Οι ψευδο-σιβυλλικοί χρησμοί

Οι ψευδο-σιβυλλικοί χρησμοί ή οι πλαστογραφημένες προφητείες περί Ιησού

Επειδή διάφοροι φανατικοί αλλά και οι πιστοί απατεώνες κάνουν πολύ λόγο για τους λεγόμενους «σιβυλλικούς χρησμούς », χρησιμοποιώντας τους ως βάση για την ανάδειξη των διάφορων ανούσιων θέσεων τους, υπάρχει η ανάγκη να δώσουμε έναν ορισμό «σιβυλλικά βιβλία» και να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Έτσι, στο τέλος του κειμένου θα γίνει απόλυτα κατανοητό ότι οι «σιβυλλικοί χρησμοί» δεν αφορούν τον Ελληνισμό.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Από τη μια υπάρχουν τα «σιβυλλικά βιβλία» κι από την άλλη τα βιβλία των λεγ. «σιβυλλικών χρησμών ή προφητειών». Αυτά τα δύο έργα δεν είναι ταυτόσημα ούτε ως προς το περιεχόμενο ούτε ως προς το σκοπό τους. Το πρώτο έργο είναι αυθεντικό, δυστυχώς όμως χάθηκε σχεδόν ολόκληρο το κείμενο του λόγω εμπρησμού ή ενός ατυχήματος (την καταστροφή του ναού του Γιουπιτερ-Δία στο mons capitolinus της Ρώμης το 83 π.α.χ.χ.) Οι πλέον χαμένοι χρησμοί αντικαταστήθηκαν απο την Ρωμαϊκή Σύγκλητος το 76 π.α.χ.χ. με μια νέα συλλογή χρησμών με προέλευση την Τροία, την Σάμο, την Ερυθραία της Ιωνίας και άλλων περιοχών (Τάκιτος, Annales, VI, 12). Οι «σιβυλλικοί χρησμοί» από την άλλη γράφτηκαν μεταξύ το 150 π.α.χ.χ. και 180 μ.α.χ.χ. από εβραίους και χριστιανούς συγγραφείς. Είναι λοιπόν δυο διαφορετικά βιβλία ή κείμενα που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την χρονολογία, την προέλευση και το περιεχόμενο τους.

Οι φανατικοί ορθόδοξοι αναφέρονται στο δεύτερο βιβλίο (αποτελείται από δώδεκα τόμους ή βιβλία), δηλ. στις λεγόμενες «σιβυλλικές προφητείες», τις οποίες πολλές φορές μπερδεύουν σκόπιμα ή λόγω άγνοιας με τα «σιβυλλικά βιβλία» και την ιστορικότητα τους για να αποδείξουν πως ο ερχομός του Μεσσία τους προφητεύθηκε δήθεν από Έλληνες μάντεις. Αυτοί οι «χρησμοί» συναθροίστηκαν τον 6ο αιώνα μ.α.χ.χ. Ύστερα συγκεντρώθηκαν σε συλλογή και βρήκαν σημαντική απήχηση κατά το μεσαίωνα. Οι πηγές τους είναι εκ των πλείστων ιουδαϊκές, χριστιανικές και γνωστικιστικές. Τα στοιχεία δε από τις εθνικές θρησκείες είναι ελάχιστα.

Τα κείμενα («προφητείες») των «σιβυλλικών χρησμών» είναι πλαστογραφημένα (δηλ. μη-αυθεντικά). Γράφτηκαν σε εξάμετρους στίχους, δηλαδή σε μορφή που ήταν γνωστή στον ελληνορωμαϊκό κόσμο για να διευκολύνουν την ένταξη των ιουδαιοχριστιανικών αντιλήψεων στο θρησκευτικό κλίμα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και την αποδοχή τους από ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων. Τα περιεχόμενα των κειμένων αποτελούνται από ιουδαϊκές και χριστιανικές δοξασίες, αναφορές στην «Παλαιά» και «Καινή Διαθήκη», την γνωστή πολεμική κατά της «πλάνης και λατρείας των ειδώλων» και από μεταγενέστερες προσθήκες των «πατέρων» της χριστιανικής εκκλησίας. Τα δώδεκα βιβλία διαφέρουν χρονολογικά μεταξύ τους, αλλά και ως προς την προέλευση τους, καθώς γράφτηκαν από διαφορετικούς συγγραφείς (Alexandria Frisch, «Pseudo-Sibylline Oracles»: ca. 150 BCE–700 CE, Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης).

Το 3ο βιβλίο των «χρησμών» είναι το παλαιότερο και ιουδαϊκής προέλευσης. Το 4ο βιβλίο γράφτηκε περίπου το 80 μ.α.χ.χ. και είναι επίσης ιουδαϊκής προέλευσης. Το 5ο βιβλίο, όπου αναφέρεται ένας Μεσσίας, γράφτηκε το 100 μ.α.χ.χ.! Και τα βιβλία 6-10 είναι καθαρά χριστιανικής προέλευσης. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος για τον οποίο η επιστήμη αναφέρεται με τον όρο «ψευδο-σιβυλλικοί χρησμοί» σε αυτά τα κείμενα (αγγ. pseudo-Sibylline Oracles), ώστε να γίνει κατανοητό πως δεν είναι αυθεντικά και δεν πρέπει να συγχέονται με τα αυθεντικά σιβυλλικά βιβλία. (H. Merkel: «Jüdische Schriften aus hellenistisch-römischer Zeit», εκδ. Gütersloher, 1998 και F. Hahn: «Frühjüdische und urchristliche Apokalyptik», εκδ. Neukirchener, 1998). Οι λεγόμενοι «σιβυλλικοί χρησμοί» ήταν λοιπόν στην «πραγματικότητα το έργο ορισμένων Εβραίων και Χριστιανών» (Encyclopædia Britannica, λήμμα: Sibylline Oracles).

Ο Κάρλχαϊντς Ντέσνερ (1924-2014) γράφει τα εξής για τα «Σιβυλλικά Βιβλία»: «ήθελαν να αυξήσουν την αξία της πίστης τους, να παρουσιάσουν μία ανωτερότητα της Θρησκείας τους, αποδεικνύοντας μία υποτιθέμενη υπεροχή της με δήθεν αρχαία κείμενα που έκαναν τους Ιουδαίους προφήτες πολύ αρχαιότερους από τους Εθνικούς φιλόσοφους, που παρουσίαζαν τους πρώτους ως τάχα δασκάλους των δεύτερων … έξυπνες διαφημιστικές εκστρατείες για τον ελληνιστικό Ιουδαϊσμό με ειδωλολατρικό προσωπείο … χρησιμοποίησαν ακόμα και την Εθνική Σίβυλλα, γράφοντας τα υποτιθέμενα σιβυλλικά κείμενα, τις προφητείες, όπως αργότερα και οι χριστιανοί, φυσικά με μη ιουδαϊκά ονόματα και φυσικά vaticinia ex eventu (εκ των υστέρων προφητείες), δηλαδή καθαρή απάτη … πλαστογράφησαν και πρόσθεσαν στα αυθεντικά εθνικά κείμενα δικές τους επιθέσεις κατά του Εθνισμού, κυρίως εναντίον του Πολυθεϊσμού και τα εμπλούτισαν επίσης ταυτόχρονα με προφητείες για τον Ισραήλ … Με αρχαϊκό ύφος, επιτηδευμένη ομηρική απλότητα, με χρήση παγανιστικών στοιχείων, χρησμών ή με άλλους δανεισμούς από Εθνικούς συγγραφείς, έδιναν την εντύπωση γνησιότητας, αυθεντικότητας, απέκτησαν την αξιοπιστία πραγματικών προφητειών» (Karlheinz Deschner, Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού: 3ος τόμος, σελ. 86-89, Αθήνα 2004).

Όποιος ψάχνει περισσότερες πληροφορίες για αυτές τις πλαστογραφίες – στις οποίες αναφέρθηκαν μάλιστα και οι Θεόφιλος ο Αντιοχεύς, Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Αυγουστίνος Ιππώνος και Λακτάντιος – θα τις βρεί στα σχετικά θρησκειολογικά Λεξικά και στις διάφορες Εγκυκλοπαίδειες.

Στυλιανός Αρίστων, 18η Νοεμβρίου «2012»

 

Werbeanzeigen