ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΛΕΓΟΜΑΣΤΕ ΕΘΝΙΚΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Βλάσης Ρασσιάς: ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΛΕΓΟΜΑΣΤΕ «ΕΘΝΙΚΟΙ» ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ, ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΛΟΓΟΥΣ, Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΛΕΓΕΤΑΙ «ΕΘΝΙΚΗ»: Rassias (ΚΕΙΜΕΝΑ, ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ, ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ), τελευταία πρόσβαση: 3. Γαμηλιών 2791.

Βασική παραδοχή για όσα ακολουθούν, είναι ότι το Ελληνικό Έθνος έχει αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια έως τις ημέρες μας, και πως η Ιστορία του είναι όχι απλώς άλλη, αλλά και παντελώς άσχετη από εκείνη των εκάστοτε στρατιωτικών ή θρησκευτικών κατακτητών και τυράννων του. Συνεπώς, τα όσα θα πούμε δεν αφορούν όσους ισχυρίζονται ή δέχονται πως το Έθνος μας τάχα εκχριστιανίστηκε ολοκληρωτικά εδώ και 16 αιώνες και έκτοτε επιβίωσε μόνον υπό τα σήματα, τις αντιλήψεις και την θρησκεία των κατακτητών του.

Αντίθετα από όσα αυτοί ισχυρίζονται ή δέχονται, τα νομιζόμενα και τα τυπικά της θρησκείας μας μεταδόθηκαν στο μεγαλύτερό τους ποσοστό αυτούσια και αδιατάρακτα, αποτελώντας το συνεκτικό υλικό του κυνηγημένου Ελληνικού Έθνους από την ύστερη αρχαιότητα, έως την εποχή του Πλήθωνος – Γεμιστού και από εκεί έως τους νεώτερους χρόνους. Συνεπώς, η εδώ και 30 χρόνια δημόσια επαναφορά του αιτήματος για Επανελληνισμό και παλινόρθωση της Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας, δεν αποτελεί «νεοπαγανιστικό» φαινόμενο, όπως θέλει να ισχυρίζεται η προπαγάνδα των ορθόδοξων θεοκρατών, αλλά μια απειροελάχιστη ανάδυση του κυνηγημένου Ελληνικού Έθνους στον δημόσιο χώρο της πατρίδας μας.

Η θρησκεία του κυνηγημένου Ελληνικού Έθνους ονομάζεται «Ελληνική Εθνική Θρησκεία», ενώ τα μέλη του αυτο-ορίζονται ως «Έλληνες Εθνικοί». Το γιατί, αναλύεται διεξοδικά αμέσως παρακάτω.

Η λέξη «έθνος» χρησιμοποιήθηκε από τους προγόνους μας για να ορίσει ένα διακριτό σύνολο ανθρώπων με κοινή συλλογική ταυτότητα, την οποία δομεί η κοινή καταγωγή, η κοινή γλώσσα, η κοινή λατρεία των ίδιων Θεών και το όμοιο σύστημα ηθικών αξιών και καθημερινών τρόπων («όμαιμόν τε και ομόγλωσσον, και θεών ιδρύματά τε κοινά και θυσίαι ήθεά τε ομότροπα»). Η λέξη «έθνος» προέρχεται άλλωστε από την λέξη «έθος», που σημαίνει αξιακό σύστημα και έθιμα και συνήθειες.

Το «έθνος» περιέχει «γένη» (λατινιστί «gentes»), δηλαδή γενεές, αθροίσματα ανθρώπων κοινής εξ αίματος καταγωγής. Το «γένος», από την εποχή του Ηροδότου και μετά απετέλεσε υποδιαίρεση του «έθνους», αλλά και της «φράτρας» ή «φρατρίας», καθώς και της «φυλής».

«Εθνικός» είναι αυτός που ανήκει στο έθνος του («ο του έθνους ή εις το έθνος ανήκων»), όπως και λατινιστί «gentiles» είναι εκείνοι που ανήκουν στα γένη τους ή «gentes». Δεδομένου ότι από τα 4 κοινά χαρακτηριστικά των μελών ενός έθνους, η γλώσσα μπορεί να διδαχθεί και ομιληθεί σε οποιοδήποτε φιλομαθές μέλος άλλου έθνους, «Εθνικός» κατ’ ουσίαν είναι αυτός που φέρει την ιδιαίτερη καταγωγή, την ιδιαίτερη θρησκεία και το ιδιαίτερο έθος που απαιτεί το «έθνος» του. Όποιος υπάγεται σε «έθνος» αυτονόητα είναι «Εθνικός».

Πριν την εμφάνιση του Χριστιανισμού, που με προσηλυτισμό και βάπτιση άρχισε να αποσπά τους ανθρώπους από τα έθνη τους και να τους εντάσσει σε ένα ιδιότυπο αντι-έθνος, που ο ίδιος αποκαλεί «πλήρωμα της Εκκλησίας», οι Εθνικοί ορίζονταν αποκλειστικά με το όνομα του έθνους στο οποίο ανήκαν. Το να έλεγε λ.χ. κάποιος ότι ήταν Έλλην, σήμαινε αυτομάτως ότι μετείχε απόλυτα στον Ελληνικό Εθνισμό, δηλαδή στο έθος και την θρησκευτική παράδοση των Ελλήνων.

Όταν αργότερα οι εκχριστιανισμένοι λαοί σχημάτισαν χριστιανικές αυτοκρατορίες, «ελέω Χριστού» μοναρχίες και τους τελευταίους 2 – 3 αιώνες χριστιανικά εθνοκράτη, τα αντίστοιχα εθνικά ονόματα των προγόνων τους ανασύρθηκαν μεν στην επιφάνεια, αλλά μετετράπησαν σε υπηκοότητες. Ο «Γερμανός» σταυροφόρος λ.χ. που κατέσφαζε τους εθνικούς τις Βαλτικής, ουδεμία πολιτισμική σχέση είχε με τους επίσης Γερμανούς (κατά τον εθνισμό όμως) τους οποίους κατέσφαξε μαζί με τις οικογένειές τους στο Βερντέν ο Φράγκος μονάρχης Καρλομάγνος επειδή αρνήθηκαν να βαπτισθούν. Το ίδιο, ο σημερινός «Έλληνας» χριστιανός ορθόδοξος υπήκοος του Ελληνικού κράτους, ουδεμία πολιτισμική σχέση έχει με τους Έλληνες που έκτισαν Παρθενώνες ή εξελλήνισαν ακόμα και τους Ιουδαίους της Αιγύπτου και της Παλαιστίνης. Είναι σαφές λοιπόν ότι άλλο ο κατ’ υπηκοότητα «Γερμανός» ή «Έλληνας» και άλλο ο κατ’ εθνισμόν Γερμανός ή Έλληνας, δηλαδή ο Εθνικός Γερμανός ή Εθνικός Έλληνας.

Πολεμώντας προσφάτως κάποιοι τον αυτοπροσδιορισμό μας ως «Έλληνες Εθνικοί» και βεβαίως τον αυτοπροσδιορισμό της θρησκείας μας ως «Ελληνική Εθνική Θρησκεία», χρησιμοποιούν ένα ανόητο όσο και ανιστόρητο επιχείρημα, ότι τάχα το «Εθνικός» είναι μετάφραση του υποτιμητικού «γκογίμ» που χρησιμοποιούσαν και εξακολουθούν να χρησιμοποιούν οι Ιουδαίοι για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Εμείς όμως γνωρίζουμε ότι ποτέ δεν έγινε η υποτιθέμενη «μετάφραση των Εβδομήκοντα» και ότι τα περισσότερα κείμενα της λεγόμενης «Παλαιάς Διαθήκης» γράφτηκαν εξαρχής στην Ελληνική από τους Αλεξανδρινούς οπαδούς του Ιαχωβά για τους ομοθρήσκους τους του πτολεμαϊκού βασιλείου, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήσαν πια ελληνόφωνοι. Η χρήση λοιπόν του όρου «Εθνικός» σημαίνει στην «Παλαιά Διαθήκη» κανονικότατα εκείνον που ακολουθεί τα του έθνους του και γι’ αυτό δεν είναι Ιουδαίος, όπως άλλωστε το ίδιο σημαίνει και στην γραμματεία των χριστιανών, δηλαδή εκείνον που επιμένει να ακολουθεί τα του έθνους του και γι’ αυτό δεν προσχωρεί στον Χριστιανισμό. Σημειώνουμε τέλος επί του συγκεκριμένου, ότι τον όρο «γκογίμ» οι Ιουδαίοι τον χρησιμοποιούν και για τους χριστιανούς, οι οποίοι βεβαίως με τίποτε δεν μπορούν να θεωρηθούν «Εθνικοί».

Η ανόητη αυτή επιχειρηματολογία ότι τάχα δεν πρέπει να αυτοπροσδιοριζόμαστε ως «Έλληνες Εθνικοί», γιατί αυτός ο αυτοπροσδιορισμός μας αποτελεί ετεροπροσδιορισμό, προσβάλλει την νοημοσύνη κάθε σοβαρού ανθρώπου, αφού υποτιμητικά χρησιμοποιήθηκε και αυτός ακόμα ο όρος «Έλλην». Μάλλον λοιπόν, κατ’ αυτούς, ούτε ως «Έλληνες» θα πρέπει να αυτοπροσδιοριζόμαστε, αφού η λέξη χρησιμοποιήθηκε επί μακρόν ως βρισιά από τους ιουδαίους και τους χριστιανούς.

Πέρα πάντως από αυτές τις νεοφανείς ανοησίες, εμείς οι «Έλληνες Εθνικοί» δεν εξαφανιστήκαμε επειδή τα μαύρα στίφη γκρέμισαν τα Ιερά μας και τα διατάγματα κάποιων «Ρωμαίων της Ανατολής» αυτοκρατόρων, απερίφραστα μας αφαίρεσαν το δικαίωμα να υπάρχουμε. Απλώς περάσαμε οργανωμένα στην αφάνεια και φροντίσαμε με κάθε μέσο και θυσία να εξασφαλίζουμε την «υπόγεια» πλέον διαδρομή μας προς το μέλλον. Κάθε οργάνωσή μας, απετέλεσε κι έναν ιερό κρίκο, μία ακόμη υπόσχεση σε Θεούς και προγόνους για την επιστροφή, την παλινόρθωση και την δικαίωση. Στην μακραίωνα υπόγεια πορεία του, ο Εθνικός Ελληνισμός έδωσε ακόμα και στον πιο αργόστροφο άνθρωπο, απανωτά σημάδια της ύπαρξής του.

Στην υπόδουλη στους Ρωμαίους της Ανατολής πατρίδα μας, διάφοροι Έλληνες «τοπάρχες» κατά την περίοδο 1200 – 1210, οι πέριξ του Θεόδωρου Β Λάσκαρη στην λεγόμενη «Αυτοκρατορία της Νικαίας» και εν τέλει ο φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων στις αρχές του 15ου αιώνος, διαφοροποιήθηκαν από τους Ρωμαίους – Ρωμιούς με την χρήση του όρου «γένος», προσπαθώντας να εκφράσουν την συνείδηση της εθνικής τους καταγωγής («Εσμέν γαρ ουν ων ηγείσθε τε και βασιλεύετε Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί»).

Απέναντι σε αυτή την επικίνδυνη γι’ εκείνην επαναφορά του όρου «γένος», η Εκκλησία μεθόδευσε, κατά την γνωστή της πρακτική, μία ταχεία εκτροπή νοήματος και ιδιοποίηση. Πριν το τέλος της περιόδου των Ελλήνων μισθοφόρων «στρατιότι», που επί δύο περίπου αιώνες (15ο και 16ο) ηγήθηκαν πνευματικά στις περισσότερες κοινότητες της διασποράς των Ελλήνων, η λέξη «γένος» αποσπάστηκε από το εθνικό νόημά της και αχρηστεύθηκε με το να σημαίνει τους απανταχού ορθόδοξους ρωμιούς, ταυτιζόμενο τρόπον τινά με το οθωμανικό «Ρουμ μιλλέτ». Την συγκεκριμένη καπηλευτική χρήση κάνει η ορθόδοξη θεοκρατία έως και σήμερα, λ.χ. ο αρχιμανδρίτης Δοσίθεος Κανέλλος γράφει τα εξής: «τι σημαίνει Γένος; Η λέξις Γένος γράφεται με κεφαλαίο Γ. Και έτσι πρέπει. Γένος είναι το Άγιον Έθνος, το βασιλικό και ιερατικό γένος των Ορθοδόξων Ρωμιών. Είναι το γένος που ομιλεί την ωραιότερη γλώσσα του κόσμου, την Ελληνική. Είναι το Γένος που έδωσε στον κόσμο Αγίους, Πατέρες, Μάρτυρες, Ομολογητές. Είναι το ευλογημένο Γένος των Ρωμιών… είναι το Γένος που ταυτίζεται με την Εκκλησία του, την Μητέρα του. Είναι το Γένος ποτ διεφύλαξεν ως κόρην οφθαλμού την Ορθοδοξία. Είναι το γένος το μακάριον, ού Κύριος ο Θεὸς Αυτού».

Το κυνηγημένο Ελληνικό Έθνος απάντησε στην χυδαία εκείνη ιδιοποίηση του όρου «γένος», επαναφέροντας την λέξη «έθνος», πολλές δεκαετίες πριν επαναφέρει το «έθνος» και την «πατρίδα» στο δικό της βέβαια νοηματικό πλαίσιο η Γαλλική Επανάσταση. Αντιπρόσωποι από τις καταδιωκόμενες κοινότητες της διασποράς των Ελλήνων που είχαν διατηρήσει τα Ελληνικά νομιζόμενα, συνήλθαν το έτος 1730 στην Τεργέστη (δύο δεκαετίες πριν κυριαρχήσουν και εκεί οι ορθόδοξοι Ρωμιοί) και επιβεβαίωσαν τον Ελληνισμό ως «έθνος» με το αρχαίο νόημά του, ορίζοντας παράλληλα το σύστημα των νομιζομένων του ως κανονική, συντεταγμένη «θρησκεία» και επιπροσθέτως «εθνική».  Στα τέλη του ίδιου αιώνα, κατά την σχετικά σύντομη «γαλλοκρατία» στα Επτάνησα (1797 – 1798), πολλοί αιφνιδιάστηκαν από τα αιτήματα κάποιων παράξενων ανθρώπων, που έμοιαζαν να έχουν ξεφυτρώσει από το πουθενά, για επιστροφή στην Ελληνική Εθνική Θρησκεία και την άμεση Δημοκρατία, ενώ την ίδια περίπου εποχή (1797), στον «Θούριό» του, ο Ρήγας Φεραίος προσπαθούσε να προδιαθέσει τους ορθόδοξους ότι μπορεί να εμφανισθούν κάποια «αδέλφια» τους που όμως είναι «Εθνικοί».

Ξεκινήσαμε με την παραδοχή της αδιάλειπτης ιστορικής συνέχειας του Εθνικού Ελληνισμού από την ύστερη αρχαιότητα έως τις ημέρες μας. Ακόμα και να μην ίσχυε αυτό πάντως, όπως πολύ θα το ήθελαν οι ορθόδοξοι θεοκράτες αλλά και διάφοροι άλλοι κύκλοι, παντοειδών προθέσεων και συμφερόντων, ο Εθνικός Ελληνισμός έχει καταγράψει ιστορικά την ανοικτή ανάδυσή του στην δημόσια θέαση ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και έκτοτε αγωνίζεται με συνέπεια και ανένδοτα για Επανελληνισμό και πλήρη παλινόρθωση της Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας. Και αυτού του φανερωμένου Εθνικού Ελληνισμού η παράδοση, δεν είναι «νεοπαγανιστική», αλλά «προγονόθεν».

Επαναλαμβάνουμε για μία ακόμη φορά, ότι η Θρησκεία των πραγματικών Ελλήνων είναι μία και είναι και λέγεται «Εθνική». Αρέσει δεν αρέσει αυτό στους προαναφερθέντες των παντοειδών προθέσεων και συμφερόντων, υπάρχουμε και αγωνιζόμαστε. Και ο αγώνας μας δεν θα σταματήσει μέχρι να παλινορθωθεί πλήρως η Ελληνική Εθνική Θρησκεία, σε ένα ελεύθερο Ελληνικό Έθνος, σε ένα κυρίαρχο Ελληνικό Κράτος, στα μουσεία του οποίου θα φιλοξενούνται άφοβα οι γραπτές μαρτυρίες της αδιάλειπτης ιστορικής μας συνέχειας και στα σχολεία του οποίου θα διδάσκεται πρωτίστως η άγνωστη σήμερα εποποιϊα της υπόγειας πλην όμως αδιάλειπτης συνέχειάς μας.

Αθήνα, Νοέμβριος «2014»

Βλάσης Γ. Ρασσιάς

Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανιώτης: «Ύμνος στον Ήλιο» (1497)
(επιλεγμένα αποσπάσματα σε μετάφραση του εθνικού μας ιστορικού Κωνσταντίνου Σάθα, από το έργο του «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη», τόμος Ζ)

«Μακράν σταθήτε βέβηλοι, να ο Θεός εφάνη!
να οι ναοί εσείσθηκαν εις ταις κρυφαίς σπηληαίς μας,
και το βουνό του Παρνασσού συθέμελον βρυχάται.
Πάλιν εκαταδέχθηκε ο Απόλλων να γυρίση
εις τα παληά λιμέρια του, να ζωντανεύση πάλιν
το σπήλαιον που τώβοσκεν αιώνια σαπίλλα,
πάλιν εμπνέει τας ψυχάς των σοβαρών ανθρώπων
και φωλιαστός ‚ς τα σωθικά στρέφει, γεννά τον οίστρον,
οπού ποτίζει την καρδιάν με βακχικήν μανίαν
και την ψυχήν μας συγκινεί, πιέζει και συντρίβει…

Ελάτε ν‘ αγκαλιάσωμεν τους πατρικούς Θεούς μας,
και πρώτον τον μονογενή που μ‘ άσβεστον λαμπάδα
τον κόσμον όλον κυβερνά, τον Ήλιον πατέρα…

που το πάθος του εδήλωσε κρυμμένος ‚ς την μαυρίλλαν
του σκοταδιού, λοξά θορών τα έργα των κακούργων.
Ούτε η δυστυχία μας, τα θαυμαστά μνημεία,
αι τέχναι μας, αι αρεταί κ‘ αι θείαι συγγραφαί μας
αυτούς τους συνεκίνησαν! κ‘ έπεσαν τόσα κάστρα
από φωτιάν και σίδηρον σύρριζα φαγωμένα,
και τόσοι χρυσομάρμαροι ναοί των ουρανίων,
κι άνθρωποι που ‚χαν εξ αρχής το κράτος γης, θαλάσσης
εδιώχθησαν, κι από ταις σπηληαίς εδιώξαν τα θηρία,
κι ακόμη, δυστυχής εγώ, Ιερόν ζητώ ‚ς τον κόσμον!

Ημείς, οπού το ύστερον ξεθύμασμα της Μοίρας
από πατρίδα εχώρησε και τάφους των γονέων
μένομεν εις παράδειγμα της ανθρωπίνης τύχης.
Αλλ‘ αν του Βασιλέως μου και του υιού συνάμα
δεν δράμη η βοήθεια, ώ τότε επί τέλους
αι χάριτες ας σβέσωσι της θείας μας της γλώσσης
κι αυταί αι τέχναι ας χαθούν, τα ονόματα τα τόσα,
οπού τα καθιέρωσαν οι κόποι κ‘ οι αιώνες,
‚ς τον βούρκο της λησμονησιάς δια πάντα ας ποντισθώσι,
κι αυτοί εδώ των Πελασγών τα λείψανα ας λάβουν,
και τ‘ άγια μυστήρια, κι ας φιλοτιμηθώσι
να διασώσουν την τιμήν τοσούτων ονομάτων,
και τα βιβλία που δηλούν τόσους και τόσους κόπους
ψυχών οπού ενίκησαν τον χρόνον και τον Άδην.

Αυτή, ώ πάτερ Ήλιε, θα γίνη η οπλοθήκη
οπού μια ‚μέρα την πτωχήν φυλήν θ‘ αναγεννήση»

Advertisements