«ΧΡΟΝΟΣ» ΚΑΙ «ΘΡΗΣΚΕΙΑ» – ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΕΠΑΝΙΘΑΓΕΝΟΠΟΙΗΣΗΣ

«Χρόνος» και «θρησκεία» – Περί της εν ελλάδι επανιθαγενοποίησης

11815908_10207435738080951_743502597_n

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ξανά και ξανά έρχεται ο Ελληνισμός στην Ελλάδα αντιμέτωπος με την ήδη απ‘ την πραγματικότητα διαψευμένη θέση, ότι τάχα δεν θα μπορούσε να επιβιώσει ο Ελληνισμός «στον σημερινό κόσμο», δεν είναι προσαρμόσιμος, η Επανελλήνιση «αδύνατον στο σύγχρονο κόσμο». Μας χωρίζουν πολλά χρόνια από την Εποχή του Πλήθωνος και των «στρατιότι», μας λένε, η επιστροφή στο παρελθόν δεν είναι εφικτή. Η αναζωογόνηση της αρχαίας θρησκείας είναι αδύνατον. Η Ελληνική Θρησκεία είναι νεκρή και θαμμένη. Ξανά και ξανά ακούμε αυτές και άλλες παρόμοιες απόψεις, τις οποίες κατατάσσω σε δύο κατηγορίες: «Εποχή» και «Θρησκεία».

ΧΡΟΝΟΣ
Θεωρούν αυτονόητο, ότι οι (εθνικοί) Έλληνες θέλουν να ταξιδέψουν πίσω στο παρελθόν. Μολονότι είναι ακριβώς οι εθνικές ή, όπως τις ονομάζουν σήμερα, «φυσιολατρικές Θρησκείες» που δεν έχουν ανάγκη να πράξουν κάτι τέτοιο, διότι εξελίσσονται παράλληλα με τα έθνη τους και γνώριζαν πάντα πως να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες, επειδή είναι οργανικές. Το επιχείρημα αυτό μας προσπερνάει λοιπόν εντελώς και στοχεύει μάλλον τις θρησκείες της «μίας αλήθειας» και «του ενός και μοναδικού Θεού», αφού αυτές εξακολουθούν να επιμένουν στις αρχαίες «ιερές γραφές» τους, οι οποίες δεν ορίζουν μόνο την πίστη, αλλά και την κοσμοθέαση και χρονοαντίληψη των οπαδών τους. Εμείς από την άλλη πλευρά, που δεν κατέχουμε «ιερές γραφές» ή «αποκαλύψεις», δεν έχουμε τέτοιο πρόβλημα. Εδώ αμφισβητείται υπό ορισμένη οπτική γωνία η δυνατότητα Επανελλήνισης, βάσει μάλιστα θέσεων, που αποδίδονται μεν στους Έλληνες, πράγματι όμως δεν είναι οι δικές τους. Επιπλέον, η οπτική γωνία τους δεν είναι κατάλληλη για να αξιολογήσει επαρκώς το φαινόμενο της Επανελλήνισης, διότι χαρακτηρίζεται από προκατάληψη και μια διαφορετική αντίληψη του χρόνου.

Χρόνος. Τί ακριβώς εννοούνε με τον όρο «χρόνος»; Τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό; Την ρωμιοσύνη; Μάλλον την αντίληψή τους για έναν χρόνο γραμμικό, την οποία ούτως ή άλλως δεν συμμεριζόμαστε. Γι’ αυτούς αρχίζει ο χρόνος από ένα σημείο και μετά να μετράει, έχει σκοπό και «τέλος», ρέει προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση· το «παλιό» ξεπερνιέται από το «νέο», καθιστάται περιττό. Όλες οι πολιτισμικές αλλαγές είναι «εξελίξεις», περαιτέρω βήματα προς τον τελικό «προορισμό». Κάθε πράγμα «εξελίσσεται» εις ένα άλλο. Γενοκτονία, Εθνοκτονία, Διωγμοί, Αφομοίωση; Όχι, «εξέλιξη», «πρόοδος», «συνέχεια», «μετατροπή», «ανανέωση» [1]. Καθισμένος στο άλογο του «πρόοδος», οδηγεί ο χρόνος τον κόσμο «προς τα εμπρός». Η εκάστοτε νέα εποχή αντικαθιστά και κληρονομεί την προηγούμενη. Γίνεται το κλειδί για το «μέλλον». Έτσι, ο μονοθεϊσμός «διαδέχθηκε» τον πολυθεϊσμό, ο οποίος έπρεπε ουσιαστικά να «εξελιχθεί» σε μονοθεϊσμό, δεδομένου ότι μία τέτοιου είδους «εξέλιξη» αντιστοιχεί σε αυτή την αντίληψη του χρόνου. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, θα ήταν αρμόζον εάν ο αθεϊσμός αντικαταστούσε τώρα τον μονοθεϊσμό ή το ισλάμ τον χριστιανισμό. Ακριβώς όπως οι αρχαίοι φιλόσοφοι υποτίθεται προετοίμαζαν το έδαφος για τον ιουδαιοχριστιανισμό, έτσι χάραξε ο μονοθεϊσμός με την βεβήλωση του πλανήτη την πορεία για την εποχή του αθεϊσμού. Και φυσικά, όπως ο μονοθεϊσμός αποτέλεσε την «εξέλιξη» του πολυθεϊσμού, μπορεί και ο αθεϊσμός με τη σειρά του να «διαδεχθεί» σήμερα τον μονοθεϊσμό. Με ευκολία μπορούμε να τεντώσουμε αυτήν την ιδέα ως τα άκρα, η φαντασία δεν έχει όρια. Όπως και να ’χει, ο χρόνος δεν ενδιαφέρεται για τις ανθρώπινες ιδέες περί εξέλιξης και προόδου.

Ούτε θέλουμε, αλλά ούτε μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στο χρόνο. Ζούμε τώρα, υπάρχουμε εδώ. Αυτή είναι η εποχή μας. Ωστόσο, επιστρέφουμε πράγματι «πίσω», στον δικό μας πολιτισμό και τρόπο ζωής, που τροφοδοτείται από την κοσμοθέαση μας. Μια κοσμοθέαση που δεν έχει ανάγκη από «εκσυγχρονισμό» -άλλωστε καταλήγει κάτι τέτοιο στις περισσότερες περιπτώσεις στην εξομοίωση με τη «Δύση»- και γι’ αυτό δεν την προσαρμόζουμε στις τρέχουσες επιταγές και αξίες, αλλά μόνο στο «παρόν», και μάλιστα μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητο για την επιβίωση του πολιτισμού. Ζούμε στην, αλλά όχι ανάλογα με την εποχή μας. Αυτή είναι η διαφορά. Η προσαρμογή σχετίζεται με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες και τις απαιτήσεις του νυν πολιτισμού. Η αποβολή της θρησκείας και του πολιτισμού των κατακτητών και η στροφή προς τον ημέτερο πολιτισμό πράγματι δεν αποτελούν ένδειξη νοσταλγίας ή της δραπέτευσης στο «παρελθόν». Ειδικά όταν, οι ίδιοι οι κατακτητές, παρουσιάζουν τον Ελληνικό πολιτισμό σαν παρελθόν του δικού τους πολιτισμού, και μετέπειτα ως συνέχεια του Ελληνικού. Οι Λακότα και άλλα έθνη πασχίζουν επίσης για τις αυτόχθονες παραδόσεις τους. Εάν αυτό συνιστά πράγματι αναχρονισμό, τότε βρισκόμαστε σε πολύ καλή παρέα.

Η ανθρωπολόγος Δρ. Ευγενία Φωτίου παρουσιάζει στο άρθρο της «We are the Indians of Greece»: Indigeneity and Religious Revitalization in Modern Greece (CrossCurrents, Ιούνιος 2.014, σελ. 219-235) τα ζητήματα που απασχολούν πραγματικά τους Έλληνες: Επανιθαγενοποίηση, παράδοση, εθνική συνείδηση, κοινωνική δικαιοσύνη και θρησκευτική ελευθερία. Ο «χρόνος» δεν ήταν ποτέ το πρόβλημα μας. Σε αντιδιαστολή προς τις ιδρυθείσες κοσμοθεωρίες, που περιορίζονται σε άκαμπτα, ιερά κείμενα, βασιζόμαστε στη φύση, σύμφωνα με το «ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΖΗΝ» («όμολογουμένως τή φύσει ζήν»).

ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Αποτελεί λοιπόν ο Ελληνισμός ή, ορθότερα, η επανελλήνιση μια επιστροφή στην αρχαία θρησκεία; Όχι. Δεν επιστρέφουμε σε κάποια «θρησκεία», αλλά παλινορθώνουμε τον πολιτισμό, τον τρόπο σκέψης και ζωής, πάει να πεί: το έθος μας. Κάθε («πολιτισμικό») έθνος προϋποθέτει ένα ιδιαίτερο έθος. Αυτό το έθος συμπεριλαμβάνει την «θρησκεία» του εκάστοτε έθνους, συνιστώντας οργανικό τμήμα του ίδιου. Θρησκεία. Ουσιαστικά δεν υπήρχε κάτι τέτοιο στην Ελλάδα, τουλάχιστον όχι με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Εμείς οι Έλληνες προσδιορίζουμε την λατρεία των θεών μας ως «Ευσέβεια», και μόνο λόγω σαφήνειας την περιφράζουμε ως «θρησκεία». Αρχικά, η «Ευσέβεια» δεν ήταν τίποτα περισσότερο από το να τηρεί κανείς την πατρώα τυπολατρία («πατρώος νόμος»). Μετά την συγχώνευσή της με την κοσμοθέαση και φιλοσοφία του έθνους, άρχισε η θρησκεία σταδιακά να παίρνει νέα μορφή.

«Όλως περιέργως για ένα τόσο θρησκευτικά σκεπτόμενο έθνος, δεν είχαν οι Έλληνες μια λέξη για την ίδια τη θρησκεία· οι πιο προφανείς όροι ήταν η Ευσέβεια (‹εὐσέβεια›) και η Θρησκεία (‹λατρεία›)». (Encyclopædia Britannica, λέξη-κλειδί: Greek religion, στο: Encyclopædia Britannica Online (τελευταία πρόσβαση στις 24 Ιανουαρίου 2.013). Η από διάφορους χριστιανικούς κύκλους διαμορφωμένη ιδέα του Ελληνικού Εθνισμού ως απλή θρησκεία ή θρησκευτική κοινότητα βολεύει για διάφορους λόγους, τόσο το «ελληνικό» κράτος, όσο και την εκκλησία του. Και αυτήν την εικόνα θέλουν να περάσουν στην κοινωνία.

Γι’ αυτό τον ονομάζουν μέχρι σήμερα «ειδωλολατρία», «παγανισμός» κι επίσης εδώ και μερικά χρόνια «νεοπαγανισμός» (μπερδεύοντάς έτσι δύο διαφορετικά φαινόμενα). Ο «Ελληνισμός» ορίζεται χρόνια τώρα ανάλογα με τα γούστα του νέου κράτους και της εκκλησίας του, και εκφράζει την ιστορία και τον πολιτισμό των Ελλήνων, όπως κατασκευάστηκε ή παραμορφώθηκε ιδεολογικά απ’ το νέο κράτος και τους εθνικιστές του, προτού 200 χρόνια. Ο πυρήνας αυτού του φανταστικού «Ελληνισμού» και της «ελληνικής» συνείδησης είναι ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός. Ήδη από το 1.830 ξεκίνησε η σταδιακή ένταξη της Ορθοδοξίας στην νέα «ελληνική» συνείδηση. Έκτοτε φοράει η Ρωμιοσύνη ελληνικό μανδύα.

Σύμφωνα με το επίσημο κρατικό δόγμα αποκαταστάθηκε μαζί με την ίδρυση του σύγχρονου «Ελληνικού» κράτους και ο ελληνικός πολιτισμός. Η επανελλήνιση αναιρεί αυτόν τον ισχυρισμό. Εάν ο πολιτισμός της σύγχρονης Ελλάδας ήταν ο ελληνικός, δεν θα υπήρχε καμία ανάγκη για επανελλήνιση. Με περισσότερα ψέματα και θεωρίες συνωμοσίας κοπιάζουν χριστιανικοί κύκλοι να ταιριάξουν τα αταίριαστα, και ακριβώς γι’ αυτό τους βολεύει η «θρησκεία». Ως «ειδωλολατρία» απομονώνεται απ’ τον υπόλοιπο πολιτισμό, και μετέπειτα θεωρείται ξεχωριστό, αλλά και ανταλλάξιμο κομμάτι του. Αυτή η ιδέα είναι το αποτέλεσμα μιας στρεβλής αντίληψης του αρχαίου κόσμου μέσα από τις σύγχρονες δυϊστικές αγκυλώσεις της δύσης και της ρωμιοσύνης.

Ο Ελληνισμός είναι μια ολιστική κουλτούρα, οι θεσμοί της οποίας είναι οργανικά συστατικά της ίδιας, αποτελώντας στο σύνολο τους τον Ελληνισμό και την εθνική συνείδηση των μελών του, ως εκ τούτου λοιπόν, δεν είναι αντικαταστάσιμα κατά βούληση. Εμείς δεν αντικαθιστούμε μια θρησκεία με μια άλλη θρησκεία, αλλά έναν πολιτισμό με έναν άλλο πολιτισμό, τη Ρωμιοσύνη και τη θρησκεία της με τον Ελληνισμό και τη θρησκεία του. Όπως η αιγυπτιακή, ρωμαϊκή ή η κέλτικη «θρησκεία», έτσι ανήκει και η ελληνική στην εθνότητα της. Δεν είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού, αλλά άρρηκτα συνυφασμένη μαζί του. Ο Ελληνισμός είναι ένας εθνισμός, ένα ενιαίο πακέτο. Ανοίγοντας το, θα βρούμε σε αυτό τη γλώσσα, την τέχνη, τη μυθολογία, το σύστημα αρετών, τους πολιτικούς θεσμούς, τη φιλοσοφία, την αρχιτεκτονική, ακόμη και την θρησκεία αυτής της εθνότητας. Η Ελληνική γλώσσα, θρησκεία και ο τρόπος ζωής (έθος) είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του Ελληνικού Έθους, δια των οποίων τα ελληνικά φύλα αλληλοαναγνωρίζονται ως ανήκοντες στο ίδιο έθνος ή, πιο σωστά, ως σύνολα του ίδιου έθνους (Ηρόδοτος, 8.144). Δεν είναι λοιπόν η «θρησκεία», που μας διαφοροποιεί ή ξεχωρίζει από τους «άλλους», αλλά η πολιτιστική παράδοση μας.

Εμείς δεν επαναφέρουμε την «αρχαία θρησκεία», αλλά απλώς τη δική μας. Μαζί βέβαια με τον πολιτισμό στον οποίο ανήκει. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Αν η δημοκρατία (προφανώς), η φιλοσοφία, η ελευθερία του λόγου ή η ισότητα ενώπιον του νόμου δεν είναι θεωρούνται απαρχαιωμένοι θεσμοί εν έτη 2015 της χριστιανικής χρονολόγησης, γιατί να είναι τότε η «θρησκεία»; Επειδή ενοχλεί. Εμείς δεν εγκαταλείψαμε μια οποιαδήποτε «θρησκεία» (προς χάριν μίας άλλης), αλλά ολόκληρη την Ρωμιοσύνη. Δεν γυρίσαμε τη πλάτη μας στην εκκλησία, αλλά την αφαιρέσαμε από τα μυαλά μας. Όσον αφορά αυτό, ακολουθούμε μεν τον Πλήθων, αλλά όχι την εποχή του.

Δεν αντικαταστήσαμε λοιπόν την θρησκεία Α με την θρησκεία Β, αλλά έναν πολιτισμό με έναν άλλο πολιτισμό. Την ρωμιοσύνη ή αντίστοιχα την «δύση» με τον ελληνισμό. Αυτή η αλλαγή πηγαίνει χέρι-χέρι με μια ουσιώδης αλλαγή της συμπεριφοράς, της ανθρώπινης ύπαρξης και συνείδησης. Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της επανελλήνισης. Και όταν μας χλευάζουν οι άθεοι και λένε για εμάς ότι: «ξεφορτώθηκαν ένα θεό, όμως φορτώθηκαν άλλους δώδεκα», απλά δεν έχουν κατανοήσει το νόημα του αιτήματος μας. Οι άθεοι νομίζουν ότι το θέμα τελειώνει με την έξοδο τους από την εκκλησία. Υπερεκτιμούν τη σημασία της αθεΐας. Μια θετική ή αρνητική απάντηση στο ερώτημα της ύπαρξης «του Θεού», δεν μας λέει τίποτα για το τί κουβαλάμε στα κεφάλια μας. Δεν έχει μεγάλη διαφορά να είναι κανείς άθεος ως προς την πίστη, αλλά να εξακολουθεί να είναι χριστιανός ή ρωμιός στη σκέψη. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε, έστω ασυνείδητα, μια κοσμοθεωρία που ρυθμίζει και διαμορφώνει τη σχέση μας με τον κόσμο και «αιματώνει» τη σκέψη μας. Οι άθεοι έχουν εγκαταλείψει την θρησκεία, αλλά όχι τον ίδιο τον -απορροφημένο μαζί με το μητρικό γάλα- πολιτισμό, τις αγκυλώσεις και τις επιταγές της Ρωμιοσύνης. Αυτό αποτελεί μίαν διαφορετική «οικοδομή». Η επιφανειακή αντικατάσταση της Ρωμιοσύνης με τον Αθεϊσμό είναι τόσο ανόητη, όσο η επίσης επιφανειακή υποκατάσταση του τριαδικού Γιαχβέ με το Δωδεκάθεο από κάποιους Αρχαιοκεντρικούς.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο Πλήθων, ένας από τους πατέρες της Αναγέννησης, απέδειξε ότι η προσπάθεια αποκατάστασης του Ελληνισμού δεν είναι ούτε μάταιη, ούτε άνευ νοήματος. Βαίνοντας προς ολοκλήρωση του έργου του Πλήθωνος, δεν σημαίνει ότι γαντζώνεται κανείς στην εποχή του. Οι σημερινές προκλήσεις είναι διαφορετικής φύσεως. Όντως ακολουθούμε τα αχνάρια του Πλήθωνα, αλλά όχι μόνο. Ο θάνατος του Πλήθωνος δεν ήταν το τέλος. Ο Ελληνισμός επέζησε τους Πλήθων και Μάρουλλος. Υπενθυμίζω εδώ εν συντομία τον Λουί Μενάρ (1822-1901), την προσπάθεια επαναφοράς της Ελληνικής θρησκείας σε συνδιασμό με την καθιέρωση του σοσιαλισμού και της δημοκρατίας στα Επτάνησα κατά τη σύντομη διάρκεια της «Γαλλοκρατίας» (1797- 1799) ή την λατρεία της Δήμητρας στο χωριό Ελευσίνα κοντά στην Αθήνα, η οποία τερματίστηκε βίαια μόλις το 1801 (J. C. Lawson, Modern Greek Folklore and Ancient Greek Religion, σελ. 79-80, Cambridge 1910). Αποστολή και καθήκον μας είναι η σύνθεση των επιμέρους θρυψάλων που έχουν απομείνει από τον πολιτισμό μας σε ένα σύνολο.

Πλάτωνας, Πλωτίνος, Πρόκλος, Πλήθων – όλοι τους έζησαν στο παρελθόν, αλλά η ζωή και το έργο άντεξαν το θάνατό τους και άφησαν βαθύ σημάδι στην ιστορία. Το πυρ της Εστίας δεν έσβησε τελείως, εδώ κ’ εκεί τρεμοφέγγει η θράκα της φλόγας κάτω από τις στάχτες. Μόνο μία μικρή σπίθα χρειάζεται για να φλογίσει το πνεύμα μας. Μόνο την άχνα του ανέμου για να ανάψει και πάλι η ιερή φλόγα.

Στυλιανός Κ. Αρίστων,
20 Θαργηλιών του 2oυ έτους της 698. Ολυμπιάδας / 7 Ιουνίου του 2.015

[1] Ένας κυνισμός τέτοιου είδους μπορεί να πάρει τις πιο ανώμαλες μορφές και διαστάσεις, ακολουθούν κάποιες φανταστικές, αλλά και υπαρκτές παρατραβηγμένες περιπτώσεις, που, φαντάζομαι, κλονίζουν και θα κλόνιζαν κάθε ευαισθητοποιημένο άνθρωπο: Το βυζάντιο ως «εξέλιξη» και «συνέχεια» του ελληνισμού, η οθωμανική αυτοκρατορία ως «εξέλιξη» και «συνέχεια» της βυζαντινής, οι ΗΠΑ ως «εξέλιξη» και «συνέχεια» της ιθαγενής αμερικάνικης κουλτούρας, το 3ο Ράιχ «εξέλιξη» και «συνέχεια» του γερμανικού ιουδαϊσμού, το σύγχρονο τούρκικο κράτος «εξέλιξη» και «συνέχεια» του πολιτισμού της κύπρου και της αρμενίας, η ρωμιοσύνη ως «εξέλιξη» και «συνέχεια» του πολιτισμού των Τσάμηδων στην Ήπειρο.

Advertisements