ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Π. Καλογρίδης: «Αρχαία Ελληνικά Μουσικά Όργανα», στο: diipetes.ysee (Επιλογές Θεμάτων), τελευταία πρόσβαση: 6. Γαμηλιών 2791. Από το Περιοδικό ΔΙΙΠΕΤΕΣ.

Πολλά ονόματα αρχαιοελληνικών μουσικών οργάνων μάς έχουν παραδοθεί και μάλιστα από αρχαίες πηγές, για πολλά εκ των οποίων δεν γνωρίζουμε τίποτε. Εν σχέσει όμως με την εξεταζόμενη εποχή σοβαρώτερο ρόλο έπαιξαν μερικά μόνο είδη εκ των εγχόρδων, πνευστών και κρουστών.

ΛΥΡΕΣ. Η λύρα είναι το πιο ιδιότροπο όργανο των αρχαίων Ελλήνων.
Ποικίλες οι μορφές του, με μεταβαλλόμενο αριθμό χορδών, τέσσερις – επτά – δεκαοχτώ, αλλά με τα εξής σταθερά δεδομένα: από ένα ηχείο εκτείνονται προς τα πάνω δύο μπράτσα (πήχεις) που ενώνονται στην άκρη με έναν ζυγόν. Από ένα χορδότονον, που βρίσκεται πάνω στο ηχείο, είναι τεντωμένες μέχρι το ζυγό, καμμιά φορά περνώντας και πάνω από έναν καβαλάρη αι χορδαί, που έχουν πάντοτε το ίδιο μήκος. Οι λύρες είναι όργανα νυκτά, το τόξο είναι ακόμα άγνωστο. Το σχήμα τους δηλαδή μου δίνει την εντύπωση ενός κερασφόρου ζώου. Μορφές του είδους:

Η ΦΟΡΜΙΓΓΑ. «Φόρμιγξ» ονομάζονται στον Ομηρο γενικά τα χορδόφωνα. Επίσης απαντάται ο όρος «κίθαρις». «Κιθαρίζειν» και «φορμίζειν» σημαίνουν την ενέργεια του παιξίματος. Υπάρχουν απεικονίσεις με 4, τις περισσότερες φορές, χορδές, αλλά και κομμάτια με δύο – τρεις – πέντε και έξη. Πιστή απεικόνιση ή άγνοια του ζωγράφου; Το υλικό της αρχαίας φόρμιγγας είναι από ξύλο, ο συχνότερα απαντώμενος αριθμός χορδών είναι τέσσερις, καμωμένες από στριφτό έντερο ζώου και η διαδικασία του τεντώματος περιγράφεται στην Οδύσσεια. Ο ήχος του χαρακτηρίζεται ως λίγειος, δηλαδή γλυκός, διαπεραστικός. Κόλλοψ λέγεται το κλειδί με το οποίο τεντώνεται η χορδή.

Η ΛΥΡΑ, Ο (Η) ΒΑΡΒΙΤΟΣ. Νεώτερες μορφές σε σχέση με την φόρμιγγα, με τη βασική διαφορά ότι σε αυτές το ηχείο και οι πήχεις είναι μέρη σαφώς διαχωρισμένα το ένα από το άλλο. Το ηχείο είναι από όστρακο χελώνας, αληθινό ή απομίμηση, καλυμμένο με τεντωμένο δέρμα ζώου. Τα μπράτσα (οι βραχίονες) είναι ξύλινοι, λεπτοί και καμπύλοι. Διαφορά μεταξύ βάρβιτου και λύρας: στο βάρβιτο οι βραχίονες είναι μακρύτεροι, ανεβαίνουν πιο απότομα και πλησιάζουν μεταξύ τους λίγο πριν ενωθούν με το ζυγό σε μια χαρακτηριστική καμπύλη προς τα μέσα. Στη λύρα δεν υπάρχει η καμπύλη και οι πήχεις της αλληλοπλησιάζονται πιο κάτω σε μια ελαφρά καμπή.
Οι χορδές λύρας και βάρβιτου είναι πια επτά και αποδίδεται η καθιέρωση αυτού του αριθμού στον Τέρπανδρο, άρα η αλλαγή από τέσσερις σε επτά πρέπει να έγινε το πρώτο τέταρτο του 7ου αιώνα. Η διαφορά ήχου πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι οι χορδές του βάρβιτου, ως πιο μακριές, ηχούσαν σε πιο χαμηλή τονική περιοχή.

Η ΚΙΘΑΡΑ. Δεν πρέπει να συγχέεται με την σημερινή κιθάρα. Είναι κι αυτή είδος λύρας. Η κιθάρα βρίσκεται πιο κοντά στη φόρμα της αρχαίας φόρμιγγας απ‘ ό,τι η λύρα και ο βάρβιτος. Το ηχείο συνεχίζεται χωρίς διακοπή στους πήχεις, έστω με συνδετική ραφή. Οι χορδές της είναι γενικώς επτά. Χαρακτηριστικό της είναι η πολύπλοκη κατασκευή των βραχιόνων, που θα ήταν κάπως κουραστικό να περιγραφούν εδώ. Μηχανισμοί, πλάκες, στρόφιγγες κ.λ.π. έδιναν ομοιόμορφο κούρδισμα που απέδιδε τον πιο δυνατό και γεμάτο ήχο από όλα τα χορδόφωνα και την κατέταξαν ανάμεσα στα όργανα του Απόλλωνα μαζί με τη λύρα. Στις απεικονίσεις φαίνεται ότι κιθάρα έπαιζαν μόνον οι άνδρες. Να αναφερθεί εδώ και η λεγόμενη «αιωρική» κιθάρα (ή «αιωρική» φόρμιγγα) με μεγάλο ηχείο και εφτά χορδές που συνδέεται κυρίως με γυναικείες μορφές όπως την βλέπουμε π.χ. στο χέρι των Μουσών. Ο Φρύνις, ο Τιμόθεος, ο Μελανιππίδης αυξάνουν τον αριθμό των χορδών, περί τα τέλη του 5ου αιώνα και δέχονται ισχυρές, αρνητικές κριτικές. Οι ένδεκα χορδές του Τιμόθεου υφίστανται την δριμεία κριτική των Σπαρτιατών. Η Μουσική στον Ψευδοπλούταρχο παραπονιέται πως την κακομεταχειρίζονται. Οι εκτελεστές παίζουν όλα τα είδη της λύρας όρθιοι ή καθιστοί. Σώμα και επιφάνεια του οργάνου σχηματίζουν ορθή γωνία.

Η ΑΡΠΑ. Την παλιότερη βέβαια γλυπτική της απεικόνιση την έχουμε στα μικρά μαρμάρινα ειδώλια της παλιάς κυκλαδίτικης τέχνης (τέλη της 3ης χιλιετηρίδας). Σε σχέση με τα όργανα που περιγράψαμε πριν, η διαφορά έγκειται στο είδος του πλαισίου της άρπας στο οποίο στηρίζονται οι χορδές και στο διαφορετικό μήκος αυτών μεταξύ τους. Υπήρχαν πολλές ονομασίες της άρπας όπως «μάγαδις», «πηκτίς», «σαμβύκη», «ψαλτήριον», «σκινδαψός» κ.ά. που υποθέτουμε ότι αντιστοιχούν στον μεγάλο αριθμό παραλλαγών της. Για να μην την περιγράφουμε λέμε ότι μοιάζει στο περίγραμμά της με τη σημερινή. Από μερικές παραστάσεις συμπεραίνουμε ότι κουρδιζόταν από τη βάση και ο αριθμός των χορδών της είναι πολύ μεγαλύτερος απ‘ ό,τι στις λύρες. Την άρπα την έπαιζαν καθιστοί, ενώ οι παίκτες είναι σχεδόν πάντοτε γυναίκες, συχνά Μούσες.

ΤΟ ΛΑΟΥΤΟ. Να αναφερθεί και το όργανο που μοιάζει με λαούτο που η πιθανή ονομασία του ήταν «πάνδουρος», ίσως ακόμη και «σκινδαψός», και που απεικονίζεται αργότερα, όχι πριν από το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα. Και περνάμε στα πνευστά.

Ο ΑΥΛΟΣ. Δεν είναι βέβαιο ποιός είναι ο εφευρέτης των αυλών. Οι αρχαίοι αναφέρουν, κατά περίπτωση, την Αθηνά, τον Απόλλωνα, τον γιό του Ηφαίστου Άρδαλο και άλλους. Μύθοι και ανέκδοτα αντικατοπτρίζουν τη σύγκρουση που υπήρχε εξ αρχής ανάμεσα στις λύρες και τους αυλούς. Δημοφιλείς οι αυλοί, -τα έγχορδα θεωρούν οι αριστοκράτες σαν τα αρμόζοντα στην κοινωνική τους τάξη και σαν
έχοντα καθαρά ελληνική προέλευση. Πλάτων και Αριστοτέλης αποδοκιμάζουν τους αυλούς. Οπως έχουμε ήδη πεί, πατρίδα του αυλού είναι η Μ. Ασία κι από εκεί μέσω της διονυσιακής λατρείας έφτασε στη μητρόπολη, κατά τις αρχές του 7ου αιώνα. Υπάρχουν κάποιες ισχυρές ενδείξεις ότι τα χορδόφωνα είναι παλαιότερα των αυλών. Ο Ύαγνις, ο Μαρσύας, ο Όλυμπος, οι αρχαιότεροι μυθικοί εκτελεστές είναι μικρασιατικής καταγωγής. Οι αυλοί είναι πολύ συχνά από καλάμι, εξ ου και κάλαμος, αλλά και λωτός, ξύλο, ελεφαντόδοντο, κόκκαλο ή μέταλλο ή συνδυασμοί αυτών. Σπανίως είναι ένας ο σωλήνας του αυλού, συνήθως είναι δύο, κυλινδρικοί ή ελαφρώς κωνικοί, ισομήκεις, με μία οπή στο κάτω μέρος και τρεις ή τέσσερις στο επάνω, που αργότερα πληθαίνουν και εμφανίζονται μεταλλικοί κρίκοι με μία οπή, όπου γυρίζοντάς τους μπορεί κάποιος να ανοίγει ή να κλείνει τις οπές. Στις άκρες των σωλήνων που ακουμπούσαν στο στόμα, πρόσθεταν επιστόμια. Οταν έπαιζαν χρησιμοποιούσαν μαζί τούς δύο σωλήνες, σχηματίζοντας μία οξεία γωνία. Υπάρχουν πολλά ερωτηματικά σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης του αυλού και τις κλίμακες που μπορούσαν να παιχτούν μ‘ αυτόν. Η διφωνία, όπως την ξέρουμε, ήταν άγνωστη στους αρχαίους Ελληνες. Επαιζαν, άραγε, στους δύο σωλήνες τους ίδιους τόνους; Κάτι τέτοιο δεν στέκει. ‚Η στον ένα σωλήνα έπαιζαν τη μελωδία και στον άλλον κρατιόταν ισοκράτημα; Κι αυτό όμως παραμένει στην υποθετική σφαίρα. Πρόβλημα υπάρχει και για τις κλίμακες των αυλών, όπου θα πρέπει να ανατρέξουμε σε ειδικά σύγχρονα βιβλία τα οποία διαπραγματεύονται τα των κλιμάκων με πειράματα και υπολογισμούς και τα οποία προτείνουν διάφορες λύσεις. Κατά τον Αριστόξενο υπήρχαν πέντε είδη αυλών: παρθένιοι, παιδικοί, κιθαριστήριοι, τέλειοι, υπερτέλιοι. Ο Ιούλιος Πολυδεύκης απαριθμεί πλήθος άλλων ονομάτων. Χαρακτηρισμοί: γλυκύς, καλλιβόας, πάμφωνος κ.λ.π.

Η ΣΥΡΙΓΓΑ. Ενα αερόφωνο λιγότερο πολύπλοκο από τον αυλό, που χρησίμευε ιδιαίτερα σαν φλογέρα των βοσκών. Μια σειρά σωλήνων, ενωμένων μεταξύ τους με έναν ή δύο εγκάρσιους μοχλούς. Παίζει κανείς φυσώντας κατευθείαν στους σωλήνες, που στις φλογέρες των βοσκών ήταν πάντοτε καλαμένιοι. Κάθε σωλήνας παράγει μόνον έναν τόνο. Την τονική αλλαγή την πετύχαιναν με ανισομήκεις σωλήνες ή γεμίζοντας με κερί διαφορετικού πάχους κάθε σωλήνα, προκειμένου περί ισομήκων. Ο ήχος ήταν απλός αλλά γοητευτικός, όπως λέει ο Ευριπίδης «φωνή μελωδικών συρίγγων». Μεγέθυνση της σύριγγας αποτελεί η ύδραυλις, το υδραυλικό όργανο που επινόησε στα μέσα του 3ου αιώνα ο Κτησίβιος ο Αλεξανδρεύς.

Η ΣΑΛΠΙΓΓΑ. Εχρησιμοποιείτο σχεδόν μόνον στον πόλεμο. Θεωρείται εφεύρεση των Ετρούσκων, ήλθε όμως νωρίς στην Ελλάδα.
Εχει ένα μακρύ μεταλλικό σωλήνα με κοκκάλινο επιστόμιο και καταλήγει σε ένα είδος καμπάνας, διαθέτει δε πολύ δυνατό ήχο.

Τέλος αναφέρουμε τα κρουστά, ανάμεσα στα οποία πολύ διαδεδομένα ήταν τα κρόταλα, κάτι σαν καστανιέτες, κατά κανόνα στα χέρια χορευτών. Το υλικό πρέπει να ήταν ξύλο ή μέταλλο. Εχουμε επίσης και τα κύμβαλα (ή κρέμβαλα), δυο μικρά μεταλλικά δοχεία με επίπεδο στόμιο, κάτι σαν τα σημερινά πιατίνια. Και τέλος το τύμπανον, που το κρατούσαν με το αριστερό χέρι και το χτυπούσαν με τα δάχτυλα του δεξιού, συχνά χορεύοντας συγχρόνως.

Advertisements