Ο φιλόσοφος Σωκράτης και οι απατεώνες

Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τις διάφορες ελληνόγλωσσες ιστοσελίδες και τα μπλογκ, συμπεράνει ότι στην σύγχρονη «ελλάδα» συμβαίνουν πολύ περίεργα πράγματα. Οι θεοί των ελλήνων θεωρούνται «εξωγήινοι», το Βυζάντιο ελληνικό, την ελληνικη φιλοσοφία – ως γνωστών, γνήσιο παιδί της μυθολογίας – την θέλουν να τελειοποιήθηκε από την χριστιανοσύνη και οι φιλόσοφοι ήταν… μονοθεϊστές. Οι μεταγενέστεροι του βυζαντινού καθεστώτος προπαγανδίζουν ότι ο Σωκράτης ήταν και αυτός Μονοθεϊστής… γι‘ αυτό τον «σκότωσαν οι ειδωολολάτρες». Όμως που στηρίζονται; Στην λέξη «ΘΕΟΣ».

Στην σημερινή ελλάδα ταυτίζεται ο όρος «ΘΕΟΣ» με τον χριστιανικό θεό, τον Γιαχβέ (λίγοι είναι βέβαια εκείνοι οι χριστιανοί που γνωρίζουν ότι ο θεός τους έχει όνομα, είναι ο θεός του Τανάκ («Παλαιά Διαθήκη») και των Ιουδαίων, ενώ η ίδια η εκκλησία τους στην «Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων» (ΒΕΠΕΣ) το ομολογεί, αφού αναφέρεται στο θεό «τω Αδάμ, τω Νώε, τω Αβραάμ, τω Ισαάκ, τω Ιακώβ, Σαμουήλ τε και Δαυίδ»). Με τον όρο «ΘΕΟΣ» νοείται λοιπόν στην ρωμιοσύνη ο τριαδικός Γιαχβέ, επομένως είναι λογικό οι άνθρωποι να μπερδεύουν τον όρο αυτό με τις χριστιανικές αντιλήψεις περί θεότητας. Οι απολογητές του Βυζαντίου λένε στους ανθρώπους ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι πίστευαν στον ένα «ΘΕΟ», ότι είχαν απορρίψει τους μύθους (ταυτίζουν τους μύθους με την θρησκεία) και περίμεναν τον ερχομό του Τζεσούα μπεν Γιοσέφ, τον μασιάχ ή «μεσσία» (των Ιουδαίων).

Τους παρουσιάζουνε βωμούς προς τιμήν του ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΘΕΟΥ χωρίς επεξηγήσεις, ενώ ο θεός των Ιουδαίων, της Βίβλου δεν ήταν καθόλου άγνωστος στην αρχαιότητα, όπως και ο βωμός αυτός ήταν αφιερωμένος ΣΕ ΟΛΟΥΣ τους άγνωστους θεούς. Μετά τους διαβάζουν αρχαία κείμενα, όπου ΠΡΑΓΜΑΤΙ αναφέρεται η λέξη ΘΕΟΣ και οι άνθρωποι βγάζουν το συμπέρασμα στο οποίο τους οδήγησαν οι βυζαντινοί δημαγωγοί, χωρίς να σκεφτούν ότι: η λέξη ΘΕΟΣ είναι ελληνική, άρα αναφέρεται στον ελληνισμό και στη δική του θρησκεία, χωρίς να αναλογιστούν ότι οι έλληνες χρησιμοποιούσαν τον όρο ΘΕΟΣ εκατοντάδες χρόνια ΠΡΙΝ την επινόηση του τριαδικού Γιαχβέ και την επιβολή του χριστιανισμού στην ελλάδα, και χωρίς να ερωτηθούν, ΤΙ ακριβώς εννοούσαν οι έλληνες, όταν μιλούσαν για ΘΕΟ, αφού προβάλλουν το δικό τους φαντασιακό στο ελληνικό έθνος. Επίσης, ο ΔΙΑΣ των αρχαίων κειμένων μεταφράζεται στα νεοελληνικά, αγγλικά και γερμανικά πολλές φορές με ΘΕΟΣ, το ίδιο οι ΘΕΟΙ (ΘΕΟΣ και ΘΕΟΙ σήμαινε για τους αρχαίους έλληνες ακριβώς το ίδιο πράγμα). Αυτό όμως δεν συμβαίνει βέβαια μόνο στην ελλάδα, αλλά στο εξωτερικό τουλαχιστόν εξηγείται το φαινόμενο. Έτσι όταν ο Σωκράτης λέει στην αρχή της Απολογίας του «ΟΥ ΜΕΝΤΟΙ ΜΑ ΔΙΑ Ω ΑΝΔΡΕΣ ΑΘΗΝΑΙΟΙ»(1), ο ΔΙΑΣ μεταφράζεται στη γερμανική με ΘΕΟΣ. Δηλαδή… επειδή οι Έλληνες μιλούσαν για ΘΕΟ, εννοούσαν τον Γιαχβέ, με τη λογική ότι οι περισσότεροι σύγχρονοι Ρωμιοί εννοούν με ΘΕΟ τον χριστιανικό θεό. Παραλογισμός.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Σωκράτης κατηγορήθηκε και θανατώθηκε για καθαρά πολιτικούς λόγους, όπως φανερώνει ο ίδιος, όμως με επίσημη κατηγορία για ασέβεια, επειδή η θρησκεία λειτουργούσε ειδικά μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο ως «κίονας» της δημόσιας τάξης της πόλεως. Ο Σωκράτης μεταξύ άλλων κατηγορήθηκε να μην λατρεύει τους θεούς της πόλης και να παραπλανεί τους νέους. Ο ίδιος δήλωσε πως οι κατηγορίες εναντίον του αποτελούσαν συκοφαντίες.

Κατηγορήθηκε όπως λέει, εξαιτίας της ιδιαίτερης σοφίας του. Μάρτυρα της σοφίας του ονομάζει τον «ΘΕΟΝ ΤΟΝ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ»(2), τον θεό των Δελφών (Απόλλων). Αφού λέει ποιόν θεό εννοεί, συνεχίζει να αναφέρεται σε αυτόν, αποκαλώντας τον στην συνέχεια απλά ως «Ο ΘΕΟΣ»(3). Απαντώντας σε μία ερώτηση του Χαιρεφωντα, ο Απόλλων είπε διά στόματος της Πυθίας ότι ο Σωκράτης ήταν ο σοφότερος άνθρωπος στην Αθήνα (ο χρησμός αυτός είναι αληθινός). Όμως ο Σωκράτης δεν θεωρούσε τον εαυτό του καθόλου σοφό και άρχισε να ερευνά τη σημασία του χρησμού που έδωσε ο θεός. Επειδή ο θεός δεν ψεύδεται («ΟΥ ΓΑΡ ΔΗΠΟΥ ΨΕΥΔΕΤΑΙ»(4), πρέπει να γνώριζε κάτι που δεν γνώριζαν οι Αθηναίοι, αλλιώς δεν θα είχε καμία αξία ο χρησμός του. Έτσι ο Σωκράτης άρχισε να επισκέπτεται όλους όσους θεωρούνταν σοφοί για να κουβεντιάσει μαζί τους. Μέσα από τον διάλογο ανακάλυψε ότι εκείνοι που ήταν ξακουστοί για τις γνώσεις τους, τελικά δεν ήταν σοφοί. Ήθελε λοιπόν με την μέθοδο του να τους βοηθήσει να αντικρίσουν τα όρια της γνώσης τους. Πολλοί νέοι ακολουθούσαν τον Σωκράτη στους δρόμους της Αθήνας και υπήρξαν ακροατές των συζητήσεων των. Αυτοί οι νέοι άρχισαν με τη σειρά τους να αμφισβητούν τους ειδήμονες της πόλης βλέποντας τον Σωκράτη να «αποσυναρμολογεί» τη φήμη τους. Και γι‘ αυτό άρχισαν εκείνοι να τον απεχθάνονται(5) («ΕΝΤΕΥΘΕΝ ΟΥΝ ΤΟΥΤΩ ΤΕ ΑΠΗΧΘΟΜΗΝ…»), όπως λέει ο Σωκράτης. Βάζοντας, όπως λέει, τα λόγια του θεού πάνω απ‘ όλους, έπρεπε να αποδεχτεί πως σε σχέση με εκείνους ήταν πραγματικά σοφός, αφού εκείνοι νόμιζαν πως ήταν ειδήμονες, ενώ δεν ήταν, ο Σωκράτης όμως δεν νόμιζε κάτι τέτοιο για τον εαυτό του, δεν είχε αυταπάτες, είχε γνώση των ορίων του. Και για αυτό ήταν ο σοφότερος όλων.

Στην μέση της Απολογίας του λέει πως μόνο ο θεός φαίνεται να είναι σοφός (6) («ΤΩ ΟΝΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΣΟΦΟΣ ΕΙΝΑΙ») και ότι με τον χρησμό του ήθελε να πεί, ότι η ανθρώπινη σοφία δεν έχει μεγάλη αξία. Ο Σωκράτης είπε ότι ζούσε φτωχά και αφιερωμένος στον Απόλλωνα. Δρούσε στο όνομα του θεού(7) («ΠΕΝΙΑ ΜΥΡΙΑ ΕΙΜΙ ΔΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΑΤΡΕΙΑΝ») και για το λόγο αυτό δεν είχε χρόνο για άλλες ασχολίες, όπως λ.χ. την απόκτηση εισοδήματος ή την παραπλάνηση των νέων. Ο Σωκράτης λέει ότι τον κατηγόρησαν επειδή δεν είχαν το θάρρος να παραδεχτούν το γεγονός πως η ό,ποια γνώση τους περιοριζόταν από την ίδια την φθαρτή ανθρώπινη φύση. Με λίγα λόγια, έλεγαν ανοησίες και πίστευαν πως είναι σοφοί. Όμως οι κατήγοροι του Σωκράτους Μέλητος, Άνυτος και Λύκων, εκπρόσωποι της κυρίαρχης τάξης των Αθηναίων, δεν εκτόξευσαν απλά μία κατηγορία εναντίον του, αλλά τον εμφάνιζαν ως επικίνδυνο για τη δημόσια τάξη, κατηγορώντας τον ότι δεν λάτρευε τους θεούς της πόλης και ότι ήθελε να εισάγει ΔΑΙΜΟΝΙΑ ΚΑΙΝΑ(8), δηλ. νέους θεούς. Δεν άντεξαν βέβαια στα επιχειρήματα του, δίνοντας έτσι στον Σωκράτη την ευκαιρία να φανερώσει στους δικαστές με ευκολία την γελοιότητα των καταγγελιών εναντίον του. Όσο ζούσε ήθελε να υπακούει στον Απόλλωνα(9) και να ασκεί την φιλοσοφία («ΠΕΙΣΟΜΑΙ ΔΕ ΜΑΛΛΟΝ ΤΩ ΘΕΩ Η ΥΜΙΝ…»). Ήταν πεποίθεση του, τίποτα καλύτερο είχε συμβεί στην Αθήνα από την δραστηριότητα του στο όνομα του θεού(10). Οδηγούσε τους συμπολίτες του στον αυτοέλεγχο των πεποιθήσεων τους. Τους οδηγούσε στην αυτογνωσία. Η διάρκεια ζωής των ανθρώπων είναι σύντομη και οι γνώσεις τους περιορισμένες, συνεπώς δεν αρμόζει στον άνθρωπο να έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Αυτή η μετριοφροσύνη ήταν η ιδιαίτερη σοφία του Σωκράτη. Αυτή ήταν η προσφορά του προς τους συμπολίτες του. Κατά τον Σωκράτη, ο Απόλλωνας τον έστειλε στους Αθηναίους για να τους ξυπνήσει. Τον έστειλε γιατί νοιαζόταν γι‘ αυτούς(11) («Ο ΘΕΟΣ ΥΜΙΝ ΕΠΙΠΕΜΨΕΙΕΝ ΚΗΔΟΜΕΝΟΣ ΥΜΩΝ»).

Εξήγησε ΟΤΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΛΑΤΕΡΕΥΕ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ(12) («ΑΛΛΑ ΠΟΛΛΟΥ ΔΕΙ ΟΥΤΩΣ ΕΧΕΙΝ· ΝΟΜΙΖΩ ΤΕ ΓΑΡ Ω ΑΝΔΡΕΣ ΑΘΗΝΑΙΟΙ, ΩΣ ΟΥΔΕΙΣ ΤΩΝ ΕΜΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΩΝ») όσο κανείς εκ των κατηγόρων του. Όσοι διάβασαν Πλάτωνα ή Ξενοφώντα (13) το γνωρίζουν αυτό. Ο Σωκράτης ήταν ένας άνθρωπος που έβαζε τη φωνή της συνείδησης του πάνω από την γνώμη της μάζας, πάνω από εκείνα που ο πολύς κόσμος θεωρούσε πρέπον και καλό. Ήταν απ‘ ότι ξέρω ο πρώτος (ή τουλάχιστον από τους πρώτους) που θεώρησε τον εαυτό του όχι απλά Αθηναίο, ούτε μόνο Έλληνα, αλλά πολίτη του κόσμου(14). Η νοοτροπία του τον έφερε σε σύγκρουση με την δομή της τότε κοινωνίας, η οποία βρισκόταν σε κρίση, και ενώ καταδικάστηκε, ήταν όχι εχθρός της πόλης του ή παραπλανητής των νέων, αλλά ο ευεργέτης της Αθήνας. Ακόμη κι όταν του εδόθη η ευκαιρία να δραπετεύσει από τη φυλακή, όπου περίμενε την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, παρέμεινε άφοβος απέναντι στο θάνατο και ούτε καν πέρασε η ιδέα από το μυαλό του να δραπετεύσει, αφού δεν είχε λόγο. Ούτε ψέματα είπε, ουτε αδίκησε κανέναν. Πέθανε όπως έζησε: ήρεμος και γαλήνιος σαν αληθινός φιλόσοφος.

Για τον δήθεν αρχαιοελληνικό μονοθεϊσμό θέλω να πώ πως είναι διεθνώς γνωστό ότι δεν υπήρχε «μονοθεϊσμός» στην αρχαία Ελλάδα (παρά μόνον ενοθεϊστικές τάσεις) και ούτε η θρησκεία του Ελληνισμού υπήρξε ποτέ μονοθεϊστική: Η θρησκεία των ελλήνων, γνωστή σήμερα σε πολλούς ως «Δωδεκαθεϊσμός», είναι κοσμοθεϊστική, ή για να γίνω πιο ακριβής, είναι ένας πολυθεϊστικός κοσμοθεϊσμός. Ούτε ένας Έλληνας υπήρξε μονοθεϊστής, ούτε ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας έτσι κι αλλιώς όχι, αλλά ούτε ο Ξενοφάνης, ο οποίος όντως απέρριψε κάποια στοιχεία της θρησκείας, αναγνώριζε όμως πολλούς θεούς, ανάμεσά τους όμως διέκρινε έναν υπέρτατο θεό. Δεν εννοούσε όμως τον χριστιανικό θεό που επινοήθηκε εκατοντάδες χρόνια αργότερα, αλλά τον θεό των ελλήνων, τον Δία(15). Η αλήθεια είναι ότι όλοι οι Έλληνες φιλόσοφοι και ρήτορες που γνώρισαν τον χριστιανισμό, τον απέρριψαν, άλλοι τον εχθρεύτηκαν κιόλας, ενώ παράλληλα διατηρούσαν ζωντανή την ελληνική θρησκεία, φιλοσοφία και παιδεία (Πλωτίνος, Κέλσος, Πορφύριος, Ιουλιανός, Πρόκλος κ.ά.). Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να υποθέσουμε πως εκείνοι που δεν τον γνώρισαν δεν θα τον απέρριπταν. Με βάση των στοιχείων μάλλον το αντίθετο ισχύει. Επίσης ψεύδονται για τη φύση του στωϊκισμού, ο οποίος υβρίζεται, λέγοντας ότι επηρεάστηκε απο τον χριστιανισμό. «Ο Bonhöffer απόδειξε πως ο Επίκτητος δεν ήταν επηρεασμένος απο την Καινή Διαθήκη […].»(16) «Ήδη το 1708 ο M. Rossal ανάφερει τα στοιχεία της στωϊκής διδασκαλίας που δεν συμβιβάζονται με το μύνημα του Ευαγγελίου: ο πολυθεϊσμός, οι όρκοι, η αποδοχή της αυτοκτονίας, η περηφάνεια και η παντοδυναμία του σχεδόν αποθεωμένου ανθρώπου. Με την 120-σελιδη πραγματεία του ήθελε να αποδείξει ‹ότι ο Επίκτητος δεν ήταν χριστιανός›.»(17). Ο Paul Veyne δε ξεκαθαρίζει: «Ο Πλάτωνας, οι Στωικοί και ο Πλωτίνος ήταν πολυθεϊστές.»(18). Και όσον αφορά τον δήθεν μονοθεϊσμό αυτών ή άλλων φιλοσόφων αποσαφηνίζει ότι με τον όρο «θεός» οι Έλληνες φιλόσοφοι εννοούσαν τον Δία (19), όμως και η γενική αναφορά στους θεούς γίνεται μερικές φορές με τον ίδιο όρο. Αυτός ο όρος δεν υποδεικνύει καμία μονοθεϊστική λατρεία. Έτσι κι αλλιώς «ο μονοθεϊσμός δεν είναι βασικό στοιχείο της ιστορίας των θρησκειών»(20). Στην αρχαία Ελλάδα ο αριθμός των θεών δεν έπαιζε κανέναν ρόλο σε όσον αφορά την ύπαρξη και σχέση των θεών με τον κόσμο (21). Ο ενικός αριθμός «ΘΕΟΣ» χρησιμοποιείται ως κοινό ουσιαστικό (όπως λέμε ο άνθρωπος, το ζώο κτλ.). Έτσι για παράδειγμα, χρησιμοποιείται ο όρος ΘΕΟΣ στα κείμενα του Πλάτωνος. Στις περισσότερες περιπτώσεις η λέξη ΘΕΟΣ είναι ανταλλάξιμη και ισοδυναμεί με την λέξη ΘΕΟΙ και ερμηνεύεται ως γενικός συλλογικός όρος (22). Πολλές φορές οι Έλληνες φιλόσοφοι εννοούσαν με «Θεό» τον Δία, τον ύπατο θεό των ελλήνων, την πηγή κάθε ύπαρξης στην οποία επιστρέφουν όλα τα έμβια όντα (23).

Όσοι λοιπόν μιλάνε για μονοθεϊσμό στην αρχαία Ελλάδα και ισχυρίζονται ότι ο Σωκράτης πίστευε στον ένα θεό, αδικούν και κατασυκοφαντούν τον ίδιο τον Σωκράτη, ο οποίος δήλωσε λάτρης των θεών (!), τον Πλάτωνα και Ξενοφώντα ως ψεύτες. Θέλουν να πιστεύουν ότι ο Σωκράτης απέκρυψε την αλήθεια στην Απολογία του και ότι οι κατηγορίες εναντίον του ήταν αληθές, συμφωνούν δηλαδή με τις ανόητες καταγγελίες εναντίον του και «δικαιώνουν» τους κατηγορητές του για να ικανοποίησουν δικές τους ανάγκες. Βασίζονται στις κατηγορίες εναντίον του για να αποδείξουν ότι ήταν τάχα… μονοθεϊστής! Ας μην δίνουμε λοιπόν σημασία στις ιδεοπληξίες φανατικών απατεώνων, μιας και η διαστρέβλωση της φιλοσοφίας είναι το μόνο σταθερό χαρακτηριστικό του θρησκευτικού τους κόσμου. Η ιστορία έχει προ πολλού αθωώσει τον Σωκράτη.

Στυλιανός Αρίστων, 23η Μαρτίου «2011»

 

Πηγές:

1) Manfred Fuhrmann, Platon: Apologie des Sokrates. Griechisch/Deutsch, σελ. 4, εκδ. Reclam, Ditzingen, 1986.
2) Πλάτων, Απολογία Σωκράτους, 20e
3) αυτόθι 21b
4) αυτόθι 21b
5) αυτόθι 21d
6) αυτόθι 23a
7) αυτόθι 23c
8) αυτόθι 24c
9) αυτόθι 29d
10) αυτόθι 30a
11) αυτόθι 31a
12) αυτόθι 35d
13) Ξενοφών: Απομνημονεύματα, Α‘ Ι 1-3: «Πολλές φορές αναρωτήθηκα με ποιά τέλος πάντων επιχειρήματα έπεισαν τους Αθηναίους αυτοί που κατηγόρησαν τον Σωκράτη ότι άξιζε τάχα να καταδικαστεί σε θάνατο από την πόλη. Η καταγγελία εναντίον του ήταν η εξής: Ο Σωκράτης διαπράττει αδίκημα, γιατί δεν πιστεύει στους θεούς που πιστεύει η πόλη καί προσπαθεί να εισάγει νέους θεούς‘ διαπράττει επίσης αδίκημα, γιατί διαφθείρει τους νέους. Πρώτα λοιπόν ποιά απόδειξη χρησιμοποίησαν για το ότι δεν πίστευε στους θεούς που πιστεύει η πόλη; Ωστόσο φανερά πολλές φορές πρόσφερε θυσίες στο σπίτι του, πολλές φορές καί στους κοινούς βωμούς της πόλης καί φανερά κατέφευγε καί στη μαντική. Είναι αλήθεια ότι ο Σωκράτης έλεγε πως το δαιμόνιο του έδειχνε το μέλλον, γι‘ αυτό νομίζω ότι τον κατηγόρησαν πως εισάγει νέους θεούς. Αυτός όμως δεν εισήγαγε τίποτα πιο καινούριο απ‘ ό,τι οι άλλοι, όσοι πιστεύοντας στη μαντική χρησιμοποιούν τα πουλιά καί
τις προφητικές φωνές καί τα φυσικά σημάδια καί τις θυσίες.»
14) Πλούταρχος: Ηθικά, 15ος Τόμος.
15) Edwin Oliver James: Der Kult der Grossen Göttin. Mit einem Vorwort von Kurt Derungs. Σελ.
310 και 341, Εκδ. Amalia, 2003.
16) Kurt Steinmann, Epiktet: Handbüchlein der Moral. Griechisch/Deutsch. Σελ. 105, Εκδ. Reclam,
Ditzingen, 1992.
17) αυτόθι σελ. 105-106.
18) Paul Veyne: Die griechisch-römische Religion. Kult, Frömmigkeit und Moral. Σελ. 163, Εκδ. Reclam, Ditzingen, 2008.
19) αυτόθι σελ. 52.
20) αυτόθι σελ. 53.
21) Gilbert Francois: Le polythéisme et l’emploi au singulier des mots theos, daimon dans la littérature grecque d’Homère à Platon. Σελ. 307, Εκδ. Les Belles Lettres, Paris, 1957.
22) αυτόθι σελ. 299-300.
23) Edwin Oliver James: Der Kult der Grossen Göttin. Mit einem Vorwort von Kurt Derungs. Σελ. 310 αυτόθι σελ. 341, Εκδ. Amalia, 2003.

Advertisements