τόν ἄνακτα, Τελφούσιο ἐπικαλοῦνται
γιατί τά ρεῖθρα τῆς ἱερῆς ταπείνωσε Τελφούσας.
Καί μέσα του σκεφτότανε ὁ Φοῖβος ὁ ᾿Απόλλων
σάν ποιούς ἀνθρώπους ἱερεῖς στή λατρεία να προσλάβει
πού στήν πετρόσπαρτη Πυθώ μέλλουν νά διακονεύσουν.
Αὐτά σάν λογιζότανε μές στόν μαβί τόν πόντο
καράβι βλέπει γρήγορο γεμᾶτο ἄντρες γενναίους
κρῆτες πολλούς ἀπ᾿ τήν Κνωσσό τή μινωϊκή φερμένους.
Τοῦτοι᾿ναι πού στόν ἄνακτα θυσίες θά τελοῦνε
καί τούς χρησμούς θά δίνουνε
τοῦ χρυσότοξου ᾿Απόλλωνα τοῦ Φοίβου,
γιά ὅσα αὐτός θέλει νά πεῖ
μέ δάφνη κοιλάδων μαντεύοντας στόν Παρνασσό ἀπό κάτου.
Αὐτοί γιά ἐμπόριο κι ἀγαθά μέ μελανό καράβι
στήν Πύλο τήν ἀμμουδερή ἐπλέαν στούς Πυλίους
ὅταν τούς συναπάντησε ὁ Φοῖβος ὁ ᾿Απόλλων.
Τότε ἀπ᾿ τόν πόντο πήδηξε ὅμοιος μ᾿ ἕνα δελφίνι.
Πάνω στό πλοῖο τό γοργό,
πελώριο τέρας ξαπλώθηκε φρικτό.
Σ’ ὅποιον τοῦ πέρναγε ἀπό τό νοῦ τά μάτια νά σηκώσει
ἐδῶ και κεῖ τόν ἔρριχνε,
τοῦ πλοίου τά ξύλα ἔκανε ὅλα νά ξετινάξει.
Κεῖνοι βωβοί καθόντανε στό πλοῖο φοβισμένοι
κι οὔτε ξελύναν τ᾿ ἄρμενα οὔτε πανιά μαζεῦαν
τοῦ μαύρου τοῦ σκουρόπρωρου τοῦ πλοίου,
δεμένα ὡς πρῶτα τ᾿ ἄφηναν μέ βοϊδόλουρα, ὡς ἐπλέαν
καί ὁ νοτιάς ὁρμητικός
τό ταχύ πλοῖο στά νῶτα ἐφύσα.
Τόν Μαλέα ἔτσι ἐπέρασαν,
στῆς θαλασσόστεφης, τῆς Λακωνίδας γῆς ἐφτάσανε τήν πόλη
καί στό Ταίναρο, τοῦ ῞Ηλιου πού τέρπει τούς θνητούς τόν τόπο,
ὅπου συνέχεια βόσκουνε τά βαθύτριχα τ᾿ ἀρνιά του,
τοῦ ἀφέντη ῞Ηλιου πού ᾿χει ἐδῶ ἀγαπημένο χτῆμα.
Εκεῖ λοιπόν θελήσανε τό πλοῖο αὐτοί νά δέσουν
καί νά κατέβουν νά σκεφτοῦν αὐτό τό μέγα θαῦμα
καί νά κυττάξουν καί νά ἰδοῦν μέ τά ἴδια τους τά μάτια
ἄν τό θεριό στό δάπεδο τοῦ βαθουλοῦ τοῦ πλοίου
θά ᾿μενε, ἤ στό γυαλό θά πήδαε, στό πολύψαρο τό κῦμα.
Τιμόνι ὅμως δέν ἄκουε τό καλοχτισμένο πλοῖο.
Μακρυά ἀπ᾿ τήν Πελλοπόνησο την πλούσια βάσταγε πλώρη
καί τράβαγε τό δρόμο του, ἀφοῦ ὁ ἑκάεργος ᾿Απόλλων
πνέοντας κουμαντάριζε τή ρότα του μέ τέχνη.
Ἔτσι αὐτό τήν πορεία του συνέχεια ἀκολουθῶντας
εἰς τήν ᾿Αρήνην ἔφτασε καί στήν τερπνήν ᾿Αργυφέη
στοῦ ᾿Αλφειοῦ τό πέρασμα, τό Θρῦον,
στό καλοχτισμένο Αἶπυ,
στήν Πύλο τήν ἀμμουδερή, στούς Πύλιους ἀνθρώπους.
Συνέχισε γιά τούς Κρουνούς, τή Χαλκίδα καί τή Δύμη
καί τήν ἱερή τήν ῎Ηλιδα, τῶν ᾿Επειῶν τό κράτος.
Πηγαίνοντας γιά τίς Φερές οὔριο ἐχάρη ἄνεμο τοῦ Δία
καί κάτω ἀπ᾿ τά νέφη φάνηκαν τ’ ἀψύ ὅρος τῆς ᾿Ιθάκης,
ἡ Σάμη, τό Δουλίχιο, ἡ Ζάκυνθος ἡ δασώδης.
Καί σάν τήν Πελλοπόνησο παρέπλευσαν ὁλωσδιόλου
καί φάνηκεν ἀπό μακρυά ὁ ἀπέραντος κόλπος τῆς Κρίσας
τήν πλούσια Πελλοπόνησο πού πέρα τελείως ἀφήνει,
τοῦ Δία ζέφυρος φυσᾶ ἰσχυρός, ἐνῶ ἤτανε αἰθρία
λάβρος ἀπ᾿ τά οὐράνια πέφτοντας, γρήγορα νά διακόψει
τοῦ πλοίου τή ρότα πού ᾿σκιζε τῆς θάλασσας τήν ἅρμη.
Ανάποδα τότε στρίβοντας, πρός τήν ἀνατολή τοῦ ἥλιου
ἔπλεαν καί κυβέρναγε τοῦ Δία γυιός, ὁ ἄναξ ᾿Απόλλων
καί στό λιμάνι φτάσανε πού καθαρά φαινόταν
τῆς Κρίσας τῆς ἀμπελόφυτης, κι ἐκεῖ πάνω στήν ἄμμο
ἀκούμπησε καί ἄραξε τό ποντοπόρο πλοῖο.
Ἀπό τό σκάφος πήδηξε ὁ ἑκάεργος ἄναξ᾿Απόλλων.
Σάν ἄστρο φεγγοβόλαγε μέσα στό μεσημέρι
ἄπειρες πέταγε σπίθες
κι ὅλο ἐτοῦτο δά τό φῶς ἀνέβαινε στά οὐράνια.
Στό ἄδυτο μπῆκε πιά ὁ θεός μέ τ᾿ ἀκριβά τριπόδια
ἄναψε φλόγα δείχνοντας τά ἴδια του τά βέλη
κι ὅλη τήν Κρίσα φώτισε τό οὐράνιό του σέλας.
Ολόλυξαν ὅλες τους μαζί ἀπ᾿ τίς ριπές τοῦ Φοίβου
οἱ σύζυγοι οἱ καλλίζωνες τῶν Κρισαίων κι οἱ κόρες
δέος μεγάλο μέσα του γέννησε στόν καθένα.
Τότε ἀπό κεῖ σέ μιά στιγμή γρήγορος σάν τή σκέψη
στό πλοῖο ἐπετάχτηκε μοιάζοντας πιά μέ ἄντρα,
ἔφηβο ἀκμαῖο κρατερό
πού ὤμους φαρδεῖς ἐτύλιγε τῆς κόμης του ἡ χαίτη.
᾿Εκείνους λοιπόν ἐφώναξε, λόγια φτερωτά τούς εἶπε:
῾῾Ποιοί εἶστε βρέ ξένοι κι ἀπό ποῦ
σ᾿ ὑγρούς πλέετε δρόμους;
Γιά ἐμπόριο τάχα ἤ ἄσκοπα στή θάλασσα γυρνᾶτε
σάν τούς κουρσάρους πού δῶ καί κεῖ παίζουνε τή ζωή τους
στούς ξένους φέρνοντας κακό;
Καί γιατί κάθεστε βαρεῖς καί στή στεριά δέν πᾶτε
κι οὔτε τοῦ μαύρου καραβιοῦ δέν λύνετε τά ξάρτια;
Αὐτό ᾿ναι τό συνήθειο στούς ψωμοφάγους ἄντρες.
Σάν στή στεριά ἀπ᾿ τό πέλαγος μέ τό μαῦρο τους τό πλοῖο
ψόφιοι ἀπό κάματο φτάσουν,
πόθος εὐθύς γλυκοῦ σταριοῦ τά μυαλά τους κυριεύει᾿᾿.
Αὐτά τούς εἶπε κι ἔβαλε θάρρος μές στήν καρδιά τους
καί τῶν Κρητῶν ὁ ἀρχηγός ἀπάντησε καί τοῦ ᾿πε:
῾῾Ξένε, ἐπειδή μέ τούς θνητούς σέ τίποτα δέν μοιάζεις
οὔτε στό σώμα βέβαια οὔτε καί στή θωριά σου
ἀλλά σέ θεούς ἀθάνατους, πού τά καλά τους νά ᾿χεις,
χαῖρε διπλά, καί γειά σου.
Τοῦτο μονάχα πές σωστά, καλά νά τό κατέχω
ποιά πόλη, ποιά χώρα καί ποιοί θνητοί ἐδῶ τήν κατοικοῦνε;
Γι᾿ ἀλλοῦ ἐμεῖς νομίζαμε βαθύ γυαλό περνῶντας
πώς πλώρη βάλαμε, γιά Πύλο ἀπό τήν Κρήτη,
ἀπ᾿ ὅπου τό καυχιόμαστε ὅτι βαστάει ἡ γενηά μας.
᾿Εδῶ ‘μως μέ τό πλοῖο ἐφτάσαμε, χωρίς τή θέλησή μας,
πού ἄλλο δρόμο γυρισμοῦ λογιάζαμε κι ἄλλη ρότα.
Κάποιος ἀθάνατος θεός μᾶς ἔφερε ἄθελά μας᾿᾿.
Καί τότε ἀποκρινόμενος ὁ ἑκάεργος ᾿Απόλλων εἶπε:
῾῾Ξένοι, πού στήν πολύδεντρη γύρω Κνωσσό
μέχρι τά πρίν μένατε σεῖς, κι ἄλλο πιά δέν θά δεῖτε
τήν πόλη σας τήν ποθητή, ὁ καθείς τ᾿ ὡραῖο του σπίτι,
τ᾿ ἀγαπημένα ταίρια σας,
μά τώρα πιά πλούσιο ναό δικό μου θέ νά βρεῖτε
στόν τόπο αὐτό, ἀπό πολλούς ἀνθρώπους σεβαστό.
Τοῦ Δία ὁ γυιός, ὁ ᾿Απόλλωνας καυχιέμαι ἐγώ πώς εἶμαι
καί πάνω ἐδῶ σᾶς ἔφερα ἀπ᾿ τόν βαθύ τόν πόντο
ὄχι γιά κακό, μά πλούσιο ναό μου γιά νά βρεῖτε
πού θά ᾿ναι πολυτίμητος σ᾿ ὅλους δά τούς ἀνθρώπους.
Τῶν ἀθανάτων τίς βουλές ἐσεῖς θέ νά γνωρίστε
πού μέ τή χάρη τους ἐσαεί πολυσέβαστοι θά εἶστε.
῎Αντε λοιπόν, στά λόγια μου γρήγορα νά πειστεῖτε
τά ἱστία κατεβάσετε τά βοϊδόλουρα ἀφοῦ λῦστε
καί τό καράβι τό ταχύ στή στεριά ὄξω τραβεῖξτε.
Τήν πραμάτεια βγάλτε ἀπ᾿ αὐτό,
τοῦ ζυγιασμένου πλοίου τά σκεύη,
βωμό νά φιάξετε ἐκεῖ, στῆς θάλασσας τήν ἄκρη
φωτιά ἀνάψτε, καί πάνω της ἀλεύρι λευκό σκορπίστε
κι ὕστερα ὅλοι γύρω ἀπ᾿ αὐτόν ὄρθιοι προσευχηθεῖτε.
Κι ἀφοῦ ἐγώ ἀπ᾿ τό θαμπό γυαλό, δελφίνι μοιάζοντας τότε
στό γρήγορο πήδηξα πλοῖο,
σάν σέ θεό δελφίνιο νά εὔχεστε σέ μένα
καί ὁ βωμός πιά δέλφειος καί περίβλεπτος νά μένει.
Δειπνεῖστε ὕστερα κοντά στό γρήγορο μαῦρο πλοῖο
καί τίς σπονδές σας κάντε
σ᾿ ὅλους τούς μάκαρες θεούς πού τόν ῎Ολυμπο κατέχουν.
Κι ὅταν μέ στάρι ὁλόγλυκο τόν πόθο σας χορτᾶστε,
ἐλᾶτε, τόν ἰηπαήονα δίπλα μου ὕμνο νά τραγουδᾶτε
ὥσπου στόν τόπο φτάσετε πλούσιο ναό νά βρεῖτε᾿᾿.
῎Ετσι τούς εἶπε καί αὐτοί πολύ καλά τ᾿ ἀκοῦσαν,
στά λόγια του πειστήκανε, τά πανιά τους κατεβάσαν
λύσανε τά βοϊδόλουρα, στό δίκρανο τόν ἱστό πλαγιάσαν
κι ἀφοῦ τά ξάρτια ἀφήσανε στό ἀκρογιάλι εβγῆκαν.
Απ᾿ τό γυαλό ἔξω στή στεριά τό γοργό πλοῖο τραβῆξαν,
κι ἀπό τήν ἄμμο πιό ψηλά σέ ξύλα μακρυά ξαπλῶσαν
καί κεῖ στήν ἀκροθαλασσιά βωμό τότες ἐστῆσαν.
Φωτιά ἀνάψαν καί πάνω του ἀλεύρι λευκό σκορπίσαν
καί στό βωμό ὅπως πρόσταξε γύρω προσευχηθῆκαν.
Επειτα πιάσανε φαΐ στό μαῦρο σιμά γοργό τους πλοῖο
καί στούς μακάριους θεούς πού τόν ῎Ολυμπο κατέχουν
σπονδές ἐκάμαν.
Κι ἀφοῦ φαγιοῦ κι ἀφοῦ πιοτοῦ τόν πόθο τους χορτάσαν,
νά πᾶνε ξεκινῆσαν.
Μπροστά ὁ ᾿Απόλλων τοῦ Δία ὁ γυιός στό δρόμο ὁδηγοῦσε.
Τήν φόρμιγγα στά χέρια του ὁλόγλυκα λαλοῦσε
κι ὡραῖα ψηλοπατοῦσε.
Χορεύοντας πρός τήν Πυθώ οἱ Κρῆτες ἀκολούθουν
τοῦ ὕμνου ἰηπαήονα πιάνοντας τό τραγούδι
καθώς κατέχουν οἱ κρητικοί παιήονες ὕμνους νά ψάλλουν
πού ἡ Μοῦσα θεά στά στήθια τους μελλίφωνο ἆσμα ἔχει βάλει.
Τό λόφο ἀνέβηκαν πεζοί
κι ἀκούραστοι στόν Παρνασσό γρήγορα πάνω βγαίνουν
στόν τόπο τόν ἀγαπητό ὅπου ἔμελλε νά μένουν
ἀπό ἀνθρώπους πάμπολλους πού εἶναι τιμημένος.
Κι ἐκεῖνος ὁδηγῶντας τους τ᾿ ἅγιο ἄδυτο τούς δείχνει
πλούσιο ναό, πού στά στήθια τους
ἐσκίρτησε ἡ καρδιά τους.
Τῶν κρητικῶν ὁ ἀρχηγός γυρνᾶ καί τόν ρωτάει:
῏Ω βασιλιά,
σύ πού μᾶς πῆρες μακρυά ἀπό φίλους καί πατρίδα,
ὡς σοῦ φαινόταν ἀρεστό μές στά καρδιόφυλλά σου,
πῶς τώρα δά θά ζήσουμε; νά τό σκεφτεῖς ζητοῦμε.
Οὔτε γιά τρύγους εἶναι αὐτός ὁ ἀγαπημένος τόπος
οὔτε λιβάδια ἔχει καλά γιά νά καλοπερνοῦμε
καθώς ἀνθρώπους θά ᾿χουμε συνάμα νά βοηθοῦμε᾿᾿.
Καί τότε χαμογέλασε τοῦ Δία ὁ γυιός, ὁ ᾿Απόλλων.
Λέει:
᾿Ανόητοι ἄντρες πολύπαθοι, πού στό μυαλό φροντίδες
βάσανα βάζετε βαρειά καί στήν ψυχή ἀγωνίες
εὔκολο λόγο θά σᾶς πῶ, νά μπεῖ μέσα στό νοῦ σας:
ἕνα μαχαίρι μόνο ὁ καθείς θέ νά ᾿χει στά δεξιά του,
ἀρνιά νά σφάζει
κι ἄφθονα ὅλα τά καλά γύρω θέ νά ὑπάρχουν
ὅσα γιά μένα φέρνουνε ἔνδοξα ἀνθρώπων γένη.
Τό ναό νά προφυλάγετε, νά δέχεστε τούς ἀνθρώπους,
ἀπ᾿ ὅσα ἔθνη σπεύδουν ἐδῶ γιά τή δική μου χάρη.
Κι ἄν κάποιος λόγος σας θρασύς ἤ ἔργο ἄν ὑπάρξει
ἤ ὕβρις, ὡς τό ᾿χουν συνήθειο ὅλοι οἱ θνητοί ἀνθρῶποι,
ἄλλοι στή θέση σας ὁδηγοί ἄντρες θέ νά γενοῦνε
καί σεῖς στήν ἐξουσία τους θά ζήσετε γιά πάντα.
Σοῦ τά ᾿πα ὅλα καί φύλαχτα καλά μές στά μυαλά σου᾿᾿.
«Καί σύ τοῦ Δία χαῖρε λοιπόν καί τῆς Λητῶς ἀγόρι
καί πάλι θά σέ θυμηθῶ ἐγώ μ’ἄλλο τραγούδι.»

Εἲς Ἑρμῆν

Tον Eρμή, Mούσα, ύμνησε, το γιο του Δία και της Mαίας,
που βασιλεύει στην Kυλλήνη και την Aρκαδία με τα πολλά κοπάδια,
τον αγγελιαφόρο των θεών, τον ευεργέτη,
που γέννησε η Mαία από το ερωτικό αγκάλιασμα του Δία,
η νύμφη με την ωραία, βοστρυχωτή κόμη, η σεβαστή·
έμεινε μακρυά από τις συναναστροφές των αθάνατων θεών
και κατοικούσε μέσα σε μια σκιερή σπηλιά,
εκεί όπου ο γιος του Kρόνου την αγκάλιαζε, τη νύμφη με την ωραία,
βοστρυχωτή κόμη,
μέσα στην καρδιά της νύχτας,
την ώρα που ύπνος γλυκός θα κυρίευε την Ήρα με τα απαλά χέρια,
κρυφά και από τους αθάνατους θεούς και από τους θνητούς ανθρώπους.
Mα όταν τα σχέδια του μεγάλου Δία περατώνονταν
και το φεγγάρι στέριωνε για τη Mαία
το δέκατο κιόλας μήνα του στον ουρανό,
όλα τα φανέρωσε και πράγματα σπουδαία γίναν.
Γέννησε τότε γιο πολυμήχανο, παμπόνηρο, ληστή, γελαδοκλέφτη,
ονείρων δωρητή, μάτι της νύχτας, φύλακα των πυλών,
που έμελλε γρήγορα να κατορθώσει έργα λαμπρά
ανάμεσα στους αθάνατους θεούς.
Γεννημένος το πρωί, κιθαριστής το μεσημέρι,
κλέφτης έγινε το βράδυ των βοδιών του τοξότη Aπόλλωνα,
τη μέρα που τον γέννησε η θεϊκή Mαία,
την τέταρτη του μήνα.
Mόλις ξεπήδησε από το αθάνατο σώμα της μητέρας του
δεν περίμενε και πολύ ξαπλωμένος στην ιερή του κούνια
αλλά όρμησε έξω και γύρευε τα βόδια του Aπόλλωνα
περνώντας το κατώφλι της μεγάλης σπηλιάς.
Bρήκε εκεί μια χελώνα και έκανε την τύχη του·
γιατί ο Eρμής πρώτος από όλους έκανε τη χελώνα να τραγουδήσει.
Έκοψε κοτσάνια από καλάμι στο κατάλληλο μήκος και τα στερέωσε στη ράχη
περνώντας τα μέσα από το καύκαλο της χελώνας·
και με την επινοητικότητά του, τέντωσε γύρω‐γύρω δέρμα από βόδι
πρόσθεσε τους δυο άξονες, ένωσε επάνω τους το ζυγό
και τέντωσε επτά σύντονες χορδές από πρόβατο.
Aφού λοιπόν τελείωσε, κρατώντας το αγαπημένο του παιχνίδι
δοκίμαζε κάθε χορδή με το πλήκτρο·
η λύρα τότε αντήχησε δυνατά κάτω από τα χέρια του .
O γιος της Mαίας, με το κοφτερό μάτι,
ο Aργεϊφόντης,
ξεχώρισε τότε από την αγέλη τους πενήντα αγελάδες
που μουκάνιζαν δυνατά.
και τις οδήγησε σε πορεία παραπλανητική, μέσα από αμμώδη γη,
έχοντας αντιστρέψει τα ίχνη τους·
δεν ξέχασε τα πονηρά του τεχνάσματα
και έβαλε αντίθετα τις οπλές, τις μπρός πίσω, τις πίσω μπρός,
ενώ ο ίδιος προχωρούσε απέναντί τους.
Kαι με τις καλαμιές της θαλασσινής άμμου έπλεξε αμέσως σανδάλια απερίγραπτα,
ασύλληπτα, πράγματα μαγικά,
μπερδεύοντας αρμυρίκια και φύτρα από μύρτο
και, αφού έδεσε στην αγκαλιά του όλους μαζί τους νεοφυτρωμένους βλαστούς,
φόρεσε κάτω από τα πόδια του με άνεση τα ελαφρά σανδάλια
μαζί με το φύλλωμά τους,
αυτά που ο ξακουστός Aργεϊφόντης έκοψε φεύγοντας από τήν Πιερία
για να ευκολύνει το βάδισμά του, μέ τό δικό του τρόπο,
σαν οδοιπόρος βιαστικός στο δύσκολο δρόμο.
Έτσι είπε ο Eρμής και του πρόσφερε τη λύρα· και ο Φοίβος Aπόλλων την δέχτηκε.
Έδωσε τότε στον Eρμή το λαμπρό μαστίγιο
που κρατούσε και του εμπιστεύτηκε τη βουκολική τέχνη.
O γιος της Mαίας τα δέχτηκε με χαρά. Tότε ο ωραίος γιος της Λητώς,
ο βασιλιάς Aπόλλων,
ο τοξότης, πήρε στʹ αριστερά του τη λύρα
και δοκίμαζε με το πλήκτρο τις χορδές της.
H λύρα στα χέρια του αντήχησε δυνατά
και πάνω στον ήχο της ο θεός τραγούδησε ωραία.
Έπειτα τα βόδια κατευθύνθηκαν προς το θεϊκό λιβάδι.
Kι αυτοί, τα δύο ωραία παιδιά του Δία,
ξεκίνησαν πάλι με φόρα για το χιονισμένο Όλυμπο
διασκεδάζοντας με τη φόρμιγγα.
O σοφός Δίας χάρηκε και τους έδεσε μέ φιλία, τον έναν με τον άλλον.
Έτσι, με όλη του τη στοργή, χάρισε τη φιλία του στο γιο της Mαίας
ο βασιλιάς Aπόλλων·
κι ο γιος του Kρόνου πρόσθεσε κι αυτός τη δική του χάρη.
O Eρμής, λοιπόν, όλους τους θεούς και όλους τους ανθρώπους συναναστρέφεται.
Ωφέλεια δίνει λίγη, μα ξεγελάει διαρκώς το γένος των ανθρώπων
μέσα στη μαύρη νύχτα.
Χαίρε, λοιπόν, γιέ του Δία και της Mαίας.
Eγώ και σε άλλο μου τραγούδι εσένα πάλι θα σε μνημονεύσω.

Εἲς Ἀφροδίτην (1)

Μοῦσα, τὰ ἔργα ψάλλε μου τῆς Ἀφροδίτης τῆς πολύχρυσης
τῆς Κύπριδας, ποὺ στοὺς θεοὺς γλυκὺ σήκωσε πόθο
καὶ δάμασε τὰ φύλα τῶν θνητῶν ἀνθρώπων
καὶ τὰ θεόθρεπτα πουλιὰ καὶ τὰ θηρία ὅλα,
κι ὅσα ἡ στεριὰ τρέφει πολλὰ κι ὅσα ὁ πόντος·
κι ὅλοι γιὰ τὰ ἔργα γνοιάζονται τῆς ὡριοστέφανης Κυθέρειας.
Τρία μυαλὰ μονάχα δὲν μπορεῖ νὰ πείσει ἢ ν‘ ἀπατήσει:
Τοῦ ἀσπιδοφόρου Δία τὴν κόρη τὴ γλαυκόφθαλμη Ἀθηνᾶ·
γιατὶ δὲν τὴν εὐχαριστοῦν τῆς Ἀφροδίτης τῆς πολύχρυσης τὰ ἔργα,
μὰ οἱ πόλεμοι στ‘ ἀλήθεια τῆς ἀρέσουν καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ἄρη,
οἱ συμπλοκὲς κι οἱ μάχες, κι ἔργα λαμπρὰ νὰ ἑτοιμάζει·
πρώτη αὐτὴ τοὺς γήινους τεχνίτες δίδαξε
ἁμάξια κι ἅρματα νὰ φτειάχνουν χαλκοσκάλιστα·
κι αὐτὴ τὶς ἁπαλόδερμες παρθένες στὰ παλάτια
λαμπρὰ δίδαξε ἔργα στῆς καθεμιᾶς τους βάζοντάς τα τὸ μυαλό.
Οὔτε ποτὲ τὴ χρυσοδόξαρη Ἄρτεμη τὴ βροντόλαλη
δαμάζει μ‘ ἔρωτα ἡ καλογέλαστη Ἀφροδίτη·
γιατὶ σ‘ αὐτὴν ἀρέσκουνε τὰ τόξα, καὶ στὰ βουνὰ θηρία νὰ σκοτώνει,
κι οἱ φόρμιγγες καὶ οἱ χοροὶ κι οἱ ἐκκωφαντικοὶ ἀλαλαγμοὶ
καὶ τὰ ἄλση τὰ σκιερὰ καὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν δίκαιων ἡ πόλη·
Κι οὔτε στὴν κόρη τὴ σεμνὴ ἀρέσκουνε τῆς Ἀφροδίτης τὰ ἔργα
τὴν Ἑστία, ποὺ πρώτη γέννησε ὁ Κρόνος ὁ πανοῦργος,
νεώτατη ὅμως πάλι, μὲ θέλημα τοῦ ἀσπιδοφόρου Δία,
σεβάσμια, ποὺ τὴν ἀγάπη της ζητοῦσαν νὰ κερδίσουν
ὁ Ποσειδώνας κι ὁ Ἀπόλλων·
ὅμως αὐτὴ διόλου δὲν ἤθελε καὶ σθεναρὰ τὴν ἄρνησή της εἶπε
κι ὅρκον ὁρκίστηκε μεγάλο, ποὺ ἐκπληρωμένος εἶναι,
τὴν κεφαλὴ ἀφοῦ ἄγγιξε τοῦ αἰγίοχου πατέρα Δία,
παρθένα νά ‚ν‘ παντοτινά, ἡ πάνσεπτη θεά·
σ‘ αὐτὴ λοιπὸν ὁ Δίας πατέρας ἔδωκε τιμὴ μεγάλη ἀντὶ γάμου,
κι ἔτσι στὸ μέσο τοῦ σπιτιοῦ ἑδρεύει τὴν ἄριστη λαμβάνοντας μερίδα·
καὶ στῶν θεῶν ὅλους τοὺς ναοὺς τιμὲς ἀπολαμβάνει
κι ἀπ‘ ὅλους τοὺς θνητοὺς πρέσβειρα τῶν θεῶν λογιέται.
Ἐτούτων τὰ μυαλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ πείσει ἢ ν‘ ἀπατήσει·
ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὅμως τίποτα τῆς Ἀφροδίτης δὲν ξεφεύγει
οὔτε ἀπ‘ τοὺς μακάριους θεοὺς οὔτε ἀπ‘ τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους.
Ὣς καὶ τοῦ Δία τὸν νοῦ ξεπλάνεψε τοῦ τερπικέραυνου,
ποὺ ὁ πιὸ μεγάλος εἶναι κι ἡ πιὸ μεγάλη τοῦ ‚λαχε τιμή·
καὶ αὐτοῦ ὅσες φορὲς τὸ θέλησε τὸν συνετό του νοῦ ἐξαπατώντας
εὔκολα μὲ θνητὲς τὸν ἔσμιξε γυναῖκες
τὴν ἀδελφὴ καὶ σύζυγό του Ἥρα νὰ λησμονήσει κάνοντας,
ποὺ στὶς ἀθάνατες ἀνάμεσα στὴν ὀμορφιὰ ἡ πρώτη πρώτη ἦταν
καὶ πάνδοξη ὡς γνωστὸ τὴ γέννησε ὁ Κρόνος ὁ πανοῦργος
κι ἡ μάνα Ρέα· κι ὁ Δίας ποὺ ἀλάνθαστες τὶς σκέψεις ἔχει
σεβάσμια σύζυγο τὴν ἔκανε γιομάτη φρονιμάδα ὡς ἦταν.
Σ‘ αὐτῆς τῆς ἴδιας τὴν καρδιὰ πόθο γλυκὸν ὁ Δίας ἔβαλε
μ‘ ἄντρα θνητὸ νὰ σμίξει, ὥστε ταχύτατα
μήτε κι αὐτὴ ἀπὸ θνητὸ κρεβάτι νά ‚ν‘ ἀποκλεισμένη,
μήτε ποτὲ μὲ καυχησιὰ νὰ πεῖ μπρὸς σ‘ ὅλους τοὺς θεοὺς
φιλάρεσκα γελώντας ἡ φιλόγελη Ἀφροδίτη
πὼς ἔσμιξε θεοὺς μὲ τὶς θνητὲς γυναῖκες
κι αὐτὲς θνητοὺς γεννῆσαν γιοὺς στοὺς ἀθανάτους,
καὶ πὼς θεὲς ἀνάμιξε μὲ τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους.
Γιὰ τὸν Ἀγχίση ἔτσι λοιπὸν πόθο γλυκὸ ἔβαλε στὴν καρδιά της,
ποὺ τότε στὶς ψηλὲς κορφὲς τῆς πολυπίδακης τῆς Ἴδης
ἔβοσκε βόδια στὸ παράστημα μὲ ἀθανάτους ὅμοιος.
Αὐτὸν λοιπὸν σὰν εἶδε ἡ φιλόγελη Ἀφροδίτη
ἐρωτεύτηκε, καὶ θαυμαστὰ στὰ σωθικά της πόθος τὴν κυρίεψε.
Στὴν Κύπρο τότε φθάνοντας μέσ‘ στὸν ναὸ τὸν μυρωμένο μπῆκε
στὴν Πάφο, ὅπου τέμενος κι εὐωδιαστὸς βωμός της εἶναι·
ἐδῶ ἀφοῦ μπῆκε αὐτὴ τὶς στραφτερὲς ἔκλεισε πόρτες.
Καὶ τότε οἱ Χάριτες τὴν ἔλουσαν καὶ τὴν ἀλεῖψαν λάδι
θεϊκό, ὅπως ἁρμόζει στοὺς θεοὺς ποὺ αἰώνιοι εἶναι,
μὲ θεϊκὸ γλυκόλαδο, γι‘ αὐτὴ ἀρωματισμένο ποὺ ἦταν.
Κι ὅταν ὡραῖα στὸ σῶμα ὅλα φόρεσε τὰ ὄμορφα τὰ ροῦχα
καὶ μὲ χρυσαφικὰ στολίστηκε ἡ φιλόγελη Ἀφροδίτη
ἔσπευσε γιὰ τὴν Τροία ἀφήνοντας τὴ μυρωμένη Κύπρο
ψηλὰ στὰ νέφη κόβοντας μ‘ εὐκινησία δρόμο.
Καὶ στὴν πολύβρυση ἔφτασε τὴν Ἴδη, τῶν ἄγριων θεριῶν τὴ μάνα,
κι εὐθεία τράβηξε στὴ στάνη τοῦ βουνοῦ· καὶ πίσω της
κουνώντας τὴν οὐρὰ λύκοι ψαρότριχοι κι ἀγριωπὰ λιοντάρια,
ἀρκοῦδες καὶ γοργοδρόμοι πάνθηρες ἀκόρεστοι γιὰ ἐλάφια
ἀκλουθοῦσαν· κι αὐτὴ θωρώντας μέσα της ὁλόψυχα χαιρόταν
κι ἔβαλε μέσ‘ τὰ στήθια τους τὸν πόθο, κι ἐκεῖνα ὅλα μαζὶ
συνδυὸ κοιμήθηκαν στὶς σκιερὲς φωλιές τους.
Κι αὐτὴ στὶς καλοκαμωμένες ἔφτασε καλύβες·
καὶ μέσ‘ στὴ στάνη ἀπὸ τοὺς ἄλλους ξεκομμένο βρῆκε
τὸν ἥρωα Ἀγχίση, ἀπ‘ τοὺς θεοὺς τὸ κάλλος ποὺ εἶχε.
Αὐτὰ ἀντάμα μὲ τὰ βόδια στοὺς χλοεροὺς βοσκότοπους τραβοῦσαν
ὅλα, κι αὐτὸς στὴ στάνη ξέμακρα ἀπὸ τοὺς ἄλλους μόνος
ἐδῶ κι ἐκεῖ περιφερόταν ἠχηρὰ παίζοντας τὴν κιθάρα.
Καὶ στάθηκε μπροστά του τοῦ Δία ἡ κόρη ἡ Ἀφροδίτη
μ‘ ἀνύπαντρη παρθένα σὲ παράστημα καὶ κάλλος ὅμοια,
μήπως μπροστά του βλέποντάς την συντρομάξει.
Κι ὁ Ἀγχίσης καλοκοίταζε καὶ θαύμαζε θωρώντας
τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸ παράστημα καὶ τὰ λαμπρὰ τὰ ροῦχα.
Γιατὶ πιὸ φωτεινὸ ἀπ‘ τῆς φωτιᾶς τὴ λάμψη πέπλο εἶχε φορέσει,
καὶ σκουλαρίκια λαμπερὰ εἶχε στριφτά καὶ ρόδακες ἀστραφτεροὺς
καὶ περιδέραια περικαλλῆ στὸν ἁπαλὸ γύρω λαιμό της ἦταν
ὄμορφα χρυσὰ ὁλοστόλιστα, καὶ σὰν σελήνη
στὰ στήθη γύρω τ‘ ἁπαλὰ λαμποκοποῦσαν, στὴν ὄψη θαῦμα.
Καὶ τὸν Ἀγχίση ἔρωτας κυρίευσε καὶ προσφωνώντας την τῆς εἶπε:
Χαῖρε βασίλισσα, ὅποια ἀπ‘ τὶς θεὲς στὸ σπίτι τοῦτο φτάνεις,
ἡ Ἄρτεμη ἢ ἡ Λητὼ ἢ κι ἡ χρυσῆ Ἀφροδίτη
ἢ ἡ Θέμιδα ἡ εὐγενὴς ἢ ἡ Ἀθηνᾶ ἡ γλαυκόφθαλμη
ἢ κάποια ἀπὸ τὶς Χάριτες ἦλθες ἐδῶ, ποὺ τοὺς θεοὺς
ὅλους συναναστρέφονται κι ἀθάνατες καλοῦνται,
ἢ κάποια ἀπὸ τὶς Νύμφες ποὺ στ‘ ἄλση τὰ ὡραῖα συχνάζουν
ἢ ἀπ‘ τὶς Νύμφες ποὺ στ‘ ὄρος τοῦτο τὸ ὡραῖο κατοικοῦνε
καὶ στὶς πηγὲς τῶν ποταμῶν καὶ στὰ χλοερὰ λιβάδια.
Γιὰ σένα ἐγὼ σὲ χῶρο στοῦ ὄρους τὴν κορφὴ περίβλεπτο
βωμὸ θὰ στήσω, καὶ πλούσιες θὰ σοῦ τελῶ θυσίες
ὅλες τὶς ὧρες· καὶ σὺ καλόγνωμη ἔχοντας διάθεση
δῶσε στοὺς Τρῶες ἀνάμεσα ἔξοχος νά ‚μαι ἄντρας,
κι ὕστερα δῶσ‘ μου γόνο θαλερό, κι ἐμὲ τὸν ἴδιο κάνε
χρόνια πολλὰ καλὰ νὰ ζήσω καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου ν‘ ἀτενίζω
εὐτυχισμένος μέσ‘ τὸ πλῆθος καὶ στὸ κατώφλι νὰ ἀφιχθῶ τῶν γηρατιῶν.
Τοῦ ἀπάντησε ἔπειτα τοῦ Δία ἡ κόρη ἡ Ἀφροδίτη:
Ἀγχίση, πιὸ ἔνδοξε ἀπ‘ τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους ὅλους,
θεὸς κανεὶς δὲν εἶμαι βέβαια· μὲ ἀθάνατες γιατί μὲ παρομοιάζεις;
Ὁλόθνητη στ‘ ἀλήθεια εἶμαι, καὶ μιὰ θνητὴ μὲ γέννησε μητέρα.
Κι ὁ Ὀτρέας εἶναι ὁ πατέρας μου στ‘ ὄνομα ξακουστός,
ἂν ἀκουστὰ τὸν ἔχεις,
ποὺ τῆς Φρυγίας ὅλης τῆς καλοτειχισμένης βασιλεύει.
Τὴ γλώσσα τὴ δικιά σας σὰν τὴ δικιά μου τέλεια τὴν κατέχω·
γιατὶ τροφὸς Τρωαδίτισσα στ‘ ἀνάκτορα μ‘ ἀνάθρεψε, κι ἐξ ὁλοκλήρου αὐτὴ
ἀπὸ μικρὸ παιδὶ μ‘ ἀνάστησε ἀπ‘ τὴ γλυκειὰ τὴ μάνα ἀφοῦ μὲ πῆρε.
Ἔτσι λοιπὸν καὶ τὴ δικιά σας φυσικὰ τὴ γλώσσα τέλεια κατέχω.
Καὶ τώρα ὁ Ἀργειφόντης ὁ χρυσόρραβδος μὲ ἀνάρπαξε
ἀπ‘ τὸν χορὸ τῆς χρυσοδόξαρης Ἄρτεμης τῆς βροντόλαλης.
Νύμφες πολλὲς καὶ πολυζήτητες παρθένες
παίζαμε, κι ἀτέλειωτος μᾶς περικύκλωνε ὅμιλος·
ἀπὸ ἐκεῖ μὲ ἅρπαξε ὁ Ἀργειφόντης ὁ χρυσόρραβδος,
κι ἀπὸ πολλὰ μὲ πέρασε χωράφια τῶν θνητῶν ἀνθρώπων,
κι ἀπὸ πολλῶν ἀκλήρωτη καὶ χέρσα γῆ, ποὺ θηρία ἀπ‘ ἄκρου σ‘ ἄκρο
ὠμοφάγα περνοδιαβαίνουνε σὲ σκιερὰ φαράγγια,
κι οὔτε ποὺ νόμιζα πὼς μὲ τὰ πόδια ἄγγιζα τὴ ζωοδότρα γῆ.
Στοῦ Ἀγχίση τὸ κρεββάτι ἔλεγε πὼς θὰ καλοῦμαι
νόμιμη γυναίκα καὶ πὼς λαμπρὰ τέκνα θὰ σοῦ γεννήσω.
Ἀφοῦ λοιπὸν τὸν δρόμο μοῦ ‚δειξε καὶ δήλωσε τὸν τόπο, αὐτὸς
σὰν ἦταν φυσικὸ καὶ πάλι
γιὰ τῶν ἀθάνατων τὸ γένος τράβηξε ὁ κραταιὸς ὁ Ἀργειφόντης·
κι ἐγὼ σὲ σένα ἔφτασα, κι ἀνίκητη ἡ ἀνάγκη ἦταν.
Ἀλλὰ στοῦ Δία τὸ ὄνομα γονατιστὴ καὶ τῶν γονιῶν σου σὲ ἱκετεύω
τῶν λαμπρῶν· γιατὶ τέτοιον κακοὶ δὲν θὰ γεννοῦσαν·
παρθένα ἀφοῦ μὲ πάρεις κι ἄπειρη στὸν ἔρωτα
δεῖξε με στὸν πατέρα σου καὶ στὴ μητέρα ποὺ λαμπρὰ κατέχει ἔργα
καὶ στὰ δικά σου ἀδέλφια, ποὺ ἀπ‘ τὴν ἴδια κρατᾶνε φύτρα·
δὲν θά ‚μαι νύφη ἀνάρμοστη γι‘ αὐτούς, μὰ καθωσπρέπει.
Καὶ στεῖλε γρήγορ‘ ἄγγελο στοὺς Φρύγες μὲ τοὺς ἵππους
τοὺς ταχύποδες νὰ τὸ μηνύσουν
στὸν πατέρα μου καὶ στὴ μητέρα ποὺ ἔγνοιες τὴν κρατοῦνε·
κι αὐτοὶ χρυσάφι βέβαια σωρὸ καὶ ροῦχα ὑφαντὰ
θὰ στείλουν, κι ἐσὺ πολλὰ κι ὁλόλαμπρα θὰ πάρεις λύτρα.
Κι αὐτὰ σὰν κάμεις πρόσφερε συμπόσιο γιὰ γάμο ποθητὸ
πολύτιμο σ‘ ἀνθρώπους καὶ στοὺς ἀθάνατους θεούς.
Ἔτσι ἀφοῦ μίλησε ἡ θεὰ πόθο γλυκὸ τοῦ ‚βαλε στὴν καρδιά,
καὶ τὸν Ἀγχίση ὁ ἔρωτας κυρίευσε καὶ προσφωνώντας την τῆς εἶπε:
Ἐὰν στ‘ ἀλήθεια εἶσαι θνητή, καὶ μιὰ θνητὴ σὲ γέννησε μητέρα,
κι ὁ Ὀτρέας εἶν‘ ὁ πατέρας σου στ‘ ὄνομα ξακουστός, ὅπως τὰ λές,
καὶ μὲ τοῦ ἀθάνατου τὸ θέλημα ὁδηγοῦ ἐδῶθε φτάνεις
τοῦ Ἑρμῆ, δική μου σύζυγος θὰ λέγεσαι γιὰ πάντα·
κανένας ἔπειτα ἀπ‘ τοὺς θεοὺς καὶ τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους
δὲν θὰ μὲ συγκρατήσει ἐδῶ πρὶν σ‘ ἔρωτα μὲ σένανε νὰ σμίξω
ἀμέσως τώρα, οὔτε κι ἂν ὁ ἴδιος ὁ εὔστοχος ἀπὸ μακρυὰ Ἀπόλλων
ἀπ‘ τὸ ἀργυρό του τόξο ἐξακόντιζε τὰ ἐπώδυνά του βέλη.
Καὶ θά ‚θελα ἔπειτα, μὲ τὶς θεὲς γυναίκα ὅμοια, στὴν κλίνη
τὴ δική σου ἀφοῦ ἀνεβῶ στὰ δώματα τοῦ Ἅδη μέσα νά ‚μπω.
Ἔτσι ἀφοῦ μίλησε τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι· καὶ ἡ φιλόγελη Ἀφροδίτη
τραβοῦσε γυρνώντας πίσω ἀφοῦ χαμήλωσε τὰ ὄμορφά της μάτια
στὴν κλίνη τὴν καλόστρωτη, ποὺ γιὰ τὸν βασιλιὰ πρὶν ἦταν
μὲ χλαῖνες μαλακὲς στρωμένη· ἐκεῖ ἀποπάνω
δέρματ‘ ἀρκούδων κείτονταν καὶ λιονταριῶν βαρύφωνων
ποὺ μόνος του τὰ σκότωσε στὰ ὄρη τὰ ψηλά.
Κι ὅταν αὐτοὶ λοιπὸν στὴν κλίνη τὴν καλόστρωτη πλαγιάσαν,
τ‘ ἀστραφτερὰ πρῶτα κοσμήματα τῆς ἔβγαλε ἀπ‘ τὸ σῶμα,
τὶς πόρπες καὶ τὰ στριφτὰ λαμπρὰ σκουλαρίκια καὶ τοὺς ρόδακες
καὶ τὰ περιδέραια·
τῆς ἔλυσε τὴ ζώνη καὶ τ‘ ἁπαλόφωτα τὰ ροῦχα της
τῆς ἔβγαλε καὶ σὲ θρονὶ τ‘ ἀπόθεσε ἀσημοκαρφωμένο
ὁ Ἀγχίσης· κι ἔτσι αὐτὸς μὲ θέλημα θεῶν καὶ μοίρα
μ‘ ἀθάνατη ἐπλάγιασε θεὰ θνητός, ἐπίγνωση μὴ ἔχοντας.
Κι ὅταν καὶ πάλι οἱ βοσκοὶ γυρίζανε στὴ στάνη
τὰ βόδια καὶ τὰ παχιὰ τ‘ ἀρνιὰ ἀπ‘ τὰ ἀνθισμένα βοσκοτόπια,
τότε λοιπὸν ὕπνο γλυκὸ σκόρπιζε στὸν Ἀγχίση
βαθὺ κι αὐτὴ στὸ σῶμα φόραγε τὰ ὄμορφά της ροῦχα.
Κι ἀφοῦ σωστὰ ὅλα φόρεσε στὸ σῶμα ἡ σεβαστὴ θεὰ
στάθηκε ὡς ἦταν φυσικὸ μέσ‘ στὴ σκηνή, τὴν καλοκαμωμένη ὀροφὴ
ἄγγιξε ἡ κεφαλή της, καὶ κάλλος στὶς παρειές της ἔλαμπε
ἀθάνατο, τέτοιο ποὺ στὴν ὡριοστέφανη Κυθέρεια ταιριάζει.
Κι ἀπὸ τὸν ὕπνο τὸν ἐσήκωσε, καὶ προσφωνώντας τοῦ εἶπε:
Ἐγέρσου, Δαρδανίδη· γιατὶ λοιπὸν ὕπνο βαθὺ κοιμᾶσαι;
Καὶ πές μου ἂν ὅμοια ἐγὼ σοῦ φαίνομαι νὰ εἶμαι
τέτοια ποὺ ἐμὲ τὴν πρώτη τὴ φορὰ μπροστὰ στὰ μάτια σου εἶδες.
Ἔτσι εἶπε· καὶ ἐκεῖνος ἀπ‘ τὸν ὕπνο του ὑπάκουσε ἀμέσως.
Μὰ ὣς εἶδε τὸν λαιμὸ καὶ τὰ ὄμορφα τῆς Ἀφροδίτης μάτια
τρόμαξε καὶ τὰ μάτια του ἔστρεψε ἀλλοῦ.
Κι ἀμέσως πάλι μὲ χλαῖνες κάλυψε τ‘ ὄμορφο πρόσωπό του
κι αὐτὴν ἐκλιπαρώντας λόγια τῆς εἶπε φτερωτά:
Ἀμέσως ὣς στὰ μάτια μου, θεά, σὲ πρωτοεῖδα,
θεὰ πὼς εἶσαι τό ‚νοιωσα· μὰ σὺ δὲν μοῦ ‚πες τὴν ἀλήθεια.
Ἀλλὰ στοῦ Δία τ‘ ὄνομα γονατιστὸς σὲ ἱκετεύω τοῦ ἀσπιδοφόρου,
ἂν εἶν‘ νὰ ζήσω, ἀδύναμο μέσ‘ στοὺς ἀνθρώπους μὴ μ‘ ἀφήσεις
νὰ κατοικῶ, ἀλλὰ ἔλεος δεῖξε· γιατὶ ὁ ἄντρας θαλερόβιος
μετὰ δὲν εἶναι ὅποιος μὲ ἀθάνατες θεὲς ξαπλώνει.
Τοῦ ἀπάντησε ἔπειτα τοῦ Δία ἡ κόρη ἡ Ἀφροδίτη:
Ἀγχίση, πιὸ ἔνδοξε ἀπ‘ τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους ὅλους,
θάρρεψε, καὶ στὴν ψυχή σου μέσα μὴν πολυφοβᾶσαι·
γιατὶ φόβος κανεὶς κακὸ νὰ πάθεις ἀπὸ μένα δὲν ὑπάρχει
οὔτ‘ ἀπ‘ τοὺς ἄλλους τοὺς μακάριους, γιατὶ στ‘ ἀλήθεια
φίλος εἶσαι στοὺς θεούς.
Σὲ σένα γιὸς ἀγαπητὸς θὰ γεννηθεῖ ποὺ ἀνάμεσα στοὺς Τρῶες
θὰ βασιλέψει
καὶ τῶν παιδιῶν παιδιὰ συνέχεια θὰ γεννιοῦνται·
σ‘ αὐτὸν Αἰνείας θά ‚ναι τ‘ ὄνομα, γιατὶ ἐμὲ «αἰνὸς» καὶ φοβερὸς
βρῆκε καημὸς ποὺ σ‘ ἄντρα θνητοῦ τὴν κλίνη ξάπλωσα·
κι ἰσόθεοι σχεδὸν πάνω ἀπ‘ ὅλους τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους θά ‚ναι
ἀπ‘ τὴ δική σας πάντοτε γενιὰ στὴν ὀμορφιὰ καὶ στὸ παράστημα.
Στ‘ ἀλήθεια βέβαια τὸν ξανθὸ τὸν Γανυμήδη ὁ συνετὸς ὁ Δίας
ἅρπαξε γιὰ τὸ κάλλος του μὲ τοὺς ἀθάνατους μαζὶ γιὰ νά ‚ναι
καὶ στὸ ἀνάκτορο τοῦ Δία στοὺς θεοὺς κρασὶ γιὰ νὰ κερνάει,
θαῦμα νὰ τόνε βλέπεις, ἀπὸ τοὺς ἀθανάτους ὅλους τιμημένος,
ἀπὸ χρυσὸ κρατῆρα ἀντλώντας νέκταρ κόκκινο.
Τὸν Τρῶα πένθος ἄπαυστο κατεῖχε στὴν ψυχή, κι οὔτε ποὺ τό ‚ξερε
ποὺ τὸν ἀγαπητό του γιὸ τοῦ ἀνάρπαξε θύελλα θεϊκή·
κι ἔτσι ὅπως ἦταν φυσικὸ τὸν θρήναγε μέρα τὴ μέρα.
Κι αὐτὸν ὁ Δίας σπλαχνίστηκε καὶ τοῦ ‚δωσε τοῦ γιοῦ του λύτρα
ἵππους γρηγοροπόδαρους ποὺ κουβαλοῦν τοὺς ἀθανάτους·
ὐτοὺς δῶρο τοῦ ‚δωσε νὰ ἔχει· καὶ τὰ καθέκαστα εἶπε
μὲ ἐντολὲς τοῦ Δία ὁ ἀγγελιαφόρος ὁ Ἀργειφόντης,
ἀθάνατος πὼς ἦταν καὶ ἀγέραστος σὰν τοὺς θεούς.
Καὶ σὰν τοῦ Δία βέβαια ἄκουγε αὐτὸς τὶς ἀγγελίες,
ἄλλο πιὰ δὲν θρηνοῦσε φυσικά, μὰ μέσα του ὁλόψυχα χαιρόταν,
καὶ τοὺς γρηγοροπόδαρους χαρούμενος καβάλλαγε τοὺς ἵππους.
Ἔτσι τὸν Τιθωνὸ ἡ χρυσοστόλιστη ἅρπαξε πάλι Αὐγή,
ἀπ‘ τὴ δική σας τὴ γενιὰ μὲ τοὺς θεοὺς τοὺς ἀθανάτους ὅμοιο.
Καὶ τράβηξε καὶ πῆγε ἀπὸ τὸν μελανονεφῆ τὸν γιὸ τοῦ Κρόνου νὰ ζητήσει
ἀθάνατος νὰ εἶναι καὶ στὸν αἰώνα τὸν ἅπαντα νὰ ζεῖ·
κι ὁ Δίας συγκατένευσε σ‘ αὐτὴ καὶ τῆς ἐκπλήρωσε τὸν πόθο.
Ἡ ἄμυαλη, οὔτε στὸν νοῦ της μέσα σκέφτηκε ἡ σεβαστὴ Ἠὼς
τὴ νιότη νὰ ζητήσει καὶ τὰ ὀλέθρια ἀπὸ πάνω του νὰ ξύσει γηρατιά.
Κι αὐτὸν ὅσο λοιπὸν ἡ πολυέραστη ἡ νιότη τὸν κατεῖχε,
μὲ τὴν Ἠὼ διασκεδάζοντας τὴ χρυσοστόλιστη τὴν πρωινογεννημένη
στοῦ Ὠκεανοῦ τὰ ρεῖθρα κατοικοῦσε στὰ πέρατα τῆς γῆς·
μὰ σὰν οἱ πρῶτες οἱ λευκὲς καταβλαστῆσαν τρίχες
στ‘ ὄμορφο τὸ κεφάλι του στ‘ ἀρχοντικό του γένι,
ἀπὸ τὴν κλίνη του, ἑπόμενο ὡς ἦταν, ἀπεῖχε ἡ σεβαστὴ Ἠώς,
μ‘ αὐτὸν καὶ πάλι φρόντιζε στὰ μέγαρα ἔχοντάς τον
μ‘ ἄρτο καὶ μ‘ ἀμβροσία κι ὄμορφα ροῦχα δίνοντάς του.
Ἀλλ‘ ὅταν πιὰ ὁλότελα τὰ στυγερὰ τὰ γηρατιὰ τὸν καταπιέζαν
οὔτε κανένα νὰ κινήσει ἀπὸ τὰ μέλη του μποροῦσε ἢ νὰ σηκώσει,
αὐτὴ σ‘ ἐκείνην ἡ ἄριστη στὸν νοῦ φαινόταν σκέψη:
μέσ‘ στὸν κοιτώνα τὸν ἀπόθεσε, καὶ ἔκλεισε τὶς θύρες τὶς λαμπρές.
Κι αὐτοῦ ἄπαυστη ἡ φωνὴ στ‘ ἀλήθεια ρέει, καὶ δύναμη καμμιὰ
δὲν ἐνυπάρχει σὰν κι αὐτὴ ποὺ πρὶν στὰ εὐκίνητά του μέλη εἶχε.
Τέτοιον ἐγὼ τουλάχιστον μέσ‘ τοὺς ἀθάνατους δὲν θὰ σὲ διάλεγα
ἀθάνατος νὰ εἶσαι καὶ στὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα νὰ ζεῖς.
Ἂν ὅμως τέτοιος ὄντας στὴν ὀμορφιὰ καὶ στὸ παράστημα
θὰ ζοῦσες, κι ἄντρας δικός μου θὰ λεγόσουν,
τότε καημὸς τὰ συνετὰ μυαλά μου δὲν θὰ περικάλυπτε.
Τώρα ὅμως γρήγορα γῆρας πάγκοινο θὰ σὲ περικαλύψει
ἀνελέητο, ποὺ τοὺς κοντοζυγώνει τοὺς ἀνθρώπους,
ὀλέθριο, δυσβάσταχτο, ποὺ κι οἱ θεοὶ βεβαίως τὸ μισοῦν.
Γιὰ μὲ ἐπιπρόσθετα ντροπὴ μεγάλη μέσ‘ τοὺς ἀθάνατους θεοὺς
παντοτινὰ θὰ ὑπάρχει ἀκατάπαυστα ἐξαιτίας σου,
ποὺ πρὶν τὰ ἐρωτόλογα καὶ τὰ τεχνάσματά μου, μὲ τὰ ὁποῖα ὅλους
κάποτε τοὺς ἀθανάτους ἔσμιξα μ‘ ὁλόθνητες γυναῖκες,
ἀντίκρυζαν μὲ δέος· γιατὶ ὅλους τὰ δικά μου σχέδια δαμάζαν.
Μὰ τώρα πιὰ τὸ στόμα μου δὲν θ‘ ἀνοιχτεῖ νὰ ὀνοματίσει
τοῦτο μέσ‘ στοὺς ἀθάνατους, γιατὶ πάρα πολὺ τυφλώθηκα
ἐλεεινὰ κι ἀκαταφρόνητα, κι ἀποπλανήθηκα στὸν νοῦ,
καὶ στὴν κοιλιὰ παιδὶ ἔπιασα μ‘ ἕνα θνητὸ πλαγιάζοντας.
Αὐτὸν σὰν πρῶτα δεῖ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου,
Νύμφες θὰ τόνε θρέψουν ὀρεσίβιες μεγαλόστηθες,
ποὺ τοῦτο ἐδῶ τὸ ὄρος κατοικοῦν τὸ ὑψηλὸ καὶ τὸ πανάγιο·
αὐτὲς οὔτε στὴν τάξη τῶν θνητῶν ὑπάγονται οὔτε στῶν ἀθανάτων·
μακρόχρονη ζωὴ ἔχουνε καὶ ἀθάνατη τροφὴ αὐτὲς τρῶνε,
καὶ μὲ τοὺς ἀθανάτους ὄμορφο στήνουν χορό·
μ‘ αὐτὲς κι οἱ Σειληνοὶ κι ὁ ἄγρυπνος ὁ Ἀργειφόντης
σμίγουν τρυφερὰ στὰ μύχια σπηλιῶν ἐρωτικῶν.
Μαζὶ μ‘ αὐτὲς ἢ ἐλατιὲς ἢ δρύες ὑψηλόκορμες
ὅταν γεννήθηκαν φυτρῶσαν στὴ γῆ τὴν ἀνδροθρέφτρα
ὡραῖες καὶ θαλερὲς στὰ ὑψηλὰ τὰ ὄρη.
Στέκουν ἀπόκρημνες, καὶ τὶς καλοῦν τεμένη
τῶν ἀθανάτων· κι οὔτ‘ οἱ θνητοὶ τὶς κόβουν μ‘ ἐργαλεῖα σιδερένια.
Ἀλλ‘ ὅταν πιὰ ἡ μοίρα φτάσει τοῦ θανάτου,
πρῶτα ξεραίνονται στὴ γῆ τὰ δέντρα τὰ ὡραῖα,
καὶ γυροτρώγεται ὁ φλοιὸς καὶ τὰ κλωνιὰ ἀπὸ πάνω πέφτουν,
κι αὐτῶν μαζὶ ἡ ψυχὴ τὸ φῶς ἀφήνει τοῦ ἥλιου.
Αὐτὲς λοιπὸν κοντά τους τὸν δικό μου γιὸ ἔχοντας θὰ θρέψουν.
Αὐτὸν σὰν πιάσει ἡ πρώτη ἡ πολυέραστη ἡ ἥβη,
θὰ σοῦ τὸν φέρουν οἱ θεὲς ἐδῶ, καὶ θὰ στὸν δείξουνε παιδί·
σὲ σένα ἐγώ, γιὰ νὰ τελειώσω ὅλα ὅσα στὸν νοῦ μου μέσα συλλογίζομαι,
στὸν πέμπτο χρόνο πάλι θά ‚ρθω τὸν γιὸ ὁδηγώντας.
Κι ὅταν αὐτὸν στὰ μάτια τὸν βλαστὸ πρωταντικρύσεις,
κοιτάζοντάς τον θὰ χαρεῖς· γιατὶ μὲ τοὺς θεοὺς πολὺ θὰ μοιάζει·
κι αὐτὸν ἀμέσως θὰ ὁδηγήσεις στὴν Τροία τὴν ἀνεμόδαρτη.
Κι ἂν κάποιος τὴν ἐρώτηση σοῦ κάνει ἀπ‘ τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους,
ποιά τέλος πάντων μάνα σοῦ ἐγκυμόνησε τὸν προσφιλῆ σου γιό,
σ‘ αὐτὸν ἐσὺ νὰ θυμηθεῖς νὰ πεῖς ὡς σὲ προστάζω:
Λὲν ὄντως πὼς μιᾶς Νύμφης ροδοπρόσωπης γιὸς εἶναι
ποὺ ἐτοῦτο ἐδῶ τὸ ὄρος κατοικοῦν τὸ πυκνοδασωμένο.
Ἂν ὅμως πεῖς τὸ μυστικὸ καὶ καυχηθεῖς μὲ νοῦ ἄφρονα
ἐρωτικὰ πὼς ἔσμιξες μὲ τὴν ὡριοστεφάνωτη Κυθέρεια,
ὁ Δίας χολωμένος μὲ κεραυνὸ θὰ σὲ χτυπήσει ὠχρόμαυρο.
Σοῦ ‚χουν λεχθεῖ τὰ πάντα· κι ἐσὺ στὸν νοῦ σου βάζοντάς τα
κρατήσου καὶ μὴ μ‘ ὀνοματίζεις, μὰ τὴν ὀργὴ φοβοῦ τῶν θεῶν.
Ἔτσι ἀφοῦ μίλησε στὸν οὐρανὸ τὸν ἀνεμοδαρμένο πέταξε.
Χαῖρε θεά, ποὺ τὴν Κύπρο τὴν καλοκτισμένη γνοιάζεσαι·
ἀπὸ σένα ἐγὼ ἀφοῦ ἄρχισα σ‘ ἄλλο θὰ προχωρήσω ὕμνο.

Εἲς Ἀφροδίτην (2)

Τὴ σεβαστὴ χρυσοστέφανη ὄμορφη Ἀφροδίτη
θὰ ὑμνήσω, ποὺ ὅλης τῆς Κύπρου τὰ ὀχυρὰ κυβερνᾶ
τῆς θαλασσόβρεχτης, ὅπου φύσημα ὑγρὸ τοῦ Ζέφυρου
τὴν ἔφερε πάνω ἀπὸ τῆς πολύφλοισβης τῆς θάλασσας τὸ κύμα
σὲ μαλακὸν ἀφρό· κι αὐτὴν οἱ χρυσοστόλιστες οἱ Ὧρες
τὴν καλωσόρισαν περίχαρα, καὶ θεῖα τὴν ἔντυσαν ἐνδύματα,
καὶ στὸ κεφάλι της τ‘ ἀθάνατο καλοπλεγμένο βάλανε στεφάνι
ὄμορφο ὁλόχρυσο, στὰ τρυπημένα της αὐτιὰ
στολίδια ἀπὸ ὀρείχαλκο κι ἀτίμητο χρυσό,
τὸν τρυφερό της τὸ λαιμὸ καὶ τ‘ ἀργυρά της στήθια
μ‘ ὁλόχρυσα κοσμήματα στολίζαν, σὰν κεῖνα ποὺ οἱ ἴδιες
οἱ Ὧρες οἱ ὁλόχρυσες στολίζονταν κάθε φορὰ ποὺ πήγαιναν
σὲ θελκτικὸ θεῶν χορὸ καὶ στοῦ πατέρα τους τ‘ ἀνάκτορα.
Κι ὅταν λοιπὸν κάθε στολίδι στὸ κορμί της βάλαν
στοὺς ἀθανάτους τὴν ἐφέραν· καὶ τὴν ἀσπάζονταν αὐτοὶ μόλις τὴν εἶδαν
τῆς δίνανε τὰ χέρια χαιρετώντας την κι εὐχήθηκε ὁ καθένας
γυναίκα νὰ τὴν εἶχε τρυφερὴ καὶ νὰ τὴν ἔπαιρνε στὸ σπίτι,
θαυμάζοντας τὸ κάλλος τῆς ἀνθοστέφανης Κυθέρειας.
Χαῖρε ἑλικοβλέφαρη γλυκομείλιχη, δῶσ‘ στὸν ἀγώνα
αὐτὸν ἐδῶ τὴ νίκη νὰ κερδίσω, καὶ τὸ τραγούδι μου κάνε ὥριο.
Κι ἐγὼ καὶ σὲ καὶ ἄλλο μου θὰ θυμηθῶ τραγούδι.

Εἲς Διώνυσον

Για τον Διόνυσο, το γιο της ξακουστής Σεμέλης,
ύμνο θα πω, πως φάνηκε στου πόντου πλάι την άμμο
σε μια προεξοχή όμοιος με ένα νεαρό άνδρα.
Ανέμιζαν τα όμορφα ολόμαυρα μαλλιά του.
στους γερούς ώμους του είχε ένδυμα πορφυρένιο.
Γοργά πρόβαλαν πειρατές απο ένα στέριο πλοίο
Τυρρηνοί στον οίνοπα πόντο επάνω.
κακή μοίρα τους έφερε. μόλις αυτοί τον είδαν,
τις ματιές τους αντάλλαξαν, πήδησαν απο το πλοίο,
τον έπιασαν, τον έβαλαν σε αυτό χαρά γεμάτοι.
Βασιλιάδων διότρεφτων γιός έλεγαν πως είναι
κι ήθελαν χειροπόδορα αυτόν να σφιχτοδέσουν.
Δεν θα τον κρατούσαν τα δεσμά. αλλά απο χέρια, πόδια
ξελύνονταν οι λυγαριές και γελαστός καθόταν
με ολόμαυρα τα μάτια του. το ένιωσε ο τιμονιέρης,
μίλησε στους συντρόφους του και αυτά τα λόγια είπε :
«Κακόμοιροι, τι πιάσατε και δένετε μεγάλο θεό.
Το καλοσκάρωτο πλοίο δεν θα μπορέσει
να τον μεταφέρει. Είναι Δίας ή Ποσειδώνας
ή αργυρότοξος Φοίβος. Με τους θνητούς δεν μοιάζει,
μα με θεούς που Όλυμπο έχουν σαν κατοικία.
Εμπρός ας τον αφήσουμε πια στην στεριά τη μαύρη.
τα χέρια μην απλώνετε, μήπως αυτός θυμώσει,
τρανούς ανέμους σηκώσει, μεγάλη καταιγίδα».
Είπε. με μίσος μίλησε ο αρχηγός του πλοίου :
«Βλέπει τον άνεμο, τράβα του πλοίου το κατάρτι,
πάρε όλα τα σύνεργα. θα τον νοιαστούν οι ναύτες.
Θα πάει, λέω, στην Αίγυπτο ή στους Υπερβόρειους,
στην Κύπρο ή πιο μακριά. Θα μας μιλήσει πάντως
για φίλους, για τα αγαθά του, για αδέρφια. θεός κάποιος
στα χέρια μας τον έριξε σκόπιμα δίχως άλλο».
Είπε. του πλοίου ταπανιά τράβηξε, το κατάρτι.
Άνεμος τότε φύσηξε στου καταρτιού το κέντρο.
και άπλωσαν τα σύνεργα. γοργά είδαν το θαύμα.
Γλυκόπιοτο ευωδιαστό κρασί και κελάρυζε στο πλοίο
το μαυρο το γοργό, οσμή αμέσως απλωνόταν
αθάνατη. βλέποντας τα θαύμασαν όλοι οι ναύτες.
Στην κορυφή του καταρτιού ξεπετάχθηκε κλήμα
και από παντού κρεμονταν πολλά τσαμπιά σταφύλια.
τυλίγοταν μαυρος κισσός γύρω απο το κατάρτι
άνθη γεμάτος. πρόβαλε καρπός χαριτωμένος.
στεφάνια είχαν οι σκαρμοί. αυτοί όταν το είδαν,
στον τιμονιέρη έλεγαν το πλοίο τους να αράξει.
στην άκρη του πλοίου αυτός τότε έγινε λιοντάρι
φοβερό. τρανά βρυχιόταν. κταμεσείς αρκούδα
μια πυκνόμαλλη έκανε σημάδια δείχνοντας τους.
με ορμή στήθηκε η αρκουδα. στην άκρη το λιοντάρι
λοξοκοιτούσε φοβερά. όλοι πήγαν στην πρύμνη
γύρω στον τιμονιέρη τους το μυαλομένο τότε
και τρομαγμένοι στάθηκαν. ορμώντας το λιοντάρι
τον αρχηγό τους έπιασε. πάσχισαν να γλιτώσουν
οι ναύτες απο το θάνατο. πήδησαν, μόλις είδαν,
και δελφίνια έγιναν πια. τον πλοίαρχο κρατώντας
απο λύπη τον έκανε ευτυχισμένο και είπε :
«Κουράγιο έχε, έξιε, αρεστέ της ψυχής μου.
ο βαρύβροντος Διόνυσος, της Καδμείας Σεμέλης
και του Δία που έσμιμε με εκείνη τέκνο είμαι».
Της ωριόματης Σεμέλης τέκνο, σένα ξεχνώντας
δεν θα στολίσω ποτέ πια ένα γλυκό τραγούδι.

Εἲς Ἄρεα

Ό Αρη κραταιότατε,
συ πού παίζεις με τα άρματα και με την χρυσή περικεφαλαία,
ισχυρόκαρδε, άριστε, πού σώζεις τάς πόλεις και είσαι ώπλισμένος με χαλκό,
συ πού έχεις ισχυρά χέρια, ακαταπόνητε, ισχυρέ, φρούριον του Ολύμπου,
ώ πατέρα της πολεμικής Νίκης, συμπαραστάτη της θέμιδος,
τύραννε των αντιθέτων, οδηγέ των δικαιοτάτων ανδρών
πού έχεις το σκήπτρον της ανδρείας
και περιελίσσεις τον κύκλον πού λάμπει ωσάν το πυρ
εις του αιθέρος τους αστερισμούς με τάς επτά πορείας
όπου φλογεροί πώλοι (πουλάρια) σε έχουν πάντοτε υπεράνω
από την τρίτην περιφέρειαν του άρματος.
Ακουσε με, συ ο βοηθός των ανθρώπων,
πού δίδεις την τολμηράν νεότητα,
λάμπρυνε από υψηλά τον ιδικόν μας βίον με λαμπρό γλυκύ φως,
και δώσε μου δύναμιν πολεμικήν
δια να ήμπορώ να αποτρέψω την πικρήν κακία
από το δικό μου κεφάλι
και να παρακάμψω την απατηλήν ορμήν της ψυχής
και να συγκρατώ αφ’ ετέρου την ορμητικήν μανίαν του θυμού,
ο οποίος με εξοργίζει διά να επεμβαίνω εις την παγεράν βοήν της μάχης.
Αλλά συ, ώ μακάριε, δώσε μου θάρρος,
δια να παραμένω σταθερός εις τους αβλαβείς θεσμούς της ειρήνης
και να αποφεύγω την μάχην των εχθρών και τον βίαιον θάνατον.

Εἲς Ἄρτεμιν (1)

Την Άρτεμη την αδερφή του Εκάτου ύμνησε Μούσα
την τοξότρια παρθένα, ομογάλακτη του Απόλλωνα,
αυτή που τ’ άλογα του βουρλοσκεπασμένου Μέλητος ποτίζει
και γρήγορα το άρμα τ’ ολόχρυσο απ’ τη Σμύρνη το πηγαίνει
στην αμπελόφυτη την Κλάρο, εκεί που ο αργυρότοξος Απόλλων
κάθεται την τηλεύστοχη τοξότρια περιμένοντας.
Έτσι κι εσύ κι όλες οι θεές μαζί σου ας χαίρεσαι με το άσμα μου,
όμως εγώ εσένα πρώτα κι από σένα αρχίζω να υμνώ,
κι αφού από σένα αρχίσω θα περάσω σ’ άλλον ύμνο.

Εἲς Ἀφροδίτην (3)

Τὴν Κυπρογέννητη Κυθέρεια θὰ ὑμνήσω, ποὺ στοὺς θνητοὺς
εὐπρόσδεκτα προσφέρει δῶρα, καὶ μὲ τὸ ποθητό της πρόσωπο
πάντα μειδιᾶ καὶ μὲ λουλούδι ποθητὸ ὁμοιάζει.
Χαῖρε θεά, ποὺ τὴν καλοκτισμένη Σαλαμῖνα γνοιάζεσαι
καὶ τὴν Κύπρο τὴ θαλασσόβρεχτη· δῶσ‘ μου τραγούδι ποθοτρόφο.
Κι ἐγὼ καὶ σὲ καὶ ἄλλο μου θὰ θυμηθῶ τραγούδι.

Εἲς Ἀθηνᾶν

Την πολιούχο Αθηνά Παλλάδα αρχίζω να εξυμνώ
την τρομερή, που με τον Άρη έργα πολεμικά σχεδιάζει
και λεηλασίες πόλεων, πολέμους κι αλαλάγματα,
και προστατεύει το στρατό κι όταν υποχωρεί κι όταν ορμάει.
Χαίρε θεά, δος μου καλοτυχία κι ευδαιμονία.

Εἲς Ἥραν

Υμνώ την Ήρα τη χρυσόθρονη που η Ρέα τεκνοποίησε,
με την υπέροχη όψη την αθάνατη βασίλισσα
του Δία του βροντερού την αδερφή και σύζυγο
την ένδοξη, που οι μακάριοι όλοι στον ψηλό τον Όλυμπο
σεβόμενοι τιμούν, όμοια με τον κεραυνοβόλο Δία.

Εἲς Δήμητραν (2)

Αρχίζω την καλλίκομη σεμνή θεά τη Δήμητρα να υμνώ,
αυτή και την πανέμορφή της κόρη Περσεφόνη.
Χαίρε θεά και σώσε αυτή την πόλη, και το άσμα μου κατεύθυνε.

Εἲς Μητέρα Θεῶν

Εξύμνησε μου την μητέρα των θεών και των ανθρώπων όλων
ω Μούσα λυγερόκορμη, του Δία του μεγάλου θυγατέρα,
που των κροτάλων και τυμπάνων η ιαχή κι ο ήχος των αυλών
την τέρπει, και το ούρλιασμα των λύκων και των αγριόφθαλμων λεόντων,
και τα όρη τα ηχερά και τα κατάφυτα φαράγγια.
Έτσι και συ να χαίρεσαι κι όλες μαζί οι θεές με το άσμα μου.

Εἲς Ἡρακλέα Λεοντόθυμον

Τον Ηρακλή τον γιο του Δία θα υμνήσω, τον πιο ισχυρό
απ΄ τους θνητούς στη Θήβα την απλόχωρη που γέννησε
η Αλκμήνη με τον μαυροσύννεφο σαν έσμιξε Κρονίωνα,
αυτός που κάποτε στην αχανή τη θάλασσα και τη στεριά
αφού περιπλανήθηκε με προσταγή του βασιλιά Ευρυσθέα
ανδραγαθίες πολλές κατόρθωσε και υπέφερε πολλά,
τώρα όμως πια σε καλό τόπο του χιονοσκέπαστου Όλυμπου
διαμένει απολαμβάνοντας, και την καλλίσφρη την Ήβη έχει
Χαίρε του Δία γιε ω βασιλιά και χάριζε ευτυχία κι αρετή.

Εἲς Ἀσκληπιόν

Αρχίζω να ψάλλω τον Ασκληπιό που θεραπεύει αρρώστιες,
το γιό του Απόλλωνα, που γέννησε η έξοχη Κορωνίδα,
η κόρη του βασιλιά Φλεγύα, την πεδιάδα του Δωτίου,
για να είναι χαρά για τους θνητούς, λυτρωτής απο οδύνες.
Έτσι να έχεις γεια, άναξ. Σε παρακαλώ ψάλλοντας.

Εἲς Διοσκούρους

Ψάλε μου, Μούσα καλλίφωνη, Κάστορα και Πολυδεύκη,
τους Τυνδαρίδες, που προήλθαν απο τον Ολύμπιο Ζεύς.
Αυτούς τους γέννησε κάτω από του Ταύγετου η πότνια
Λήδα σμίγοντας κρυφά με τον μελανοσύννεφο Κρονίδη.
Έχετε γεια, Τυνδαρίδες, αναβάτες, γρήγορων ίππων.

Εἲς Ἑρμῆν (2)

Τον Ερμή τον Κυλλήνιο, του Άργου τον φονιά,
που κυβερνά Κυλλήνη και πολυπρόβατη Αρκαδία,
των θεών των ωφέλιμο άγγελο, που γέννησε η Μαία,
η κόρη του Άτλαντα, αφού ενώθηκε ερωτικά με το Δία,
η σεβαστ. αυτή απόφευγε τις συγκεντρώσεις των θεών
και κατοικούσε μέσα σε άντρο σκιερό. Εκεί ο Κρονίδης
ενωνόταν με την ομορφοπλέξουδη νύμφη τα μεσάνυκτα,
οταν γλυκός ύπνος κυρίευε την Ήρα τη λευκοχέρα.
ξέφευγε την προσοχή των θεών και των θνητών.
Και συ, γιέ του Δία και της Μαίας, να έχεις πάντα χαρές.
Εγώ από εσένα άρχισα και θα πάω και σε άλλο ύμνο.
Να έχεις χαρές, χαριτοδότη, προπομπέ, αγαθών χαριστή.

Εἲς Πᾶνα

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ.

Αμφί μοι Ἑρμείαο φίλον γόνον ἔννεπε, Μοῦσα,
αἰγιπόδην, δικέρωτα, φιλόκροτον, ὅστ‘ ἀνὰ πίση
δενδρήεντ‘ ἄμυδις φοιτᾷ χορογηθέσι νύμφαις,
αἵ τε κατ‘ αἰγίλιπος πέτρης στείβουσι κάρηνα
Πᾶν‘ ἀνακεκλόμεναι, νόμιον θεόν, ἀγλαέθειρον,
αὐχμήενθ‘, ὃς πάντα λόφον νιφόεντα λέλογχε
καὶ κορυφὰς ὀρέων καὶ πετρήεντα κάρηνα.
φοιτᾷ δ‘ ἔνθα καὶ ἔνθα διὰ ῥωπήια πυκνά,
ἄλλοτε μὲν ῥείθροισιν ἐφελκόμενος μαλακοῖσιν,
ἄλλοτε δ‘ αὖ πέτρῃσιν ἐν ἠλιβάτοισι διοιχνεῖ,
ἀκροτάτην κορυφὴν μηλοσκόπον εἰσαναβαίνων.
πολλάκι δ‘ ἀργινόεντα διέδραμεν οὔρεα μακρά,
πολλάκι δ‘ ἐν κνημοῖσι διήλασε θῆρας ἐναίρων,
ὀξέα δερκόμενος: τότε δ‘ ἕσπερος ἔκλαγεν οἶον
ἄγρης ἐξανιών, δονάκων ὕπο μοῦσαν ἀθύρων
νήδυμον: οὐκ ἂν τόν γε παραδράμοι ἐν μελέεσσιν
ὄρνις, ἥτ‘ ἔαρος πολυανθέος ἐν πετάλοισι
θρῆνον ἐπιπροχέουσ‘ ἀχέει μελίγηρυν ἀοιδήν.
σὺν δέ σφιν τότε Νύμφαι ὀρεστιάδες λιγύμολποι
φοιτῶσαι πύκα ποσσὶν ἐπὶ κρήνῃ μελανύδρῳ
μέλπονται: κορυφὴν δὲ περιστένει οὔρεος Ἠχώ:
δαίμων δ‘ ἔνθα καὶ ἔνθα χορῶν, τοτὲ δ‘ ἐς μέσον ἕρπων,
πυκνὰ ποσὶν διέπει, λαῖφος δ‘ ἐπὶ νῶτα δαφοινὸν
λυγκὸς ἔχει, λιγυρῇσιν ἀγαλλόμενος φρένα μολπαῖς
ἐν μαλακῷ λειμῶνι, τόθι κρόκος ἠδ‘ ὑάκινθος
εὐώδης θαλέθων καταμίσγεται ἄκριτα ποίῃ.
ὑμνεῦσιν δὲ θεοὺς μάκαρας καὶ μακρὸν Ὄλυμπον:
οἷόν θ‘ Ἑρμείην ἐριούνιον ἔξοχον ἄλλων
ἔννεπον, ὡς ὅ γ‘ ἅπασι θεοῖς θοὸς ἄγγελός ἐστι,
καί ῥ‘ ὅ γ‘ ἐς Ἀρκαδίην πολυπίδακα, μητέρα μήλων,
ἐξίκετ‘, ἔνθα τέ οἱ τέμενος Κυλληνίου ἐστίν.
ἔνθ‘ ὅ γε καὶ θεὸς ὢν ψαφαρότριχα μῆλ‘ ἐνόμευεν
ἀνδρὶ πάρα θνητῷ θάλε γὰρ πόθος ὑγρὸς ἐπελθὼν
νύμφῃ ἐυπλοκάμῳ Δρύοπος φιλότητι μιγῆναι:
ἐκ δ‘ ἐτέλεσσε γάμον θαλερόν. τέκε δ‘ ἐν μεγάροισιν
Ἑρμείῃ φίλον υἱόν, ἄφαρ τερατωπὸν ἰδέσθαι,
αἰγιπόδην, δικέρωτα, φιλόκροτον, ἡδυγέλωτα:
φεῦγε δ‘ ἀναί̈ξασα, λίπεν δ‘ ἄρα παῖδα τιθήνη
δεῖσε γάρ, ὡς ἴδεν ὄψιν ἀμείλιχον, ἠυγένειον.
τὸν δ‘ αἶψ‘ Ἑρμείας ἐριούνιος εἰς χέρα θῆκε
δεξάμενος, χαῖρεν δὲ νόῳ περιώσια δαίμων.
ῥίμφα δ‘ ἐς ἀθανάτων ἕδρας κίε παῖδα καλύψας
δέρμασιν ἐν πυκινοῖσιν ὀρεσκῴοιο λαγωοῦ
πὰρ δὲ Ζηνὶ κάθιζε καὶ ἄλλοις ἀθανάτοισι,
δεῖξε δὲ κοῦρον ἑόν: πάντες δ‘ ἄρα θυμὸν ἔτερφθεν
ἀθάνατοι, περίαλλα δ‘ ὁ Βάκχειος Διόνυσος:
Πᾶνα δέ μιν καλέεσκον, ὅτι φρένα πᾶσιν ἔτερψε.
καὶ σὺ μὲν οὕτω χαῖρε, ἄναξ, ἵλαμαι δέ σ‘ ἀοιδῇ
αὐτὰρ ἐγὼ καὶ σεῖο καὶ ἄλλης μνήσομ‘ ἀοιδῆς.

Εἲς Ἥφαιστον

Τραγούδησε, Μούσα καλλίφωνη, τον ξακουστό για την σκέψη Ήφαιστο
που μαζί με την γλαυκώπιδα Αθηνά έργα λαμπρά δίδαξε
στους επί χθονός ανθρώπους. αυτοί παλιότερα ζούσαν
σε άντρα μέσα στα βουνά σαν τααγρίμια, ενώ τώρα
έχοντας μάθει τέχνες από τον ξακουστό στην τέχνη Ήφαιστο
εύκολα τη ζωή τους πέρνουν ολόκληρο το χρόνο χωρίς να έχουν
καμία έγνοια καθόλου μέσα στα σπίτια τους καθένας.
Αλλά ελέησέ μας, Ήφαιστε. Δίνε μας δύναμη κι ευτυχία.

Εἲς Ἀπόλλωνα (2)

Φοίβε, εσένα κι ο κύκνος με τα φτερά του σε τραγουδά γλυκά
καθισμένος στην όχθη του γεμάτου στροβίλους ποταμού
Πηνειού. κι ο αοιδός ο γλυκόλογος φόρμιγγα κρατώντας
στα χέρια του τώρα γλυκά σε τραγουδά πρώτο και τελευταίο.
Έχε έτσι χαρά, άναξ. ελέησέ μαςζητώμε το τραγούδι μου.

Εἲς Ποσειδῶνα

Τον Ποσειδώνα, τον μέγα θεό, να τραγουδώ αρχίζω τώρα,
αυτόν που τραντάζει τη στεριά και την ακαταπόνητη θάλασσα,
του πόντου τον θεό που εξουσιάζει Ελικώνα και τις πλατιές Αίγες.
Οι θεοί σου έχουν χαρίσει διπλή τιμή, κοσμοσείστη,
να είσαι ίππων δαμαστής και σωτήρας των πλοίων.
να έχεις χαρές, Ποσειδώνα, γαιοσείστη, κυανόμαλλε,
και έχοντας διάθεση καλή, καλότυχε, βοήθα τους ταξιδευτές.

Εἲς Ὕπατον Κρονίδην

Θα ψάλω τον Ζήνα, τον άριστο και μέγιστο θεό,
τον ευρύοπα, τον ισχυρό, τον τελεσφόρο, που συζητήσεις
συχνές κάμε με την Θέμιστα, που ξαπλώνει συχνά δίπλα του.
Ελέησέ μας, ευρύοπα Κρονίδη, πολυδοξαστε και μέγιστε.

Εἲς Ἑστίαν

Εστία, που του άνακτος Απόλλωνος του μακρορίχτη τον ιερό ναό
στην πανίερη Πυθώ πάντα φροντίζεις, στάζει πάντα
από τις πλεξούδες σου λάδι υγρό. ξεκίνα κι έλα τώρα
σε αυτόν εδώ τον οίκο, έλα ορμητικά έχοντας καλή διάθεση
μαζί με τον Δία τον συνετό. δώσε χάρη στο τραγούδι μου.

Εἲς Μούσας καὶ Ἀπόλλωνα

Ας αρχίσω από τον Απόλλωνα, τις Μούσες και τον Δία.
γιατί απο τις Μούσες και τον Απόλλωνα προέρχονται
όσοι είναι επί χθονί αοιδοί και κιθαριστές
κι απο τον Δία οι βασιλιάδες. κι ευτιχισμένος είναι όποιον
οι Μούσες αγαπούν. λόγος γλυκός απο το στόμα του κυλά.
Να έχετε χαρές, του Δία τέκνα, και τιμήστε το τραγούδι μου.
εγώ εσάς και σε άλλο τραγούδι μου θα σας μνημονεύσω.

Εἲς Διόνυσον (3)

Αρχίζω να τραγουδώ τον κισσόμαλο, βαρύβροντο Διόνυσο,
το λαμπρό γιο του Δία και της πολυξάκουστης Σεμέλης,
που τον δέχτηκαν παρά του πατρός άνακτος οι ομορφόμαλλες
νύμφες στις αγκαλιές τους, τον ανάτρεφαν και τον φρόντιζαν
στης Νύσας τις κοιλάδες. Αυτός μεγάλωνε χάρη στον πατέρα
μέσα σε ευωδιαστό άντρο εκτιμημένος απο τους αθανάτους.
Αφού τον ανέθρεψαν αυτές να γίνει πολυύμνητος,
τότε πια άρχισε να πηγαίνει συχνά σε δεντροφυτεμένα μέρη
στολισμένος με δάφνη και κισσό. τον ακολουθούσαν ξοπίσω
νύμφες κι εκείνος πήγαινε μπροστά. βούιζε το ατέλειωτο δάσος.
κι εσύ έτσι να έχεις χαρές Διόνυσε πολυστάφηλε.
χάρισέ μας να φτάσουν χαρούμενοι πάλι στις καλές εποχές.
κι απο τις εποχές ας πάμε πάλι σε πολλά πολά χρόνια.

Εἲς Ἄρτεμιν (2)

Τραγουδώ την Άρτεμη τη χρυσόβελη και πολυθόρυβη,
τη σεβαστή παρθένα, την ελαφοτοξεύτρα, που ρίχνει τα βέλη της,
τη δίσυμη αδερφή του χρυσόσπαθου Απόλλωνα,
αυτήν που μέσα σε σκοτεινά βουνά
και σε ανεμόδαρτες κορυφές
χαίρεται με το κυνήγι και τεντώνει τα ολόχρυσα τόξα της
εξαπολύοντας βέλη στεναχτικά. τραντάζονται οι κορυφές
των υψηλών βουνών και αντηχούν τα ολοϊσκιωτα δάση
φοβερά απο τις φωνές των αγριμιών. φρικιάζει η στεριά
και η γεμάτη ψάρια θάλασσα. ωστόσο εκείνη με δυνατή ψυχή
τριγυρίζει παντού και εξαφανίζει τα γένη των αγρημιών.
Όταν πια ευχαρηστηθεί η κυνηγήτρα των αγριμιών
κι ευχαριστήσει το νου της, χαλαρώνει τα εύκαμπτα
τόξα της και πάει στο μεγάλο ναό του αδερφού,
του Φοίβου, στον πλούσιο τόπο των Δελφών, να ετοιμάσει
τον όμορφο χορό για τις Μούσες και για τις Χάριτες.
Εκεί κρεμάει τα τεντωμένα τόξα της και τα βέλη της
κι έχοντας χαριτωμένα στολίδια γύρω στο κορμί της τραβάει μπροστά
κάνοντας την κορυφαία του χορού. κι αυτές αθάνατη φωνή
βγάζουντας υμνούν την ομορφόποδη Λητώ,
πως γέννησε παιδιά
που είναι τα έξοχα άριστα παιδιά στις σκέψεις και στα έργα.
Να έχετε χαρές, παιδιά του Δία και της ομορφόμαλης Λητώς.
κι εγώ σε άλλο τραγούδι μου εσάς θα μνημονεύσω.

Εἲς Ἀθήναν (2)

Την Παλλάδα Αθηνά, τη δοξασμένη θεό, να τραγουδώ αρχίζω,
την γλαυκώπιδα, την πολύσοφη, αυτή που έχει άκαμπτη καρδιά,
τη σεβαστή παρθένα, της πόλης την προστάτρια, την τρανή,
την Τριτογενή, αυτή που γέννησε ο ίδιος ο πολύσοφος Δίας
απο το σεμνό κεφάλι του, ενώ αυτή βγήκε με όπλα πολεμικά
χρυσά κι ολόλαμπρα. σεβασμός κυρίεψε όλους τους αθανάτους,
καθώς την έβλεπαν.
Εκείνη μπροστά στον Δία τον ασπιδοφόρο όρμησε βιαστικά
απο το αθάνατο κεφάλι του ταρακουνώντας το οξύ κοντάρι της.
Κι ο μέγας Όλυμπος τρανταζόταν τρομερά απο τη δύναμη της γλαυκώπιδας.
Και τριγύρω η γη αντίχησε φοβερά. η θάλασσα αναταράχτησε,
καθώς κύματα πορφυρά ανακατώθηκαν.
το κύμα χυνόταν έξω ξαφνικά.
Κι ο λαμπρός γιος του Υπερίωνα σταμάτησε για ώρα πολλή
τους γρηγοπόδαρους ίππους του, ωσότου η κόρη έβγαλε απο τους ώμους
τους αθάνατους τα θεόμορφα όπλα, η Παλλάδα Αθηνά.
και χάρηκε πολύ μες στην ψυχή του τότε ο πολύσοφος Δίας.
και εσύ να έχεις χαρές, τέκνο του Δία του ασπιδοφόρου.
κι εγώ πάλι θα σε μνημονεύσω και σε άλλο τραγούδι μου.

Εἲς Ἑστίαν (2)

Εστία, που έχεις παντοτινή έδρα σου μέσα στα ψηλά δώματα
όλων των αθανάτων θεών και των ανθρώπων που περπατούν στην γη,
που έχεις την πιο σεβαστή τιμή,
που έχεις όμορφη και πολύτιμη ανταμοιβή.
Γιατί δεν στρώνονται σε γλέντια οι θνητοί,
αν κανείς δεν κάνει αρχή της σπονδής με μελόγλυκο κρασί
πρώτα και τελευταία στην Εστία.
Και συ, του Άργου φονιά, γιε του Δία και της Μαίας, που είσαι,
άγγελε των θεών, χρυσόραβδε, χαριστή αγαθών,
ιλεός βοήθησή μας μαζί με τη σεβαστή κι φίλη
Εστία. γιατί και οι δύο σας κατοικείτε στα όμορφα σπίτια
των επιχθόνιων ανθρώπων έχοντας μεταξύ σας σκέψεις
καλές κι έργα όμορφα με σκέψη και νιότη κάνετε.
Έλα χαρές, κόρη του Κρόνου και συ χρυσόραβδε Ερμή.
Κι εγώ πάλι και σε άλλα τραγούδια μου θα σας μνημονεύσω.

Εἲς Γῆν Μητέρα Πάντων

Την Γαια, τη μητέρα όλων των όντων, θα ψάλω, την γεροθέμελη,
την πρεσβίτερη, που θρέφει όλα όσα βρίσκονται πάνω στην χθόνα
και όσα έρχονται πάνω στην θεϊκή χθόνα κι όσα είναι στην θάλασσα
κι όσα πετούν. ολα αυτά τρέφονται αποτην δική σου ευτυχία.
Από εσένα οι θνητοί αποκτούν καλά παιδιά και καλούς καρπούς,
πότνια, απο εσένα εξαρτάται να δώσεις,
να αφαιρέσεις τη ζωή απο τους θνητούς ανθρώπους.
Και είναι ευτυχισμένος όποιος συ τιμήσεις στην ψυχή σου.
Σε αυτόν τότε όλα είναι άφθονα. Γεμάτα τα καρποφόρα χωράφια τους,
έχουν μες στα χωράφια ζώα άφθονα και σπίτια τους είναι γεμάτα απο καλά.
Οι ίδιοι με νόμους καλούς κυβερνούν τις πόλεις τους
που έχουν γυναίκες όμορφες,
ευτυχία και πλούτος πολύς τους συνοδεύει.
Τα παιδιά χαίρονται με ολόφρεσκη χαρά και οι κοπέλες
σκιρτούν να χορέψουν σε λουλουδιαμσένους χορούς με διάθεση χαρούμενη
μέσα στα τρυφερά λουλούδια των λιβαδιών, που εσύ τιμήσεις,
σεμνὴ θεά, ἄφθονε δαῖμον.
Να έχεις χαρές, μητέρα των θεών,
γυναίκα του αστερόεντος Ουρανού.
Δίνε μου για ανταμοιβή του ύμνου ευχάριστη ζωή.
Κι εγώ θα σε μνημονεύσω πάλι και σε άλλο τραγούδι.

Εἲς Ἥλιον

Τον Ήλιον πάλι άρχισε να υμνείς, παιδί τουΔία, Μούσα
Καλλιόπη, τον ολόλαμπρο, που η βοϊδοματη Ευρυφάεσσα
γέννησε για το παιδί της Γαίας και του εστερόοντος Ουρανού.
Γιατί ο Υπερίωνας πήρε την πολυξάκουστη Ευρυφάεσσα,
την αδερφή του, κι αυτή του γέννησε πανέμορφα παιδιά,
την ροδοβραχιονάτη Ηώ, την ομορφοπλέξουδη Σελήνη
και τον ακούραστο ήλιο, τον (παρ)όμοιο με τους αθανάτους,
αυτόν που ρίχνει το φως στους θνητούς και στους θεούς
ανεβασμένος πάνω στους ίππους του. τρομερή ματιά αυτός ρίχνει
από την χρυσή περικαιφαλέα του. από αυτόν λαμπρές ακτίνες
ξεχύνουν λάμψη έντονη στους κροτάφους του τα μάγουλά του
λαμρά προβάλλουν το χαριτωμένο πρόσωπό του έτσι
που μακριά να στέλνει τη λάμψη του. στο κορμί του λάμπει
ρούχο όμορφο λεπτοϋφαντο με τους ανέμους. κάτω είναι
αρσενικοί ίπποι. εκεί στήνει το χρυσό αμάξι, τους ίππους του
και τραβάει κατά το βράδυ αππο τον ουρανό προς τον Ωκεανό.
Να έχεις χαρές, άναξ, και δίνε μας ευχάριστη ζωή.
Αρχίζοντας απο σένα θα ψάλω το γένος των θνητών,
των ημιθέων, που οι θεοί έδειξαν τα έργα τους στους θνητούς.

Εἲς Σελήνην

Την μακροφροφτέρουγη Σελήνη ακολουθήστε, Μούσες,
γλυκόλαλες κόρες του Κρονίδη Δία, γνώστριες τη ωδής.
Λάμψη ουρανόφαντη χύνεται γύρω στη γη απο εκείνην,
από τα αθάνατο κεφάλι της, και πολλή χάρη ξεσικώνεται
με τη δική της λάμψη. Ο σκοτεινός αέρας λαμπυρίζει
απο το χρυσό στεφάνι της. Οι ακτίνες της φεγγοβολούν,
όσο, αφού λούσει στον Ωκεανό το όμορφο κορμί της
κι αφού ντυθεί ρούχα που λάμπουν, η θεϊκή Σελήνη
ζεύει στα αμάξι τους δασύτριχους, λαμπρούς ίππους
και βιαστικά κάνει να τραβήξουν μπροστά οι ομορφότριχοι
ίπποι, βραδινή κι ολοφέγγαρη. Η μεγάλη πορεία της είναι
γεμάτη κι οι λαμπρές ακτίνες της, καθώς μεγαλώνει,
απλώνονται απο τον ουρανό. Ένδειξη και σημάδι έχουν οι θνητοί.
Με αυτήν κάποτε έσμιξε σε κλίνη του Κρόνου ο γιός.
Εκείνη γκαστρώθηκε και γέννησε την Πάνδεια,
που είχε μορφή ξεχωριστή ανάμεσα στους αθανάτους.
Νε έχεις χαρές, αρχόντισαα, ασπροχέρα θεά Σελήνη,
καλοδιάθετη, ομορφοπλέξουδη. Με εσένα αρχή θα μιλήσω
για δόξες ημίθεων, που έργα τους τραγουδιστές δοξάζουν,
των Μουσών οι υπηρέτες, με τις γοητευτικές φωνές τους.

Εἲς Διοσκούρους (2)

Μούσες αστραφτομάτες, τραγουδήστε τους γιούς του Δία,
τους Τυνδαρίδες, τα λαμπρά παιδιά της ομορφόποδης Λήδας,
Κάστορα και άψογο Πολυδεύκη, που έφερε στον Κόσμο,
κάτω απο την κορυφή του όρους Ταϋγετου, για να είναι
σωτήρες των επιχθώνιων ανθρώπων και των πλοίων
των γρηγοροκίνητων, όταν φυσομανούν θύελλες χειμωνιάτικες
μέσα στην τραχιά θάλασσα. οι ναυτικοί απο το πλοίο τους
θυσιάζονταις λευκά αρνιά καλούν σε βοήθεια τους τους γιούς
του Δία του μεγάλου προχωρώντας στην άκρη της μπρύμνης.
Το πλοίο τους ο δυνατός άνεμος και το κύμα της θάλασσας
το κάνουν να βουλιάζει. εκεινοι όμως εμφανίζονται ξαφνικά
πετώντας μέσα απο τον αιθέρα με τα ξανθά φτερά τους
κι αμέσως σταματούν θύελλες ποι οι σφοδροί άνεμοι προκαλούν
και στρώνουν κύματα της λευκής θάλασσας μες στο πέλαγος,
σημάδα καλά για τους ναύτες, τέλος των κόπων τους.
βλέπουν και χαίρονται, τελειώνει ο αξιολύπητος μόχθος τους.
Να έχετε χαρές, τυνδαρίδες, επιβήτορες ταχέων ίππων.
κι εγώ πάλι θα σας μνημονεύσω και σε άλλο τραγούδι μου.

 

Πηγές:

φιλοσοφοῦμεν γνησίως τε καὶ ἱκανῶς
M. Xριστόπουλου, Ομηρικοί Ύμνοι: Γενικά χαρακτηριστικά των Oμηρικών Ύμνων
Γιάννης Τριτσιμπίδας, Εις Απολλωνα: ύμνος ομηρικός
Ψηφιακή Αρχαία Κυπριακή Γραμματεία, Ομηρικοί Ύμνοι

 

 

 

 

 

 

Advertisements