ΣΩΣΙΠΑΤΡΑ ΚΑΙ ΑΝΤΩΝΙΝΟΣ

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας: «Σωσιπάτρα και Αντωνίνος», στο: eleysis69 (Μυθολόγοι & Φιλόσοφοι), τελευταία πρόσβαση: 20. Φθίνοντος Μουνιχιών 3ο έτος της 698ης Ολυμπιάδος / 28. Απριλίου 2016.

Η Σωσιπάτρα ήταν σύζυγος του φιλοσόφου Ευστάθιου από την Καππαδοκία ο οποίος ήταν μαθητής του θείου Ιαμβλίχου και του Αιδεσίου και ο οποίος έζησε στις αρχές του 4ου αιώνος μ.Χ. Ο Ευνάπιος παραθέτει τον βίο της στο έργο του «Βίοι Φιλοσόφων και Σοφιστών, VI», όπου διαβάζουμε:

Στην συνέχεια ο ξακουστός Ευστάθιος παντρεύτηκε την Σωσιπάτρα, που λόγω της ανώτερης σοφίας της έκανε τον άνδρα της να φαίνεται ευτελής και μικρός. Αρμόζει και γι’ αυτήν να μιλήσω διεξοδικά ανάμεσα στον κατάλογο των σοφών ανδρών, τόσο μεγάλη ήταν η φήμη αυτής της γυναίκας. Γεννήθηκε στην Ασία, κοντά στην Έφεσο, στην περιοχή που διατρέχει και διαρρέει ο ποταμός Κάυστρος, δίδοντας το όνομά του στην πεδιάδα. Καταγόταν από οικογένεια και γενιά ευτυχισμένη και πλούσια. Μικρό κορίτσι ακόμη έδειχνε ξεχωριστή σε όλα, τόση ομορφιά και ευπρέπεια λάμπρυναν τα παιδικά της χρόνια. Ήταν μόλις πέντε ετών, όταν δύο γέροντες (και οι δύο είχαν περάσει το όριο της μέσης ηλικίας, ο ένας ήταν πιο μεγάλος), που μετέφεραν μεγάλα σακιά και είχαν ριγμένα στους ώμους τους πανωφόρια από δέρμα, κατευθύνονται προς κάποιο από τα αγροκτήματα των γονιών της και πείθουν τον επιστάτη (τους ήταν εύκολο να το κάνουν) να τους εμπιστευτεί την φροντίδα των αμπελιών. Όταν η συγκομιδή ξεπέρασε κάθε προσδοκία, (ο ιδιοκτήτης ήταν εκεί και μαζί του η μικρή του κόρη, η Σωσιπάτρα) η έκπληξη τους ήταν απεριόριστη και άρχισαν να υποπτεύονται κάποια θεϊκή παρέμβαση. Ο ιδιοκτήτης τού κτήματος τούς προσκάλεσε στο τραπέζι του και τους περιποιήθηκε ιδιαιτέρως, κατηγορώντας τους άλλους εργάτες του κτήματος, που δεν είχαν τα ίδια αποτελέσματα. Οι γέροντες, που δέχονταν την Ελληνική φιλοξενία και μια θέση στο τραπέζι, χτυπήθηκαν και σκλαβώθηκαν από το έξοχο κάλλος και την φλόγα της μικρής Σωσιπάτρας και είπαν: «Εμείς τα άλλα κρυφά και απόρρητα τα κρατάμε μέσα μας, και αυτή η υπηρεσία μας προς εσένα που επαινείς είναι αστεία και παιχνίδι ανάξιο λόγου μπροστά στα πλεονεκτήματά μας. Αν όμως επιθυμείς να λάβεις από εμάς ανάλογη ανταπόδοση γι’ αυτό το τραπέζι και την φιλοξενία, όχι χρήματα ούτε πρόσκαιρες και φθαρτές ευεργεσίες αλλά κάτι ανώτερο από σένα και το βιός σου, ένα δώρο που φθάσει τον ουρανό και θα αγγίξει τα αστέρια, άφησε την Σωσιπάτρα σε μας, πιο αληθινούς τροφούς και πατέρες∙ και για πέντε χρόνια από τώρα μην φοβηθείς για το κοριτσάκι ούτε ασθένεια ούτε θάνατο, αλλά να παραμένεις ήσυχος και ακλόνητος. Φρόντισε όμως να μην πατήσεις στο κτήμα, προτού έλθει το πέμπτο έτος, μετά από την συμπλήρωση των κύκλων του Ηλίου. Και τότε από μόνη της θα έλθει η αφθονία της σοδειάς και θα ανθίσει για σένα το χωράφι, και η θυγατέρα σου δεν θα είναι μια συνηθισμένη γυναίκα, ένας απλός άνθρωπος, αλλά κι εσύ ο ίδιος θα καταλάβεις κάτι περισσότερο για το κορίτσι. Αν λοιπόν είσαι γενναιόψυχος, δέξου τα λόγια μας με ανοιχτές αγκάλες. Αν όμως έχεις κάποιες υπόνοιες, πες πως δεν είπαμε τίποτα». Μετά από αυτά ο πατέρας δάγκωσε την γλώσσα του και ζαρωμένος από φόβο αφήνει το παιδί στα χέρια τους. Στην συνέχεια κάλεσε τον διαχειριστή και του είπε: «Να δίδεις ό,τι επιθυμούν οι γέροντες και μην μπλέκει καθόλου στα πόδια τους». Έτσι μίλησε και, προτού χαράξει, απομακρύνθηκε, αφήνοντας και την κόρη και το κτήμα.

Εκείνοι ανέλαβαν το κορίτσι (είτε ήταν ήρωες, είτε δαίμονες, είτε γένος ακόμη πιο θεϊκό) και ποιος ξέρει σε τί μυστήρια την εισήγαγαν, ενώ ο τρόπος που την έφερναν σε επαφή με τους Θεούς ήταν άγνωστος ακόμη και σε αυτούς που ήταν πολύ πρόθυμοι να μάθουν. Έφτασε πλέον ο καιρός και συγκεντρώθηκε όλη η συγκομιδή του κτήματος. Ο πατέρας της κοπέλας ήλθε στον αγρό, όμως δεν γνώρισε το κορίτσι εξαιτίας του αναστήματός και το κάλλος της τού φαινόταν διαφορετικό. Αλλά και η κοπέλα δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει τον πατέρα της. Μάλιστα την προσκύνησε κιόλας∙ τόσο διαφορετικά φαινόταν στα μάτια του. Μόλις ήλθαν οι διδάσκαλοι και στρώθηκε το τραπέζι, είπαν: «Ρώτα την κοπέλα ό,τι θέλεις». Όμως εκείνη διέκοψε: «Ρώτα με, πατέρα, τι σου συνέβη στο ταξίδι». Εκείνος της επέτρεψε να του πει (επειδή ήταν πλούσιος ταξίδεψε με άμαξα που είχε τέσσερις τροχούς, όμως με τέτοιου είδους οχήματα συμβαίνουν πολλά ατυχήματα) και η κόρη διηγήθηκε τα πάντα, τις φωνές, τις απειλές, του φόβους, σαν να ήταν και η ίδια συνεπιβάτις. Ο πατέρας έμεινε το έκπληκτος με αυτά, ώστε όχι μόνον θαύμασε, αλλά ένιωσε και δέος και πίστεψε ότι η κόρη του ήταν θεά. Τότε έπεσε γονατιστός μπροστά στους άνδρες και τους ικέτευε να του πουν ποιοι ήταν. Εκείνοι τότε, με δυσκολία και ενδοιασμούς (ίσως γιατί έτσι ήθελε ο Θεός) του απεκάλυψαν ότι είναι μυημένοι στην σοφία που ονομάζεται Χαλδαϊκή∙ τούτο το είπαν αινιγματικά και με τα κεφάλια κατεβασμένα. Ο πατέρας της Σωσιπάτρας έπεσε στα γόνατα και τους ικέτευε, παρακαλώντας τους να γίνουν κύριοι του κτήματος, να κρατήσουν το κορίτσι υπό την προστασία τους, και να τελειοποιήσουν την μύησί της. Οι γέροντες συγκατάνευσαν ότι θα το κάνουν, αλλά δεν ξαναμίλησαν. Τότε εκείνος πήρε θάρρος, σαν να είχε λάβει κάποια υπόσχεση ή χρησμό, που όμως αγνοούσε την σημασία του. Και επαινούσε τον Όμηρο μέσα από την καρδιά του για εκείνη την θαυμαστή και δαιμόνια ωδή του:

«Και Θεοί, που μοιάζουν με ξένους από χώρες μακρινές, παίρνοντας διάφορες μορφές, περιφέρονται στις πόλεις».

Άρχισε να πιστεύει ότι και αυτός είχε συναντήσει, στο πρόσωπο των ξένων, κάποιους Θεούς. Με το πράγμα αυτό να μην φεύγει από το μυαλό του, τον πήρε ο ύπνος. Οι άλλοι, αφού αποχώρησαν από το τραπέζι, πήραν το κορίτσι και παρέδωσαν με πολύ τρυφερότητα και επισημότατα την φορεσιά με την οποία μυήθηκε, προσθέτοντας και κάποια άλλα όργανα, καθώς και το κιβώτιο της Σωσιπάτρας, μέσα στο οποίο έβαλαν κάποια βιβλία, παραγγέλλοντάς της να το σφραγίσει. Εκείνη θαύμαζε τους άνδρες όσο και ο πατέρας της. Την άλλη μέρα το πρωί άρχισαν να ανοίγουν οι πόρτες των σπιτιών και οι άνθρωποι να πηγαίνουν στις δουλειές τους∙ πήγαν κι εκείνοι μαζί τους, όπως το συνήθιζαν. Τότε το κορίτσι έτρεξε προς τον πατέρα της, φέρνοντας τις καλές ειδήσεις, ενώ κάποιος από τους δούλους μετέφερε το κιβώτιο. Ο πατέρας ζήτησε να του φέρουν όση περιουσία τύχαινε να έχει και, αφού ζήτησε από τους οικονόμους όσα είχε ανάγκη η κόρη του, έστειλε να φωνάξουν τους άντρες. Όμως δεν φάνηκαν πουθενά. Τότε είπε στην Σωσιπάτρα: «Τι σημαίνει αυτό παιδί μου;»∙ εκείνη μετά από σύντομη παύση απάντησε: «Τώρα καταλαβαίνω επιτέλους τί είπαν. Γιατί, όταν μου τα έδιναν αυτά, δακρυσμένοι είπαν: Πρόσεξέ τα, παιδί μας, γιατί εμείς θα ταξιδέψουμε προς τον εσπέριο ωκεανό, και θα επιστρέψουμε σύντομα». Αυτό απέδειξε ολοκάθαρα ότι οι γέροντες που εμφανίστηκαν ήταν Δαίμονες. Έφυγαν λοιπόν αυτοί μακριά, προς άγνωστη κατεύθυνση. Ο πατέρας, αφού ανέλαβε την κηδεμονία του κοριτσιού, που είχε αφιερωθεί στον Θεό και είχε σύνεση και θείαν έμπνευσι, της επέτρεψε να ζει όπως θέλει, χωρίς να ανακατεύεται στις υποθέσεις της, εκτός από τις περιπτώσεις που η σιωπή της τον δυσαρεστούσε. Εκείνη, καθώς πλησίαζε στην ακμή της ηλικίας της, δεν είχε άλλους διδασκάλους, παρά μόνον είχε συνέχεια στο στόμα της αυτά που είχαν γράψει οι ποιητές, οι φιλόσοφοι, και οι ρήτορες. Αυτά που οι άλλοι με πολύ κόπο και ταλαιπωρία μόλις που καταλάβαιναν αμυδρά εκείνη τα ερμήνευε ακούραστα, αποδίδοντας με ευκολία και ακοπίαστα το ακριβές νόημά τους. Κάποτε απεφάσισε να παντρευτεί. Ήταν αναμφισβήτητο πώς από όλους τους άνδρες ο μόνος άξιος να την παντρευτεί ήταν ο Ευστάθιος. Η Σωσιπάτρα είπε στον Ευστάθιο και τους παρισταμένους: «Άκουσε, Ευστάθιε, κι ας είναι μάρτυρες οι παρευρισκόμενοι. Θα σου γεννήσω τρεις γιους. Όλοι τους θα τα καταφέρουν καλά με τα λεγόμενα ανθρώπινα αγαθά, αλλά με τα θεϊκά ένας μόνον. Εσύ θα εγκαταλείψεις τα εγκόσμια πριν από μένα. Θα σου τύχει καλά λήξιν και πρέπουσα, εμένα όμως μάλλον καλλίτερη. Εσύ θα μετοικήσεις στην τροχιά της Σελήνης, δεν θα λατρεύσεις τους Θεούς και δεν θα φιλοσοφήσεις πάνω από πέντε χρόνια − αυτό μου μαρτυρά το είδωλό σου∙ αλλά και στον τόπο κάτω από την Σελήνη θα φθάσεις έχοντας καλό και εύκολο ταξίδι. Εγώ ευχαρίστως θα σου έλεγα και την δική μου πορεία». Τότε, αφού σώπασε για λίγο, φώναξε: «Μα ο δικός μου θεός με εμποδίζει». Αφού είπε αυτά, όπως της υπέδειξαν οι Μοίρες, στην συνέχεια παντρεύτηκε τον Ευστάθιο. Όσα προφήτευσε δεν διέφεραν καθόλου από τις αλάθητες μαντείες, διότι όλα έγιναν όπως τα είχε πει.

Πρέπει ίσως να διηγηθώ και τι συνέβη στην συνέχεια. Η Σωσιπάτρα μετά τον θάνατο του Ευσταθίου επέστρεψε στα κτήματά της και έζησε στην Ασία, στην παλαιά πόλι του Περγάμου. Ο μέγας Αιδέσιος την αγάπησε, την φρόντισε, και μόρφωσε τους γιούς της. Η Σωσιπάτρα ίδρυσε στο σπίτι της φιλοσοφική σχολή, που συναγωνιζόταν αυτήν του Αιδέσιου, κι έτσι οι φοιτητές μετά την διδασκαλία του πήγαιναν σε εκείνη. Δεν υπήρχε κανείς που να μην εκτιμούσε και να μην θαύμαζε την ορθότητα της διδασκαλίας του Αιδέσιου, όμως σεβόταν και τιμούσε την ένθεη φύση της γυναίκας.

Υπήρχε κάποιος Φιλομήτωρ που ήταν ανιψιός της∙ αυτός σκλαβώθηκε από το κάλλος και την ευγλωττία της και την ερωτεύτηκε, αναγνωρίζοντας την θεϊκότητα της γυναίκας. Ο έρωτας τον πίεζε και τον τυραννούσε. Αυτός λοιπόν ήταν παραδομένος σε αυτό, αλλά και η γυναίκα συναισθανόταν την βίαιη επίθεσί του. Είπε λοιπόν στον Μάξιμο, ο οποίος ήταν ένας από τους πιο διακεκριμένους μαθητές του Αιδέσιου και επιπλέον συγγενής του: «Μάθε, Μάξιμε, ποια είναι η αρρώστια που με βασανίζει, για να γιατρευτώ». Εκείνος την ρώτησε: «Τί σε κάνει να υποφέρεις;». «Όταν ο Φιλομήτωρ είναι μαζί μου», του είπε, «είναι ο ίδιος ο Φιλομήτωρ και δεν διαφέρει καθόλου από εσάς του υπόλοιπους. Όταν, όμως, τον βλέπω να φεύγει, η καρδιά μου ραγίζει και πάει να βγει έξω από το στήθος μου. Αγωνίσου, λοιπόν, για μένα και δείξε την αγάπη σου στους Θεούς», πρόσθεσε. Όταν τα άκουσε ο Μάξιμος, έφυγε γεμάτος υπερηφάνεια, σαν να είχε μόλις μιλήσει με τους Θεούς, επειδή μια τόσο σπουδαία γυναίκα του έδειξε τέτοια εμπιστοσύνη. Εν τω μεταξύ ο Φιλομήτωρ κυνηγούσε τον σκοπό του. Ο Μάξιμος, όμως, αντέδρασε και αφού ανακάλυψε με την μαντικά σοφία τί έκανε ο Φιλομήτωρ, αγωνίστηκε να καταλύσει το αδύνατό του σημείο με κάτι πιο δραστικό και δυνατό. Όταν τελείωσε ο Μάξιμος, έτρεξε προς την Σωσιπάτρα και της ζήτησε να παρατηρήσει με μεγάλη προσοχή αν και στο μέλλον θα αισθανόταν το ίδιο πράγμα. Αυτή απάντησε ότι δεν υποφέρει πια και περιέγραψε στον Μάξιμο την προσευχή του και όλη την τελετή. Του είπε ακόμη και την ώρα που έπραξε, σαν να ήταν παρούσα, και του απεκάλυψε τα σημεία που του φανερώθηκαν. Εκείνος έπεσε κάτω άφωνος και ομολόγησε ότι η Σωσιπάτρα είναι αληθινή θεά. «Σήκω, παιδί μου», του είπε, «οι Θεοί θα σε αγαπούν, αν βλέπεις προς εκείνους και δεν ρέπεις προς τα γήινα και εφήμερα πλούτη». Εκείνος τα άκουσε και έφυγε με ακόμη μεγαλύτερη υπερηφάνεια από πριν, έχοντας πλέον βεβαιωθεί για την θεϊκότητα της γυναίκας. Στην πόρτα τον συνάντησε χαμογελαστός ο Φιλομήτωρ, που ερχόταν μαζί με πολλούς φίλους του. Τότε ο Μάξιμος του είπε από μακριά με δυνατή φωνή: «Φιλομήτωρ φίλε μου, για όνομα των Θεών, σταμάτα να καις χωρίς λόγω τα ξύλα»∙ γιατί ίσως τον είχε δει να κάνει και κάτι τέτοιο ανάμεσα στις άλλες κακουργίες του. Ο Φιλομήτωρ αισθάνθηκε μεγάλο σεβασμό για τον Μάξιμο, τον νόμισε θεό, έβαλε τέλος στα σχέδιά του, και χλεύασε τον σκοπό για τον οποίον έκανε ό,τι έκανε. Από εδώ και στο εξής η Σωσιπάτρα έβλεπε τον Φιλομήτορα αγνά και διαφορετικά, ανταποδίδοντάς του τον θαυμασμό που της είχε. Κάποτε συγκεντρώθηκαν όλοι στο σπίτι της, εκτός από τον Φιλομήτορα, που δεν ήλθε, αλλά έμεινε στα χωράφια. Το θέμα και το ζητούμενο της συζητήσεως ήταν η ψυχή. Προτάθηκαν πολλές θεωρίες, ώσπου άρχισε να μιλά η Σωσιπάτρα και να απορρίπτει σιγά σιγά με τις αποδείξεις της τα προβαλλόμενα επιχειρήματα. Έπειτα έκανε λόγω για την κάθοδο της ψυχής και για ό,τι αφορά την τιμωρία και την αθανασία της, ώσπου ξαφνικά, μεταξύ του κορυβαντιασμού και της εκβακχεύσεώς της, σώπασε, σαν να έχασε την φωνή της, και μετά από λίγο φώναξε δυνατά ανάμεσά τους: «Τί είναι αυτό; Ο συγγενής μου, ο Φιλομήτωρ, επάνω σε μια άμαξα. Η άμαξα έχει ανατραπεί επάνω σε κάποιον ανώμαλο δρόμο και κινδυνεύουν τα πόδια του. Όμως οι υπηρέτες τον έχουν βγάλει σώο, εκτός από τα τραύματα που έχει δεχτεί στους αγκώνες και τα χέρια, αλλά είναι ακίνδυνα. Μεταφέρεται σε φορείο κραυγάζοντας από τους πόνους». Αυτά έλεγε και πραγματικά έτσι ήταν. Όλοι κατάλαβαν ότι η Σωσιπάτρα βρισκόταν παντού, παρούσα σε ό,τι δήποτε γινόταν, όπως ακριβώς λένε οι φιλόσοφοι για τους Θεούς. Πέθανε αφήνοντας πίσω της τα τρία της παιδιά. Τα ονόματα των δύο δεν χρειάζεται να τα αναφέρω. Ο Αντωνίνος όμως ήταν άξιος των γονιών του, κατοίκησε στις εκβολές του Νείλου στον Κάνωβο, αφιερώθηκε στα ιερά μυστήρια του τόπου, και αγωνίστηκε να επαληθεύσει την προφητεία της μητέρας του. Κοντά του πήγαιναν νέοι με καθαρές ψυχές, που διψούσαν για φιλοσοφία, και ο ναός ήταν γεμάτος νεαρούς ιερείς. Ο Αντωνίνος, μολονότι φαινόταν ότι ήταν ακόμη άνθρωπος και συναναστρεφόταν με τους ανθρώπους, προέλεγε σε όλους τους μαθητές του, ότι, μετά τον θάνατό του, θα πάψει να υπάρχει το ιερόν, ότι τα μεγάλα και άγια ιερά του Σάραπι θα περάσουν σε έναν χώρο σκοτεινό και άμορφο και θα μεταβληθούν, ενώ κάποιο απίστευτο και ασώματο σκοτάδι θα κυριαρχήσει πάνω στα ωραιότερα πράγματα της γης. Ο χρόνος τα επιβεβαίωσε όλα, και ο λόγος του απέκτησε την ισχύ του χρησμού.

Από τούτο το γένος − γιατί δεν είχα σκοπό να γράψω τις ονομαζόμενες Ηοίες του Ησιόδου − προήλθαν κάποιοι φιλόσοφοι, που έμοιαζαν με κομήτες, οι οποίοι διασκορπίστηκαν και μοιράστηκαν σε διάφορες φιλοσοφικές ομάδες, που ωφελήθηκαν από την συγγένειά τους με την φιλοσοφία. Αυτοί τον περισσότερο καιρό καταπιάνονταν με δικαστικές υποθέσεις, όπως ο Σωκράτης στην Βασιλική Στοά. Τόσο περιφρόνησαν τα χρήματα και αντιπάθησαν το χρυσάφι. Στην πραγματικότητα η φιλοσοφία γι’ αυτούς ήταν το τριβώνιο, η ανάμνησης της Σωσιπάτρας και οι συνεχείς αναφορές στον Ευστάθιο. Τα σακιά τους φαίνονταν ογκώδη και γεμάτα βιβλία, βάρος τόσο που θα ήθελε ένα σωρό καμήλες να το κουβαλήσουν. Τα βιβλία αυτά τα ήξεραν απ’ έξω κι ανακατωτά. Ουδεμία σχέσι είχαν αυτά με κάποιον από τους παλαιούς φιλοσόφους, αλλά δεν ήταν παρά διαθήκες και αντίγραφά τους, συμβόλαια αγοραπωλησιών και όσα συνηθίζουν να επαινούν οι ελεεινοί, όσοι ζουν ρέποντας στην διαστροφή και την ακολασία. Η Σωσιπάτρα λοιπόν δεν έπεσε έξω ούτε σε μία από τις προβλέψεις της για το μέλλον, άρα δεν χρειάζεται να αναφέρω καν τα ονόματά τους. Διότι το έργο μου δεν ασχολείται με τους ασήμαντους, αλλά με τους αξιόλογους ανθρώπους. Εξαίρεσης αποτελεί ένας από τους γιους της (λεγόταν Αντωνίνος και το ανέφερα πριν λίγο. Αυτός πέρασε στην Αλεξάνδρεια και τόσο πολύ θαύμασε και ερωτεύτηκε τον Κάνωβο στις εκβολές του Νείλου, ώστε αφιερώθηκε και προσαρμόστηκε στους Θεούς και στα άρρητα ιερά του τόπου). Πολύ γρήγορα απέκτησε συγγένεια με τα Θεία, περιφρόνησε το σώμα του, απαλλάχτηκε από τις σωματικές ηδονές, και ασχολήθηκε με σοφία άγνωστη στους πολλούς. Σχετικά με αυτόν πρέπει να πω περισσότερα. Διότι φαινομενικά δεν έκανε τίποτα θεουργικόν και παράλογον, ίσως επειδή φοβόταν τις διώξεις του βασιλιά. Την υπομονή του όμως, τον άκαμπτο και σταθερό χαρακτήρα του, τον θαύμαζαν όλοι. Και κατέβαιναν στην παραλία να τον ακούσου όσοι βρισκόταν εκείνη την εποχή στην Αλεξάνδρεια. Η Αλεξάνδρεια, εξαιτίας του ναού του Σάραπι, ήταν μια περιοχή ιερή. Από παντού έφτανε εκεί πλήθος κόσμου, ισάριθμο με τον λαό της, οι οποίοι, αφού λάτρευαν το θείον, έτρεχαν μετά στον Αντωνίνο, άλλοι δια ξηράς, όσοι έτρεχαν, ενώ άλλοι ικανοποιούνταν με τα ποταμόπλοια, πηγαίνοντας με ευκολία στις σπουδές τους. Από εκείνους που έπαιρναν μέρος στις συζητήσεις μερικοί έθεταν λογικά προβλήματα και αμέσως κατακλύζονταν από άφθονη Πλατωνικά σοφία. Όσοι όμως πρόβαλαν ερωτήσεις που αφορούσαν τα Θεία, αντιμετώπιζαν ένα άγαλμα. Γιατί δεν τους έλεγε τίποτα, παρά κάρφωνε τα μάτια του και κοιτούσε επίμονα τον ουρανό, στεκόταν άναυδος και ακίνητος, και κανείς ποτέ δεν τον είδε να συμμετέχει με προθυμία σε ομιλίες ανθρώπων σχετικά με τέτοια θέματα.

Ότι υπήρχε μέσα του κάτι το θεϊκό δεν άργησε να αποδειχτεί∙ αμέσως μετά τον θάνατό του η θρησκευτική λατρεία στην Αλεξάνδρεια και το ιερό του Σάραπη χάθηκαν. Όχι μόνον η λατρεία των Θεών, αλλά και τα οικοδομήματα και όλα έγιναν ακριβώς όπως στους μύθους των ποιητών, τότε που επικράτησαν οι Γίγαντες. Τα ιερά στον Κάνωβο είχαν την ίδια τύχη. Βασιλιάς ήταν τότε ο Θεοδόσιος, και αρχηγός των ανόσιων ο Θεόφιλος, άνθρωπος που έμοιαζε με τον Ευρυμέδοντα,

«που βασίλευε κάποτε στους περήφανους γίγαντες»,

ο Ευάγριος ήταν ο έπαρχος της πόλης, ενώ στον Ρωμανό είχαν ανατεθεί οι στρατιωτικές λεγεώνες της Αιγύπτου. Αυτοί οι άνθρωποι, οχυρωμένοι πίσω από την οργή τους εναντίον των ιερών πέτρινων αγαλμάτων και ξοάνων, ξέσπασαν πάνω σε αυτά τον θυμό τους, χωρίς καν να μιλήσουν για πόλεμο, κατέστρεψαν το Σαραπείο και πολέμησαν τα αναθήματα, κερδίζοντας μια νίκη χωρίς αντιπάλους και αντιμαχίες. Πολέμησαν πραγματικά τόσο γενναία εναντίον των αγαλμάτων και των αναθημάτων, ώστε όχι μόνον τα νίκησαν, αλλά και τα έκλεψαν, και η πολεμικά τους τακτική ήταν να κρύβουν τα κλοπιμαία. Μόνον το πάτωμα του Σαραπείου δεν έκλεψαν εξαιτίας του βάρους των λίθων, που δεν μετακινούνταν εύκολα. Οι πολεμοχαρείς και γενναίοι αυτοί άνθρωποι, δείχνοντας τα χέρια τους αλέρωτα από αίμα, όχι όμως και από χρήματα, έλεγαν ότι είχαν νικήσει τους Θεούς και λογάριαζαν την ιεροσυλία και την ασέβειά τους για έπαινο.

Έπειτα, εισήγαγαν στους ιερούς τόπου τους λεγόμενους μοναχούς, ανθρώπους στην εμφάνιση, που ζούσαν όμως σαν γουρούνια, που ολοφάνερα πάθαιναν και έκαναν ανεκδιήγητα κακά. Όμως τούτο φαινόταν ευσεβές, δηλαδή η περιφρόνηση του Θείου. Οποιοσδήποτε φορούσε τότε μαύρο ένδυμα και του άρεσε να φέρεται απρεπώς δημοσίως είχε τυραννική εξουσία. Σε τέτοιο σημείο αρετής έφθασε η ανθρωπότητα. Αυτά τα αναφέρω όμως και στα συγγράμματά μου της γενικής ιστορίας. Τοποθέτησαν, λοιπόν, αυτούς του μοναχούς στον Κάνωβο και καταδίκασαν το ανθρώπινο γένος στην λατρεία των δουλοπρεπών και ανέντιμων, αντί των Νοητών Θεών. Συγκέντρωναν τα οστά και τα κρανία όσων θανατώθηκαν εξαιτίας των πολλών αμαρτημάτων τους, εκείνων, δηλαδή, που καταδίκαζε το δικαστήριο της πόλης. Τους αναδείκνυαν θεούς, κυλιούνταν μέσα στα οστά τους και θεωρούσαν πώς γίνονταν καλλίτεροι οι ίδιοι με το να μολύνονται στους τάφους τους. Μερικοί ονομάζονταν μάρτυρες, διάκονοι και πρεσβευτές των παρακλήσεων προς του θεούς, ανδράποδα που πρόσφεραν κακές υπηρεσίες, καταχτυπημένοι από τα μαστίγια, που έφεραν πάνω στα είδωλά τους τις πληγές της εξαχρειώσεως. Όμως η γη τέτοιους θεούς παρουσιάζει. Αυτό συντέλεσε στην φήμη του Αντωνίνου για την πρόνοια και την ευστοχία του, όταν έλεγε σε όλους ότι τα ιερά θα γίνουν τάφοι∙ (όπως και ο μέγας Ιάμβλιχος − το παραλείψαμε αυτό όταν μιλήσαμε για εκείνον − όταν κάποιος Αιγύπτιος κάλεσε τον Απόλλωνα και αυτός ήλθε, προς μεγάλην έκπληξι των παρευρισκομένων, τους είπε: «Σταματήστε, φίλοι μου, να θαυμάζετε∙ γιατί είναι το είδωλον κάποιου μονομάχου». Τέτοια η διαφορά του να θεωρείς κάτι με τον νου ή με τα απατηλά μάτια του σώματος. Ο Ιάμβλιχος, όμως, είδε τα δεινά της εποχής του, ενώ ο Αντωνίνος προέβλεψε τα μέλλοντα∙ και αυτό δείχνει την αδυναμία του πρώτου). Ο θάνατός του ήλθε χωρίς πόνο, όταν έφτασε σε βαθιά και χωρίς ασθένειες γηρατειά. Για τους συνετούς ανθρώπους, το τέλος των ιερών, που είχε προβλέψει εκείνος, ήταν οδυνηρό.

Advertisements