ΗΡΩΟΛΑΤΡΕΙΑ

ΛΑΒΡΥΣ: «Ηρωολατρεία», στο: labrys (Κείμενα), τελευταία πρόσβαση: 30. Ελαφηβολιών 2792 / 07. Απριλίου 2016.

«Το γένος των Ηρώων συγκροτεί το μυθικό παρελθόν της Ελλάδας των πόλεων, τις ρίζες με τις οποίες έρχονται να συνδεθούν τα γένη των οικογενειών, οι κοινωνικές ομάδες, οι κοινότητες των Ελλήνων. Περισσότερο και από τη λατρεία των θεών, ακόμα και των πολιούχων, η λατρεία των ηρώων έχει ένα χαρακτήρα πολιτικό και ταυτόχρονα στενά συνδεδεμένο με τη γη. Λειτουργούν ως πρότυπα δόξας αλλά και προστασίας μιας κοινότητας. Σε κάθε περίπτωση, συνενώνουν τα μέλη μιας ομάδας γύρω από μια λατρεία, η οποία ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα σε αυτήν και εμφανίζεται στενά συνδεδεμένη με έναν συγκεκριμένο τόπο.

Η λατρεία των ηρώων έχει μια σημασία καθαρά θρησκευτική και η θέσπιση αυτής επηρεάζει τη γενικότερη ισορροπία του λατρευτικού συστήματος. Θεσμοθετημένη από την πόλιν, κατά την εποχή της εμφάνισής της, συνδεδεμένη με το έδαφος που διαφυλάσσει, με τις ομάδες των πολιτών που θέτει υπό την προστασία της, δεν θα οδηγήσει κατά την ελληνιστική εποχή στη θεοποίηση ανθρώπινων προσωπικοτήτων, ούτε στην καθιέρωση μιας λατρείας ηγεμόνων: τα φαινόμενα αυτά προέρχονται από μια διαφορετική θρησκευτική θεώρηση. Άρρηκτα συνδεδεμένη με την πόλιν, η ηρωική λατρεία θα εκλείψει μαζί με εκείνη».(Αποσπάσματα από «Μύθος και θρησκεία στην Αρχαία Ελλάδα», Jean-Pierre Vernant).
Ο Ησίοδος, ήδη από τον 7ο π.κ.χ. αιώνα διέκρινε τις διάφορες τάξεις των όντων και τις κατέταξε σε τέσσερις κατηγορίες. Στους Θεούς, τους δαίμονες, τους ήρωες και τους ανθρώπους. Οι Ήρωες αποτελούν το λεγόμενο τέταρτο γένος, αμέσως μετά το Χρυσό, το Αργυρό και το Χάλκινο. Στα έργα του, μετέδωσε την αντίληψη των συγχρόνων του, αποκαλώντας ημίθεους όλους τους πολεμιστές που έπεσαν στην Τροία, ή προ των τείχων των Θηβών. Εάν η καταγωγή τους τους οδηγεί κάποτε να αναδειχθούν ημίθεοι, ο θάνατός τους τους τοποθετεί επίσης πέρα από τις ανθρώπινες συνθήκες. Ήταν ανδρειότεροι και γενναιότεροι, λέει, και δια τούτο ο Ζευς, εν τη δικαιοσύνη του, έδωσε σε αυτούς ως κατοικία μετά θάνατον τις νήσους των Μακάρων, «τρις έτεος θάλλοντα φέρει ζείδωρος άρουρα μελιηδέα καρπόν» (Ησιόδ. Έργ. Και Ημ. 158 κ.εξ)
«Κι όταν το χώμα εσκέπασε και αυτό το γένος, άλλο, τέταρτο γένος έπλασε ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, επάνω στην πολύβλαστη τη γη, πιο δίκαιο και πιο αντρείο, το θείο το γενος των Ηρώων που τους λεν ημίθεους, το γένος που ήρθε πριν εμάς στη γη που όρια δεν έχει. Όμως αυτούς ο μαύρος πόλεμος κι οι σκληρές μάχες ξολοθρέψανε, άλλους μπροστά στη Θήβα την επτάπυλη, στη γη του Κάδμου επάνω, όταν για του Οιδίποδα τα πλούτη πολεμούσανε, κι άλλους όταν τους έφερε με τα καράβια ο πόλεμος απ’ τη μεγάλη άβυσσο, της θάλασσας επάνω στην Τροία, για τη χάρη της Ελένης της ομορφομάλλας. Κι εκεί, άλλους πήρε ο θάνατος, κι άλλους ο Δίας πατέρας έφερε, του Κρόνου ο γιος, στα πέρατα της γης, όπου τους έβαλε απ’ τους ανθρώπους χωριστά να μένουνε και βιος τους έδωκε και τάξη. Και ζούνε αυτοί μ’ απίκραντη στα στήθη τους ψυχή μέσα στων μακάρων τα νησιά, δίπλα στον βαθυστρόβιλον ωκεανό, μακάριοι ήρωες αυτοί, που τρεις φορές καρπούς γλυκούς σα μέλι τους ωριμάζει κάθε χρόνο η γης, η γης η ζωοδότρα. Και στους άλλους που βρίσκονται στον κάτω Κόσμο χάρισε τιμή και κύδος. Ούτε άλλο γένος έκαμε τόσο ονομαστό ο ευρύοπας Ζευς ανάμεσα στους ανθρώπους που γεννήθηκαν επί της πολυτρόφας χθόνας.»

Οι Ήρωες λοιπόν, τα όντα που ακόμα και για τους «αρχαίους» είναι αυτοί που έζησαν «τα πολύ παλιά χρόνια», εξυμνήθηκαν μέσω της επικής ποίησης. Είναι το γένος αυτό που οι ιδιότητές του ήταν υψωμένες σε υπερθετικό βαθμό. Πιο κοντά στο τραπέζι των Θεών, μοιράζονται ακόμη και τον Έρωτα, κάρπιζαν και γεννούσαν ήρωες και μύθους.

Ο κόσμος των Ηρώων περιγράφεται γλαφυρά στα έπη του Ομήρου. Διογενείς βασιλείς που στις φλέβες τους ρέει θεϊκό αίμα (Αχιλλέας, Αινείας), κρατούν σκήπτρο (ως σύμβολο εξουσίας – Ζηνός), διακρίνονται για τη φυσική τους ρώμη (Αίαντας), την πνευματική τους ευστροφία (Οδυσσεύς), την αφοβία και την πολεμική τους ορμή (Διομήδης), την υπέρτατη φρόνησή τους (Νέστορας) καθώς επίσης επιδεικνύουν μέγιστη επιδεξιότητα στο έργο τους (ως τον θείον αοιδόν Δημόδοκον και τον κήρυκα Μούλιον, Οδ.σ.422).
Είναι δηλαδή οι Ήρωες του Ομήρου ανώτεροι των ανθρώπων κατά τα δώρα, τα οποία έδωσαν σε αυτούς οι Θεοί, αλλά δεν είναι απηλλαγμένοι από τη θνητότητά τους, καθώς πεθαίνουν κι αυτοί όπως οι λοιποί θνητοί, με τις ψυχές τους να κατοικούν στον Άδη. Μόνη εξαίρεση, ο Μενέλαος, ο οποίος έτυχε εξαιρετικής εύνοιας από τους Θεούς, και μεταφέρθηκε ζωντανός στα Ηλύσια Πεδία (Οδυσ.Δ.566) και κατά την μεθομηρική παράδοση (Πινδ.Νεμ.Χ) και ο Διομήδης.
Το τυπικό της λατρείας θυμίζει αυτό των Χθόνιων θεοτήτων. Τους προσφέρονται θυσίες, όχι με το φως της ημέρας όπως στους Ολύμπιους, αλλά προς το βράδυ. Το θυσιαζόμενο είναι στραμμένο προς το μέρος της Δύσης. Ο βωμός είναι χαμηλός (Eσχάρα), πολύ λίγο ανυψωμένος από το έδαφος.
Η λατρεία των Ηρώων θεσμοθετήθηκε αρχικά από τον Δράκοντα και ενισχύθηκε με τη νομοθεσία του Σόλωνα. Οι Δέκα Φυλές πήραν τ‘ ονομά τους από τους δέκα Αττικούς ήρωες: ο Ιπποθώον (Ιπποθωντίς), γιος του Ποσειδώνα και της Αλόπης, ο Αντίοχος (Αντιοχίς), γιος του Ηρακλή και της Μήδας, ο Αίας ο Τελαμώνιος (Αιαντίς), ο Λέως (Λεοντίς), ο Ερεχθέας (Ερεχθηίς), ο Αιγέας (Αιγηίς), ο Οινέας (Οινηίς), ο Ακάμας (Ακαμαντίς), γιος του Θησέα, ο Κέκροπας (Κεκροπίς) και ο Πανδίωνας (Πανδιωνίς).
Ήρωες πια ανακηρύσσονταν οι Γενάρχες μιας φυλής, ή και οι θρυλικοί αρχηγοί. Η λατρεία αυτών έδειχνε στις επόμενες γενιές τον δεσμό που τους ένωνε με μια θεϊκή πηγή ύπαρξης. Με έναν πρώτο κοινό πατέρα. Η λατρεία αυτή δυνάμωνε το αίσθημα της κοινότητας κι έφερνε τα μέλη της το ένα κοντά στο άλλο. Δεν υπήρχε γωνία στην Ελλάδα που να μην είχε τον Ήρωά της. Ήταν ο θεϊκός προστάτης της περιοχής και συνδεόταν με την ύπαρξή της. Η διατήρηση αυτής της λατρείας γινόταν αισθητή με τα ορατά σημάδια της παρουσίας των Ηρώων ανεγείροντας γι‘ αυτούς μνημεία ή μικρούς ναούς, κι άλλοτε απλούς τάφους. Ο τάφος αυτός ονομάζεται στη συνέχεια Ηρώον (κενοτάφια). Κάθε Ηρώο περιβαλλόταν συνήθως από μικρό δάσος με λιόδεντρα ή κυπαρίσσια, των οποίων απαγορευόταν η κοπή. Υπήρχαν μάλιστα κι αυστηρές ποινές. Ολόκληρες πόλεις κάνουν επίσημες πομπές προς τα Ιερά τους, τους προσφέρουν θυσίες θεωρώντας τους ανένδοτους υπερασπιστές της πατρίδας, αποδίδοντάς τους ευγνωμοσύνη και τιμές.

Εξαιρετικές και πανελλήνιες ήταν οι απονεμόμενες τιμές δίκη Ηρώων στους εν Πλαταιές πεσόντες, χάριν των οποίων ο χώρος της πόλεως κηρύχθηκε ιερός. Κάθε χρόνο, τελείτο επιμνημόσυνη δέηση για αυτούς, θυσιαζόταν μέλας ταύρος και έσπενδαν χοές οίνου, κατά τις οποίες ο άρχων της πόλεως έλεγε «προπίνω τοις άνδράσι τοις υπέρ της ελευθερίας των Ελλήνων πεσούσι».
Στα νεκρικά Ηρωϊκά μνημεία της Θεσσαλίας και της Βοιωτίας δεν ήταν σπάνιες στις επιτύμβιες επιγραφές η έκφραση «Χρηστέ Χαίρε»

Ο Ησίοδος δέν αφιέρωσε κάποιο μέταλλο στο γένος των Ηρώων, ίσως διότι αυτό το γένος συνδυάζει ή συμμετέχει με τις πράξεις του σε όλα.
Οι Ήρωες δεν είναι απλά θνητοί αλλά ανώτερα όντα, ανάμεσα στη φύση των ανθρώπων και των Θεών. Η δικαιοσύνη του Διός δίνει ανώτερο κλήρο σε αυτά τα όντα. Οι Ήρωες ζουν στα όρια του Αιωνίου και της Ιστορικής γραμμικότητας. Αυτά τα αθάνατα εις τη μνήμη και ισχυρά όντα, μεσολαβούν υπέρ των ανθρώπων συνδέοντας τον Ουρανό και τη Γη, η απόσταση μεταξύ Θεών και ανθρώπων γεμίζει από την παρουσία τους. Ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους ζει η ένδοξη τάξη των Ηρώων, όντα άφθαρτα που ο άνθρωπος τα έχει πολύ κοντά του και μπορεί να τα επικαλεστεί, αφού κάποτε πέρασαν τη ζωή τους στο ιστορικό γίγνεσθαι.
Η ζωή των Ηρώων δεν είναι η ζωή των σκιών του Κάτω Κόσμου, είναι μια ζωή γεμάτη και λαμπερή. Εκεί είναι πιο δυνατοί, πιο φωτεινοί, ντυμένοι με τη δόξα και την αίγλη που τους προσέδωσε η δικαιοσύνη των Θεών και οι τιμές των ανθρώπων. Όταν φανερώνονται στα μάτια των θνητών, η εμφάνισή τους εκπλήσσει και θαμπώνει. Οι ναυτικοί στον Εύξεινο Πόντο, στις εκβολές του Ίστρου, στη νήσο Λευκή υπήρχε Ναός του Αχιλλέα, όπου είδαν πολλές φορές τον ίδιο τον Ήρωα με τη μορφή ενός νεαρού με ουράνια ομορφιά, ξανθά μαλλιά, χρυσή πανοπλία να χορεύει ή να τραγουδά έναν νικητήριο παιάνα. Στην Τροία, έβλεπαν τον Έκτορα τη νύχτα να τρέχει στα πεδία των μαχών εξακοντίζοντας αστραπές που φώτιζαν τον κάμπο. Ο φιλόσοφος Μάξιμος είδε αρκετές φορές στη θάλασσα τους Διόσκουρους να οδηγούν πλοία που τα χτύπησε η τρικυμία. Ο ίδιος είχε δεί και τον Ασκληπιό και τον Ηρακλή.
Οι Ήρωες βοήθησαν τους Έλληνες σε καιρούς πολέμου. Ο Πλούταρχος λέει ότι στον Μαραθώνα είδαν τον Θησέα ντυμένο με πανοπλία αστραφτερή να βαδίζει επικεφαλής των αθηναϊκών στρατευμάτων και να τους οδηγεί ενάντια στους βαρβάρους. Στη Σαλαμίνα οι πολεμιστές καλέσαν με τις κραυγές τους τον Αίαντα τον Τελαμώνιο. Έστειλαν καράβι στην Αίγινα και ζήτησαν την προστασία των Αιακιδών και στο κρισιμότερο σημείο της ναυμαχίας είδαν τα χέρια των Αιακιδών να απλώνονται προστατευτικά πάνω στον στόλο των Ελλήνων. Γι‘ αυτό μετά τη μάχη ο Θεμιστοκλής είπε ότι δεν νικήσαμε εμείς τους Πέρσες, μα οι Θεοί και οι Ήρωες.
Οι περιπτώσεις ηρωοποίησης που γνωρίζουμε κατά την κλασική εποχή είναι πολύ σπάνιες. Δεν αφορούν ποτέ πρόσωπα που βρίσκονται εν ζωή, αλλά νεκρούς που εμφανίζονται κατόπιν του θανάτου τους , άλλοτε ως φορείς ιδιαίτερων φυσικών ιδιοτήτων (δύναμη, ομορφιά, μέγεθος) και άλλοτε εξαιτίας των ίδιων των συνθηκών του θανάτου τους ( εξαφανίζονται δίχως να αφήνουν ίχνη), ενώ υπάρχουν φορές που αποζητούν να εξευμενιστούν επειδή καταλογίζουν στο φάντασμά τους εγκληματικές πράξεις. Θα αναφερθούμε στην περίπτωση του πυγμάχου Κλεομήδη από την Αστυπάλαια, ο οποίος έζησε στα μέσα του 5ου αιώνα π.κ.χ.. Κατά τη διάρκεια μιας μονομαχίας, ο Κλεομήδης, όντας άνθρωπος με εξαιρετική δύναμη, σκότωσε τον αντίπαλό του. Όταν οι κριτές λοιπόν αρνήθηκαν να του απονείμουν το βραβείο, αυτός από την οργή του, γκρέμισε την κολώνα ενός σχολείου με αποτέλεσμα να σκοτώσει τους μαθητές. Κυνηγημένος από το πλήθος του κόσμου, κατέφυγε στο ναό της Αθηνάς, όπου και κρύφτηκε σε μια κασέλα. Όταν κατάφεραν να ανοίξουν την κασέλα, ο Κλεομήδης ήταν άφαντος. Σύμφωνα με τον χρησμό που έδωσε αργότερα η Πυθία, έπρεπε να καθιερωθεί μια ηρωική λατρεία και να τιμάται ο Κλεομήδης ως το πρόσωπο του οποίου η δύναμη, η οργή, τα εγκλήματα και ο θάνατος τον τοποθετούν πάνω από τους κοινούς ανθρώπους. Θα έπρεπε λοιπόν να του προσφέρονται θυσίες σαν να μην είναι πλέον θνητός. Ο Παυσανίας από την άλλη μας μεταφέρει πως ο Κλεομήδης είναι ο «τελευταίος Ήρωας».
Ακολουθούν σύντομες αναφορές σε ξακουστούς Ήρωες.
Ο κατ’ εξοχήν Ήρως Ηρακλής, ο Ασκληπιός και οι Διόσκουροι βρίσκονται σ’ ένα ανώτερο «επίπεδο» από τους άλλους Ήρωες, με γενικευμένη Λατρεία που ξεπερνά την «τοπικότητα» κι εκτείνεται στο Πανελλήνιο ή ακόμη και στις Παραδόσεις άλλων Λαών (Ηρακλής).

Ο Ηρακλής κυριαρχεί στο Μυθολογικό κύκλο των Ηρώων με τον πλουσιότερο κύκλο Παραδόσεων, γονιμοποιώντας ολόκληρους Λαούς (Κελτός υιός του Ηρακλέους και της Κελτίνης, Γαλάτης υιός του Ηρακλέους και της Γαλάτειας). Θεώνεται με την έμπυρη αυτοθυσία του κι έτσι καμιά πόλη δεν διεκδικεί τον τάφο του ή το λείψανό του και οι τιμές που του αποδίδονται είναι αυτές του Θεού.
Ο Ασκληπιός, που σύμφωνα με τον μύθο, γεννήθηκε στην αρχαία Τρίκκη. Ο Ξενοφών τον αναφέρει ως Ήρωα – ιατρό που μπορούσε «τεθνεώντας μεν αναστήναι, νοσούντας δεν ιάσθαι». Ο Απολλόδωρος μας λέει ότι είναι ημίθεος. Υιός του Απόλλωνα και της Κορωνίδας. Γεννήθηκε, όπως και ο Διόνυσος, μέσα απ‘ τη φωτιά. Ενώ η Κορωνίδα καιγόταν, ο Απόλλων τον πήρε και τον πήγε στον Χείρωνα, όπου και διδάχθηκε την ιατρική.

Οι Διόσκουροι, ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης, είναι παιδιά δίδυμα του Διός και της Λήδας και αδέρφια της ωραίας Ελένης. Θεοί του φωτός διδάσκουν την εντιμότητα, τη γενναιοψυχία, την τόλμη, την ευγένεια και την αρετή. Προστάτες των καραβιών και των ναυτικών. Οι Έλληνες τους λατρεύουν και τους τιμούν ως Θεούς, ενώ συχνά ζητούν από αυτούς συμπαράσταση και βοήθεια στις δύσκολες ώρες. Είναι οι προστάτες και σωτήρες των θνητών.
Ο Οιδίποδας, ο οποίος προτίμησε να πεθάνει στην Αθήνα, υπέδειξε το σημείο της ταφής του λέγοντας: «Νεκρός δεν θα είμαι άχρηστος κάτοικος αυτής της χώρας, θα σας προστατεύω κατά του εχθρού σας, θα είμαι έπαλξη ισχυρότερη από χίλιους πολεμιστές».
Ο Αττικός Ήρωας Ανάγυρος προκαλούσε την κατάρρευση των οικιών που βρίσκονταν κοντά στο Ιερό του.
Ο Αιακός, ο ευσεβέστερος όλων, έτυχε μοναδικών τιμών τόσο από τους ανθρώπους όσο κι από τους Θεούς. Ζει στον Άδη παρακαθήμενος του Πλούτωνα και της Περσεφόνης.
Ο Μενέλαος δεν πεθαίνει. Μεταφέρεται ολοζώντανος στα Ηλύσια Πεδία, στον ευτυχισμένο τόπο που δεν έχει βαρύ χειμώνα, ούτε καλοκαίρι με καύσωνες, αλλά δροσίζεται αδιάκοπα από την πνοή του Ωκεανού. Ο Μενέλαος τυγχάνει αέναης ευδαιμονίας υπό την εύνοια των Θεών.
Όταν ο Περσέας πέθανε, οι θεοί δεν τον έστειλαν στον Άδη, αλλά τον έκαναν αστερισμό στον Ουράνιο θόλο.
Ο Φορωνέας ήταν ο αρχαιότερος βασιλιάς του κόσμου. Ο Υγίνος λέει ότι οι άνθρωποι παλαιότερα μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες και ήταν διαιρεμένοι. Ο Φορωνέας ένωσε τις γλώσσες και μόνοιασε τους ανθρώπους. Ο Φορωνέας επίσης ίδρυσε την λατρεία της θεάς Ήρας, γιαυτό και ο Δίας τον αντάμειψε, δίνοντάς του την βασιλική εξουσία υπέρ όλων των ανθρώπων. Ο τάφος του λένε ότι βρίσκονταν δίπλα στον ναό του Νεμεσίου Διός, ενώ στον τάφο του κάνανε θυσία στον καιρό του Παυσανία. Κοντά στον θρόνο του Δαναού έκαιγε προς τιμή του ένα αιώνιο πυρ. Οί προγονοί μας θεωρούσαν τον Φορωνέα εφευρέτη της φωτιάς, αλλά και ιδρυτή του δικαίου και του πολιτισμού μεταξύ των ανθρώπων.
Ο Τριπτόλεμος είναι ο κατεξοχήν ήρωας, που συνδέεται με τον μύθο της Δήμητρας και τη διάδοση της καλλιέργειας της γης. Όταν γύρισε στην Ελευσίνα, η Δήμητρα τον μύησε στη λατρεία της και έγινε ο πρώτος ιερέας της. Στην Ελευσίνα υπήρχε βωμός του, καθώς και το αλώνι όπου κατά το θρύλο είχε αλωνιστεί το πρώτο σιτάρι που έβγαλε η σπορά του, και που ήταν γνωστό σαν Άλως Τριπτολέμου. Ο Τριπτόλεμος λατρευόταν και στην Αθήνα, στο Ελευσίνιο άντρο, μέσα στο οποίο υπήρχε άγαλμά του.
Ο Βελλεροφόντης αποφασίζει με το φτερωτό άλογό του να ανέβει στον ουρανό (ή στον Όλυμπο) και να ανακαλύψει την κατοικία των θεών. Τότε ο Δίας, εξοργισμένος από το θράσος του, του έριξε κεραυνό με αποτέλεσμα ο Βελλεροφόντης να πέσει από το άλογό του και να μείνει ανάπηρος, χάνοντας τόσο τη βασιλική αρχή όσο και τον Πήγασο (που του «τον πήραν οι θεοί»).
Ο Διομήδης είναι γνωστός από τα κατορθώματά του στην Τροία αλλά και ως ένας εκ των Επιγόνων, οι οποίοι ήταν οι γιοι των βασιλιάδων που έπεσαν στον πόλεμο των Επτά επί Θήβας. Η Αθηνά εγγυάται στο Διομήδη την αθανασία, η οποία προοριζόταν εξαρχής για τον πατέρα του. Έτσι ο Διομήδης έγινε θεός και λατρευόταν με διάφορες ονομασίες στην Ιταλία.
Ο Αμφιάραος, του οποίου ο Δίας δίνει την αθανασία, η γη ανοίγει και τον απορροφά μαζί με τα άλογά του, κι από εκεί ακούγεται η φωνή του σε όποιον έρχεται να τον συμβουλευτεί.

Σήμερα, όταν θέλουμε να προσδιορίσουμε τον Ήρωα μιλάμε για κάποιον που είναι προικισμένος με αρετές , δείχνει ευαισθησία στις ανάγκες και δυσκολίες των άλλων και υιοθετεί το κοινό καλό από το ατομικό. Είναι ένας άνθρωπος που αξίζει να θαυμάζει και να τιμά κανείς και το κυριώτερο προσπαθεί να μιμηθεί τις πράξεις του. Δεν ανέχεται την αδικία. Είναι φίλος, συμπαραστάτης, παίρνει με ανδρεία αποφάσεις, ισορροπώντας ανάμεσα στο κόστος και τις συνέπειες των πράξεών του.

Ο Ήρωας εμπνέει, αποτελώντας φωτεινό παράδειγμα για την κοινωνία.

Ο τάφος των Ηρώων είναι ολόκληρο το σύμπαν.
Περικλής

Advertisements